«Εδώ και δυο μήνες, που όλοι δίνουμε τη μάχη με την πανδημία, κάποιων το μυαλό δεν είναι μόνο στον περιορισμό της νόσου, στις απώλειες της ζωής και στις συνέπειες, αλλά πρωτίστως στα πολιτικά κέρδη και στις ζημιές. Είμαι περήφανος που ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και η μεγάλη πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης δεν σκέφτηκαν ούτε συμπεριφέρθηκαν έτσι. Ισχύει όμως το ίδιο για τη κυβέρνηση;

Εδώ και δυο μήνες ο επικοινωνιακός μηχανισμός του Μαξίμου, στην αρχή με τα τρολς του διαδικτύου, αργότερα με τα ακριβοπληρωμένα σε διαφήμιση για τον κορονοϊό ΜΜΕ, αλλά και εσχάτως από τα χείλη του ίδιου του κ. Μητσοτάκη, έχει βαλθεί να μας πείσει ότι αν σήμερα αντικρίζουμε το φως της ημέρας το οφείλουμε στον πολυχρονεμένο μας Πρωθυπουργό. Και αν δεν ήταν η Ν.Δ. στην κυβέρνηση, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ, η χώρα θα είχε καταστραφεί. Γιατί;» αναφέρει μεταξύ άλλων ο πρώην Πρωθυπουργός και προσθέτει:

«Δεν θέλει γιατί. Οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της εξουσίας τα καταφέρνουν πάντα καλύτερα από τους πρόσκαιρους ενοικιαστές. Τι κι αν είναι αυτοί που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία και στα μνημόνια; Τι κι αν αυτοί δεν κατάφεραν με τρία διαφορετικά κυβερνητικά σχήματα να την επαναφέρουν και το κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ με ρυθμισμένο χρέος και ανακτημένη διεθνή αξιοπιστία;

Αυτά δεν έχουν καμία σημασία. Σημασία έχει να φανταστούμε «τι θα γινόταν αν» και να ανατριχιάσουμε από τρόμο. Σκέφτηκα λοιπόν σήμερα να μπω στον πειρασμό να αποδεχτώ την πρόκληση και να φανταστούμε «τι θα γινόταν αν». Αν δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπιζε από θέσεις κυβερνητικές και αυτή την κρίση».

Μεταξύ άλλων, υποστηρίζει επίσης:

Θα είχαμε σχέδιο για την αποτροπή κατάρρευσης ή επιθετικών εξαγορών στρατηγικών επιχειρήσεων, με επενδύσεις στο μετοχικό κεφάλαιό τους, ακόμα και μέσω εθνικοποίησης, όμως με αυστηρούς όρους διαφάνειας και, φυσικά, με αντάλλαγμα αντίστοιχο μερίδιο της οικονομικής εισόδου σε αυτές.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η Ελλάδα θα είχε πρωτοστατήσει στην προσπάθεια για την έκδοση του ευρωομολόγου, όχι μόνο ως ενός εργαλείου άσκησης οικονομικής πολιτικής, αλλά και ως μιας βάσης που θα διαμόρφωνε τις εξελίξεις για το μέλλον της Ευρώπης. Ετσι, όπως και το 2016, είχαμε επιδιώξει και πετύχαμε τη σύγκληση Συνόδου των χωρών του Νότου, για πρώτη φορά στην Αθήνα, έπειτα από δική μας πρωτοβουλία.

Αν ήταν κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, οι Ελληνες πολίτες θα ήξεραν πόσα κονδύλια έχουν απομείνει στο «μαξιλάρι» που αφήσαμε το καλοκαίρι του 2019 και πού ακριβώς αυτά κατευθύνονται. Και δεν θα πηγαίναμε με τη στρατηγική τού «βλέποντας και κάνοντας», δεν θα κρατούσαμε τα αποθέματα στα ταμεία για να χρηματοδοτηθούν στο τέλος μόνο οι ισχυρές επιχειρήσεις και οι τράπεζες. Ο υπουργός Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έδινε καθημερινά μια διαφορετική εκδοχή στις προβλέψεις του για την ύφεση, ούτε θα εφάρμοζε μόλις 6 δισ. δημοσιονομική παρέμβαση για την αντιμετώπιση της κρίσης, δηλαδή μόλις το 3% του ΑΕΠ, λέγοντας ψέματα ότι δίνει 14 δισ.

Ο υπουργός Ανάπτυξης του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έβγαινε στα κανάλια να ισχυρίζεται ότι με 200 ευρώ ένα νοικοκυριό επιβιώνει για ένα μήνα, ούτε θα ισχυριζόταν ειρωνικά ότι οι φτωχοί πολίτες δεν χρειάζονται ενίσχυση στην καραντίνα γιατί θα γίνουν 300 κιλά… Δεν θα θεωρούσε κανονικότητα την άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας, ούτε θα θεωρούσε ότι οι μακροχρόνια άνεργοι έχουν λεφτά να ζήσουν. Και κανείς από την κυβέρνηση δεν θα αποκαλούσε τις επιχειρήσεις, που έχουν τώρα περισσότερο ανάγκη, ζόμπι, και τους ανθρώπους τους μπαταχτσήδες.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στην «Εφημερίδα των Συντακτών»