Με περισσότερα από 360.000 κρούσματα και άγνωστο αριθμό νεκρών- σίγουρα πολύ περισσότερων των 12.000 που υποστηρίζει η κυβέρνηση – η Ινδία προχώρησε σε άρση των μέτρων καραντίνας ενώ η καμπύλη των κρουσμάτων κορυφώνονταν. Η κριτική προς την κυβέρνηση Μόντι για την πρακτική αυτή, που θα οδηγήσει σε κυριολεκτικά χιλιάδες νέα θύματα, ειδικά στις παραγκουπόλεις και τις περιοχές των ανέγγιχτων, είναι ήδη αυστηρή και από πολλές πλευρές, όπως και η καταγραφή των τραγικών οικονομικών συνθηκών στις οποίες έχουν περιπέσει εκατομμύρια Ινδοί λόγω των μέτρων κατά της πανδημίας.
Ωστόσο, ελάχιστες είναι οι φωνές που καταδεικνύουν τον τρόπο που η πανδημία χρησιμοποιήθηκε από τον ρατσιστή Ινδό ηγέτη, για να πλήξει – και αυτή- το μουσουλμανικό πληθυσμό της χώρας.
Πιο δυνατή όλων, αυτή της γνωστής συγγραφέως και ακτιβίστριας, Αρουντάτι Ρόι, η οποία κάλεσε τα διεθνή Δικαστήρια για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα να παρέμβουν, και να εξετάσουν αν και που υπάρχουν εγκληματικές παραλήψεις από την κυβέρνηση.
Η Ινδία αποτελεί μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, λόγω του τεράστιου χάσματος μεταξύ καστών και τάξεων. Η ανέχεια και οι δυσκολίες της καθημερινότητας «κρύβουν» το μέγεθος του προβλήματος της πανδημίας, και είναι χαρακτηριστικό ότι στη χώρα μετρούνται μόνο οι θάνατοι από τον Covid-19 που συμβαίνουν σε νοσοκομεία – σε μια χώρα που χιλιάδες άνθρωποι κάθε μέρα πεθαίνουν στο δρόμο, σε παράγκες, στα σπίτια τους για άγνωστους, μη καταγραμμένους, λόγους.
Είναι δεδομένο ότι στην Ινδία, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν και επικρατούν, ούτε πλήρες λοκντάουν μπορεί να οργανωθεί ούτε η κοινωνική απόσταση (social distancing). Όπως ανέφερε, ως παράδειγμα, και η Αρουντάτι Ρόι, σε συνέντευξή της στην ιταλική Il Manifesto, μόνο αν σκεφτεί κανείς την παραγκούπολη Νταραβί της Μουμπάι (Βομβάης), όπου κατοικούν ένα εκατομμύριο άνθρωποι σε επιφάνεια δύο (2) τετραγωνικών χιλιομέτρων και κάθε τουαλέτα αντιστοιχεί σε εκατοντάδες ανθρώπους, αντιλαμβάνεται ότι λοκντάουν και καραντίνα στην Ινδία είναι λέξεις χωρίς νόημα.
Πέραν της πολύ άσχημης κατάστασης που επικρατεί σε όλη τη χώρα, η Αρουντάτι Ρόι προσπαθεί να τραβήξει τα βλέμματα στο άλλοθι που έδωσε η πανδημία σε ρατσιστικές κυβερνήσεις, όπως η κυβέρνηση Μόντι.
«Η Ισλαμοφοβία της κυβέρνησης Μόντι, μεγενθυμένη από τα ξεδιάντροπα, ανεύθυνα μέηνστρημ μήντια, που κατηγορούν κυρίως τους μουσουλμάνους για την διάδοση της πανδημίας, και κάνουν ολόκληρες εκπομπές αφιερωμένες στη ‘Τζιχάντ του Κορονοϊου’» δίνει, σύμφωνα με τη συγγραφέα, τον τόνο. Οι συλλήψεις μουσουλμάνων φοιτητών και ακτιβιστών είναι καθημερινό φαινόμενο, και γίνονται ενώ έχει μπει σε ισχύ ο νέος ρατσιστικός αντι-μουσουλμανικός νόμος που πέρσε ο Μόντι.
Η Αρουντάτι Ρόι είχε παλαιότερα χαρακτηρίσει τις κινήσεις και νομοθετήσεις Μόντι ως «πρελούδιο στη γενοκτονία των μουσουλμάνων». Σήμερα θυμίζει ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούν τα μήντια, ειδικά για τους μουσουλμάνους, έχει ως βασικό λόγο να τους απανθρωπίσει, να χρωματίσει όλη τη μουσουλμανική κοινότητα ως «τζιχαντιστές που χρησιμοποιούν ως όπλο τον κορονοϊο» και να κλιμακώσει την ήδη υπάρχουσα και καλά καλλιεργημένη Ισλαμοφοβία, στηριζόμενη στον «Ινδουιστικό Φασισμό», το αυστηρότατο ιεραρχικό σύστημα της κυρίαρχης θρησκείας της χώρας.