«Είμαστε το σπάνιο παράδειγμα μιας κυβέρνησης η οποία ήδη, κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες, έχει εφαρμόσει περισσότερα από όσα είχε υποσχεθεί», προσθέτει ο  Πρωθυπουργός στη συνέντευξή του, κάνοντας επίσης λόγο για τη «νίκη απέναντι στον λαϊκισμό».

Η Ελλάδα «γραμμή άμυνας κατά του λαϊκισμού»

Όπως μεταφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστηρίζει επίσης ότι: «Νικήσαμε, τόσο τους αριστερούς λαϊκιστές, όσο και τους ακροδεξιούς εξτρεμιστές της Χρυσής Αυγής…Ήταν απίστευτος ο βαθμός ανικανότητας που επέδειξαν κατά τη διακυβέρνηση τους. Ήταν μια οδυνηρή εμπειρία και κόστισε στη χώρα μας μια περιουσία» τονίζει.

Ο πρωθυπουργός αναφέρει ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο τη «γραμμή άμυνας κατά του λαϊκισμού». Ερωτηθείς ποια συμβουλή δίνει σε άλλα ευρωπαϊκά κόμματα που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τους λαϊκιστές, απαντά: «Τα παραδοσιακά κόμματα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι πολλές ανησυχίες του λαού τις οποίες εκμεταλλεύονται οι λαϊκιστές, είναι πραγματικές. Για παράδειγμα, οι εισοδηματικές ανισότητες, το τεχνολογικό χάσμα, τα ζητήματα ταυτότητας που σχετίζονται με το πρόβλημα της μετανάστευσης, ή το γεγονός ότι οι μεγάλες πόλεις αναπτύσσονται με ταχύτερους ρυθμούς αφήνοντας πίσω τις περιοχές της υπαίθρου. Πρόκειται για ζητήματα που έχουν εν τέλει υπαρξιακό χαρακτήρα, που αγγίζουν πολλούς ανθρώπους και η πολιτική πρέπει να ασχολείται μαζί τους».

«Δεν χρειαζόμαστε πια πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5%»

Όσον αφορά τα δημοσιονομικά, ο πρωθυπουργός σημειώνει ότι θα τηρηθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ για το 2020, «τον οποίο συμφώνησε η προηγούμενη κυβέρνηση με τους δανειστές», προσθέτοντας με σαφήνεια ότι η νέα κυβέρνηση θα θέσει το ζήτημα της μείωσης του στόχου για το 2021 και το 2022. «Δεν χρειαζόμαστε πια πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% και αυτό γιατί μπορούμε να αναχρηματοδοτούμε το χρέος μας με πολύ χαμηλότερα επιτόκια από ό,τι αναμενόταν», τονίζει ο κ. Μητσοτάκης μνημονεύοντας το γεγονός ότι οι αποφάσεις για τα υψηλά πλεονάσματα ελήφθησαν επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ, «σε μια εποχή κατά την οποία υπήρχε πολύ χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης για την Ελλάδα».

«Όποιος δεν λαμβάνει άσυλο, πρέπει να επιστρέφει, είτε στην Τουρκία, είτε στη χώρα προέλευσής του»

Στο ερώτημα «τι πρέπει να γίνει», με το Προσφυγικό, ο πρωθυπουργός απαντά ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοεί το πρόβλημα και ότι ο ίδιος δεν μπορεί να δεχτεί τη στάση όσων «συμπεριφέρονται σαν να είναι αποκλειστικά ένα πρόβλημα της Ελλάδας».

«Θα πρέπει να δοθεί λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο» τονίζει. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Μητσοτάκης δηλώνει ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να προωθήσει τις προτάσεις του υπουργoύ Εσωτερικών της Γερμανίας Χορστ Ζέεχοφερ για τη μεταρρύθμιση του συστήματος ασύλου, του Κανονισμού του Δουβλίνου».

Ο πρωθυπουργός αναφέρεται στις ενέργειες που έχει ήδη αναλάβει η κυβέρνηση, όπως η αυστηροποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου. «Όποιος δεν λαμβάνει άσυλο, πρέπει να επιστρέφει, είτε στην Τουρκία, είτε στη χώρα προέλευσής του. Γι’ αυτό θα δημιουργήσουμε κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα. Εκτός αυτών, θα ενισχύσουμε την ακτοφυλακή μας για να μπορεί να επιτηρεί καλύτερα τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας». Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης στέκεται ιδιαίτερα στο ζήτημα των 4.000 ασυνόδευτων ανηλίκων που βρίσκονται στην Ελλάδα: «Γνωρίζετε τι θα συμβεί αν δεν φροντίσουμε αυτά τα παιδιά στα κατάλληλα ιδρύματα; Θα πέσουν θύματα εκμετάλλευσης. Θα έβλαπτε τόσο πολύ την Ουγγαρία ή την Πολωνία αν υποδέχονταν εκατό από αυτά τα παιδιά;» αναρωτιέται.