Αφού επέμεινε κόντρα στις αντιδράσεις και ψήφισε μόνο με τις κυβερνητικές ψήφους το επίμαχο άρθρο 50 που εξισώνει τα πτυχία των κολεγίων με αυτά των πανεπιστημίων, και παρά τις ξεκάθαρες προειδοποιήσεις για τον προβληματικό του χαρακτήρα, η Νίκη Κεραμέως προχώρησε στη θέσπιση της ρύθμισης του άρθρου 50 στο νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας, για την εξίσωση των πτυχίων κολεγίων – πανεπιστημίων. Και μάλιστα, χωρίς να δώσει η ίδια στη δημοσιότητα την περιβόητη επιστολή της Κομισιόν που την «εξανάγκαζε» να προχωρήσει στη ρύθμιση.

Την Παρασκευή, το alfavita.gr δημοσίευσε την επίμαχη επιστολή της Κομισιόν, στην οποία αναφέρεται ότι «η Ελλάδα παραβιάζει την Ευρωπαϊκή οδηγία 2005/36 λόγω υπαγωγής της αναγνώρισης διπλωμάτων στον ΔΟΑΤΑΠ, για εκπαιδευτικούς που έχουν αποκτήσει τίτλο σπουδών σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και δεν αναγνωρίζει τίτλους σπουδών που έχουν χορηγηθεί από κολέγια που συνεργάζονται με ΑΕΙ της Ένωσης».

Είχε προηγηθεί η δημοσίευση της επιστολής του ΔΟΑΤΑΠ, στην οποία, μεταξύ άλλων, τονίζεται πως «οι ρυθμίσεις του ν. 3328/2005, όπως ισχύει, και οι οποίες αφορούν αποκλειστικά στην αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας τίτλων προς τους απονεμόμενους από τα ΑΕΙ της ημεδαπής και επομένως ανάγονται στην εσωτερική οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος των σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης, δεν υπεισέρχονται σε παράβαση διατάξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τον λόγο αυτό άλλωστε έχει κριθεί ότι οι σχετικές με την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων Οδηγίες δεν αφορούν την αναγνώριση ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών».

Ο ΔΟΑΤΑΠ, με την επιστολή, είχε από καιρό σπεύσει να παρουσιάσει μία σειρά νομικών εργαλείων με τα οποία θα μπορούσε το υπουργείο και η κυβέρνηση να επιχειρηματολογήσουν απέναντι στην επίμαχη επιστολή της Κομισιόν. Ωστόσο, το υπουργείο Παιδείας και η Νίκη Κεραμέως αγνόησαν ακόμα και την ίδια την επιστολή.

Διαβάστε την επιστολή της Κομισιόν:

– Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, κάθε απόφαση αναγνώρισης που λαμβάνεται βάσει των ανωτέρω διαταγμάτων πρέπει να επιτρέπει την άσκηση του επαγγέλματος υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς στην Ελλάδα. Συνεπώς η αναγνώριση των τίτλων σπουδών των εκπαιδευτικών από το ΣΑΕΠ ή τους προκατόχους το θα πρέπει να επιτρέπει στους κατόχους αυτών των τίτλων αυτών των τίτλων σπουδών να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς για την πρόσληψη εκπαιδευτικών στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στην εγκύκλιο της 20η Μαΐου 2019.

– Το άρθρο 54 παράγραφος 5 του νόμου αριθ. 4589 της 29/1/2018 προβλέπει ουσιαστικά ότι οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που έχουν αποκτήσει τον τίτλο σπουδών σε άλλο κράτος της Ε.Ε πρέπει να αποκτήσουν ακαδημαϊκή αναγνώριση του τίτλου σπουδών τους από τον ΔΟΑΤΑΠ, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για να μπορέσουν να ασκήσουν το επάγγελμά τους στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι η εφαρμοστέα διαδικασία αναγνώρισης είναι η διαδικασία την οποία προβλέπει ο νόμος 3328/2005 σχετικά με τον Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης και άλλες διατάξεις.

– Αυτό επιβεβαιώθηκε σε εγκύκλιο την οποία εξέδωσε στις 20 Μαΐου το υπουργείου Παιδείας. Η εγκύκλιος προβλέπει ότι μόνο οι τίτλοι σπουδών που αναγνωρίζονται από τον ΔΟΑΤΑΠ λαμβάνονται υπόψη για τη συμμετοχή στον επόμενο διαγωνισμό για την πρόσληψη εκπαιδευτικών σε σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Διευκρινίζεται επίσης ότι δεν θα ληφθεί υπόψη κανείς αλλοδαπός τίτλος σπουδών που έχει αναγνωριστεί από το ΣΑΕΠ, τον αρμόδιο φορέα αναγνώρισης για επαγγελματικούς σκοπούς.

