Μετά από την έκπληξη και τον δικαιολογημένο συναγερμό των αρχών που προκάλεσε η υπόθεση της Γενικής Κλινικής «Ταξιάρχαι», κατά την ενημέρωση του Σαββάτου, Σωτήρης Τσιόδρας και Νίκος Χαρδαλιάς κλήθηκαν να απαντήσουν σε ερώτημα αναφορικά με την ασφάλεια που εξασφαλίζουν οι αρμόδιες αρχές στους κλειστούς πληθυσμούς και στις ευάλωτες ομάδες.
«Εξασφαλίζουν οι αρμόδιες αρχές την ασφάλεια στους κλειστούς πληθυσμούς και στις ευάλωτες ομάδες, όπου μπορεί να γίνει υπερμετάδοση, όπως βλέπουμε τις τελευταίες μέρες; Με ποιο τρόπο γίνεται αυτό; Υπάρχει συστηματική παρακολούθηση, έλεγχος, έγκαιρη παρέμβαση; Τι συνέβη στις δύο κλινικές; Η εικόνα που παρουσιάστηκε σήμερα (σ.σ. χθες) με τους ασθενείς να πηγαίνουν να κάνουν την αιμοκάθαρσή τους σε μία κλινική που έχει σφραγιστεί είναι προβληματική. Τι απαντάτε και πώς θα χειριστείτε ανάλογες καταστάσεις, που ενδεχομένως εμφανιστούν, ανεβάζοντας την καμπύλη των κρουσμάτων και πηγαίνοντας μας πίσω;» ήταν η ερώτηση της Εφημερίδας των Συντακτών, καθώς από τις ίδιες της απαντήσεις των αρμοδίων προκύπτουν τα παραπάνω ερωτήματα.
Όπως υπενθυμίζεται από την εφημερίδα, οι διαδοχικές απαντήσεις των δύο εκπροσώπων της κυβέρνησης τις προηγούμενες ημέρες έδωσαν μία θολή εικόνα. Συγκεκριμένα, την Πέμπτη 23 Απριλίου, ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας δήλωνε «Η δομή τέθηκε σε καραντίνα, στεγανοποιήθηκε», αναφερόμενος στη Γενική Κλινική «Ταξιάρχαι». Την αμέσως επόμενη ημέρα, ήταν και πάλι ο Ν. Χαρδαλιάς που δήλωνε πως «Επειδή το παρακολουθώ αυτό, “από χθες η κλινική έχει σφραγιστεί”. Καμία κλινική δεν σφραγίστηκε».
Την ίδια ημέρα, ο Σ. Τσιόδρας σημείωνε πως «Αυτοί οι άνθρωποι, οι 96, δεν μπορούσαν να μεταφερθούν αλλού. Έπρεπε να συνεχίσουν την αιμοκάθαρσή τους στην κλινική. Άρα για αυτούς πρέπει να σπάσει η καραντίνα, πρέπει να κάνουν την αιμοκάθαρση, πρέπει να τους δώσουμε την προφύλαξη, τις οδηγίες, να τους καθησυχάσουμε».
Εύλογα, προκύπτουν τα δημοσιογραφικά ερωτήματα που αναφέρει και η εφημερίδα, τόσο για το εάν τέθηκε τελικά η κλινική σε καραντίνα, και τις συνέβη για τους 96 αιμοκαθαιρόμενους. Επίσης, η δομή θεωρείται ασφαλής για τους 96 που συνεχίζουν τις θεραπείες της αιμοκάθαρσης ή απλώς «δεν μπορούσαν να μεταφερθούν αλλού» και έτσι παραμένουν εκεί; Είναι δηλαδή μία «αναγκαστική» επιλογή από ανεπάρκεια εύρεσης άλλης ασφαλούς λύσης;
«Όταν μπαίνει μια δομή σε καραντίνα δεν σημαίνει ότι δεν μπαίνει και δεν βγαίνει κανείς ή λάθος έχουμε καταλάβει; Όταν μπαίνει μία δομή σε καραντίνα μπαίνει εν μέρει και όχι ολόκληρη; Και όταν μπαίνει μία δομή σε καραντίνα, η καραντίνα «σπάει» για ευαίσθητους πληθυσμούς;» μερικά ακόμα αναπάντητα ερωτήματα της εφημερίδας.
Άλλωστε, κατά την ενημέρωση της Πέμπτης, ήταν τα ίδια τα λεγόμενα του καθηγητή Σ. Τσιόδρα που επιδέχονταν ερωτήσεων, καθώς ο ίδιος είχε κάνει λόγο για «δυο εστίες μετάδοσης σε χώρους όπου δεν υπήρξε η αντίστοιχη επαγρύπνηση που θα περιμέναμε από ευαισθητοποιημένους υγειονομικούς και έγινε το κακό», ενώ ο Ν. Χαρδαλιάς είχε φροντίσει να τονίσει πως «οι επιστημονικά υπεύθυνοι θα ελεγχθούν πειθαρχικά και ποινικά για πιθανές ευθύνες ή αμέλεια στην τήρηση των διαδικασιών», καθώς και πως «πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι εκπτώσεις στην άσκηση των καθηκόντων όλων όσων διαχειρίζονται την ανθρώπινη ζωή δεν πρόκειται να υπάρξουν για κανέναν».
Στα παραπάνω, θα πρέπει να προσθέσει κανείς την παρέμβαση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθήνας και τη διαταγή για κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση για την αναζήτηση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών κακουργηματικού χαρακτήρα των υπευθύνων της ιδιωτικής κλινικής στο Περιστέρι την Πέμπτη, την έντονη κινητικότητα που συνέχισε να καταγράφεται στην κλινική την Παρασκευή, καθώς και την ελαφρά «άγνοια» που επέδειξε το γραφείο Τύπου του ΕΟΔυ για τις ευθύνες της κλινικής και την ενημέρωση των ασθενών για τη συνέχεια της θεραπείας τους.
Άλλωστε, την ανεπαρκή ενημέρωση στηλιτεύει και ο πρόεδρος των νεφροπαθών, Γρηγόρης Λεοντόπουλος, που δηλώνει στην εφημερίδα πως «Προσπαθώ δύο μέρες να μάθω κι εγώ τι λάθος έχει γίνει. Τι πήγε στραβά. Καμία αρμόδια ενημέρωση. Ο ΕΟΔΥ δεν απαντάει».
Κάπως έτσι καταλήξαμε στις επιθετικές «απαντήσεις» Τσιόδρα – Χαρδαλιά κατά την ενημέρωση του Σαββάτου, όπου έκαναν λόγο για «μεγάλη υπερβολή» και «ανάγκη να υπάρχει οπωσδήποτε κάτι μεμπτό», γεννώντας μεγαλύτερα ερωτήματα τελικά από τις απαντήσεις που κατέθεσαν.