Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ανακοίνωση της κυβέρνησης, η απαγόρευση της γλυφοσάτης υλοποιείται σε τρεις φάσεις: Από την 1η Φεβρουαρίου απαγορεύεται η πώληση προϊόντων που περιέχουν την ουσία. Μέχρι τις 30 Ιουνίου 2020 επιτρέπεται η χρήση των προϊόντων που ήδη έχουν αγοραστεί, ενώ στο τέλος του 2020 απαγορεύεται οποιαδήποτε χρήση.
Luxembourg Set to Be First European Country to Fully Ban Glyphosate Herbicides https://t.co/vDvG3xg9nN via @SustainablePuls
— Non-GMO Report (@nongmoreport) January 17, 2020
«Υπάρχουν εναλλακτικές στα φυτοφάρματα» υποστηρίζει ο Μάρτιν Ντερμίν, μέλος του δικτύου Pesticide Action, που μάχεται για τον περιορισμό της χρήσης φυτοφαρμάκων, σύμφωνα με το Euronews. «Τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν τη δυνατότητα να απογορεύσουν συγκεκριμένα ζιζανιοκτόνα για την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος. Όμως σπάνια το κάνουν. Τώρα το Λουξεμβούργο ανοίγει το δρόμο, χρησιμοποιώντας χρήματα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής για να στηρίξει τη μετάβαση των αγροτών προς μία γεωργία χωρίς φυτοφάρμακα. Είναι ένα πολύ καλό σήμα ότι και άλλα μέλη μπορεί να ακολουθήσουν.»
Όπως προσθέτει το Euronews κι άλλα κράτη μέλη επανεξετάζουν την χρήση της γλυφοσάτης, που δίχασε την Ε.Ε το 2017 και έχει πάρει παράταση για πεντε χρόνια από την Κομισιόν. Στην Αυστρία το κοινοβούλιο υπερψήφισε την απαγόρευσή της και ο νόμος μένει να υπογραφεί από τη νέα κυβέρνηση συνασπισμού (στην οποία μετέχει και το κόμμα των Πρασίνων). Στη Γερμανία, σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζεται απαγόρευση της χρήσης της μετά το 2023.
Υπενθυμίζεται ότι στις ΗΠΑ, η Bayer, που εξαγόρασε τη Monsanto, έχει έρθει αντιμέτωπη με χιλιάδες αγωγές καρκινοπαθών, που υποστηρίζουν ότι ο καρκίνος προκλήθηκε από την έκθεσή τους στο Roundup. Στις δύο μάλιστα υποθέσεις που ολοκληρώθηκαν, τα θύματα δικαιώθηκαν και η εταιρεία υποχρεώθηκε σε αποζημιώσεις εκατ.δολαρίων.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο για την υπόθεση και την παρουσία της γλυφοσάτης στην Ευρώπη, η έκθεση του ευρωκοινοβουλίου του περασμένου Ιανουαρίου, πως η άδεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη χρήση της γλυφοσάτης βασίστηκε σε copy-paste εκθέσεων της Monsanto. Συγκεκριμένα, η μισή τουλάχιστον έρευνα των γερμανικών ρυθμιστικών αρχών, στην οποία βασίστηκαν οι ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές για να επιτρέψουν τη χρήση της γλυφοσάτης αποτελεί αντιγραφή λέξη προς λέξη από έγγραφα της Monsanto και αγροχημικών επιχειρήσεων.
Υπενθυμίζεται επίσης ότι το 2017 η γαλλική εφημερίδα Le Monde δημοσίευσε τα «Monsanto Papers», μια σειρά άρθρων ερευνητικής δημοσιογραφίας πάνω σε εσωτερικά emails και έγγραφα της Monsanto, που αποδεικνύουν το πώς η πολυεθνική επιχειρεί να επηρεάσει επιστημονικές έρευνες και να συκοφαντήσει όσους επιστήμονες και επιστημονικούς φορείες εκφράζουν φόβους για το «Roundup». Η δημοσίευση των Monsanto Papers οδήγησε σε σειρά άρθρων σε μεγάλα ευρωπαϊκά και διεθνή ΜΜΕ, όπως το Spiegel, με αποκαλυπτικά ντοκουμέντα και διαλόγους στελεχών της εταιρείας. «Δεν μπορούμε να πούμε ότι το Roundup δεν είναι καρκινογόνο» γράφει για παράδειγμα η τοξικολόγος της εταιρείας, Donna Farmer, το 2003, «δεν έχουμε κάνει τις απαραίτητες δοκιμές».
Για την έρευνα τους, οι δημοσιογράφοι της Le Monde, Stéphane Foucart και Stéphane Horel κέρδισαν το Ευρωπαϊκό Βραβείο Τύπου στην κατηγορία της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Μεταξύ των εκατοντάδων emails, περιγράφεται και η επικοινωνιακή καμπάνια της εταιρείας για να χτυπήσει τον πρόδρο του IARC, λόγω της κατηγοριοποίησης της γλυφοσάτης σε «μάλλον καρκινογενή».
Σημειώνεται πως η Bayer ανέλαβε η ίδια την υπεράσπιση της Monsanto αφότου εξαγόρασε, τον Ιούνιο 2018, αυτή την εξειδικευμένη αμερικανική εταιρεία φυτοπροστασίας και γενετικά τροποποιημένων σπόρων έναντι 63 δισ. δολαρίων (54 δισ. ευρώ).