– Ωστόσο το άρθρο 1 της οδηγίας 2005/36/ΕΚ ορίζει ότι η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους το κράτος μέλος που εξαρτά την ανάληψη ή την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος στην επικράτειά του, από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων αναγνωρίζει την ανάληψη και την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος , τα επαγγελματικά προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη δίνοντας στον κάτοχό τους το δικαίωμα να ασκεί αυτό το επάγγελμα.

– Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 2005/36/ΕΚ προβλέπει ότι η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο όπου απέκτησε τα επαγγελματικά προσόντα του είτε ως αυτοαπασχολούμενος είτε ως μισθωτός.

– Τα επαγγέλματα εκπαιδευτικών στην Ελλάδα είναι νομοθετικά κατοχυρωμένα κατά την έννοια της οδηγίας 2005/36/ΕΚ διότι για να είναι κάποιος σε θέση να ασκήσει τα εν λόγω επαγγέλματα στην ελληνική επικράτεια, χρειάζεται επαγγελματικό προσόν. Κατά συνέπεια σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 οι κανόνες που πρέπει να εφαρμόζονται για την αναγνώριση των τίτλων σπουδών εκπαιδευτικού και των δύο βαθμίδων της εκπαίδευσης, οι οποίοι έχουν αποκτηθεί σε άλλα κράτη μέλη της Ένωσης είναι οι κανόνες της οδηγίας.

Η Κομισιόν αναφέρει ότι οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς για την πρόσληψη εκπαιδευτικών τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, μετά από απόκτηση της επαγγελματικής αναγνώρισης του τίτλου σπουδών τους σύμφωνα με της διατάξεις των προεδρικών Διαταγμάτων 38/2010 και 51/2017 ή οποιουδήποτε άλλου κανόνα του ελληνικού δικαίου με τον οποίο μεταφέρεται το ενωσιακό δίκαιο περί επαγγελματικής αναγνώρισης.

Δείτε αναλυτικά την επιστολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσίευσε το alfavite.gr.

ΔΟΑΤΑΠ: Αντισυνταγματικές οι απαιτήσεις της Κομισιόν

Παρά ταύτα πάντως, η επιστολή του ΔΟΑΤΑΠ που ήρθε στη δημοσιότητα την περασμένη Τετάρτη συνεχίζει να εκθέτει την υπουργό, καθώς καθώς αποδεικνύεται πως είχε στα χέρια της ένα πολύ σημαντικό νομικό οπλοστάσιο απέναντι στις απαιτήσεις της Κομισιόν. Η επιστολή του ΔΟΑΤΑΠ προς τα υπουργεία Εξωτερικών και Παιδείας απαντούσε ουσιαστικά στις αιτιάσεις της Ε.Ε, καθώς το υπουργείο Εξωτερικών ζητούσε τις απόψεις του υπουργείου Παιδείας μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου 2019 ώστε να απαντήσει η Ελλάδα στην προειδοποιητική επιστολή.

Σύμφωνα με την επιστολή του ΔΟΑΤΑΠ, βάσει του άρθρου 165 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΣΛΕΕ) μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος βρίσκεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εκάστοτε κράτους-μέλους, γεγονός το οποίο έρχεται σε συμφωνία με το άρθρο 16 του Συντάγματος της Ελλάδας. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις του νόμου 3328/2005, που αφορούν την αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας τίτλων σπουδών της αλλοδαπής, ανάγονται στην εσωτερική οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος των σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης και άρα δεν υπεισέρχονται σε παράβαση διατάξεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Αναφέρει, επίσης, ότι η παγίως και διεθνώς αποδεκτή διάκριση μεταξύ της αναγνώρισης ακαδημαϊκής ισοτιμίας τίτλων σπουδών της αλλοδαπής και αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων ή πρόσβασης σε επάγγελμα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη: «Κατά συνέπεια οποιαδήποτε παρέμβαση στο ν. 3328/2005 – ο οποίος σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ. 5 και 8 του Συντάγματος αποτελούν την ελληνική νομοθεσία η οποία διέπει την αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας – προς τον σκοπό αντιμετώπισης ζητημάτων τα οποία αφορούν στην από επαγγελματικής άποψης εξέταση αλλοδαπών τίτλων και τα οποία ανέκαθεν ενέπιπταν στις αρμοδιότητες άλλων οργάνων της ελληνικής Πολιτείας, θα συνεπαγόταν ανεπίτρεπτη παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος».

Υπενθυμίζει τέλος, ότι φορείς όπως τα κολέγια του ν. 3696/2008 αποτελούν σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία φορείς μη τυπικής εκπαίδευσης. Επομένως, δεν θα μπορούσε να αναγνωρισθεί από τον ελληνικό Οργανισμό αναγνώρισης ακαδημαϊκής ισοτιμίας, ως χρόνος σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης, χρόνος σπουδών ο οποίος πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα σε τέτοιο φορέα διότι τούτο θα συνιστούσε καταστρατήγηση των παραγράφων 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος.