Η Ουάσινγκτον προχώρησε στην πολυαναμενόμενη κίνησή της επιβάλλοντας κυρώσεις εις βάρος της Τουρκικής Αμυντικής Βιομηχανίας SSB για την αγορά και απόκτηση των ρωσικών αντιπυραυλικών συστημάτων S-400, όπως ανακοίνωσε τη Δευτέρα ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο. Όπως μετέδωσε το Αθηναϊκό Πρακτορείο, η απόφαση της Ουάσινγκτον θεωρείτο ειλημμένη από την προηγούμενη εβδομάδα, σύμφωνα με τηλεγράφημα του Reuters και τα τιμωρητικά μέτρα συμπεριλήφθηκαν στο νομοσχέδιο για τον προϋπολογισμό αμυντικών δαπανών των ΗΠΑ που ψηφίστηκε με συντριπτική πλειοψηφία από το αμερικανικό Κογκρέσο.

«Τα μέτρα που ελήφθησαν σήμερα είναι ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι οι ΗΠΑ (…) δεν θα ανεχθούν μεγάλες συναλλαγές με τους τομείς ρωσικής άμυνας και μυστικών πληροφοριών» υπογράμμισε ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας στην ανακοίνωσή του. «Η αγορά από την Τουρκία των ρωσικών S-400 θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια της στρατιωτικής τεχνολογίας των ΗΠΑ και του Αμερικανικού προσωπικού», πρόσθεσε ο Πομπέο.

Ο ίδιος παράλληλα παρότρυνε την Τουρκία να επιλύσει το ζήτημα της απόκτησης των ρωσικών αμυντικών συστημάτων σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, χαρακτηρίζοντας την Άγκυρα πολύτιμο σύμμαχο και σημαντικό περιφερειακό εταίρο. Η κίνηση της Ουάσινγκτον αναμένεται να εξοργίσει την Άγκυρα και δυνητικά να βλάψει την τουρκική οικονομία, που ήδη πλήττεται από την πανδημία του νέου κορονοϊού.

Οι αμερικανικές κυρώσεις, που αναρτήθηκαν στον ιστότοπο του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών περιλαμβάνουν πάγωμα περιουσιακών στοιχείων και περιορισμούς χορήγησης ταξιδιωτικών θεωρήσεων στον πρόεδρο της SSB, Ισμαήλ Ντεμίρ και εναντίον τριών ακόμη Τούρκων εργαζομένων της. Επίσης τα τιμωρητικά μέτρα περιλαμβάνουν απαγόρευση έκδοσης από τις ΗΠΑ αδειών εξαγωγών και εξουσιοδοτήσεων στην Τουρκική Αμυντική Βιομηχανία SSB.

Αξίζει να σημειωθεί πως το απόγευμα της Τρίτης, ηχηρή ήταν η παρέμβαση του επικεφαλής του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, που «εξέφρασε τις ανησυχίες τους για την απόφασης της Τουρκίας να πάρει ρωσικούς πυραύλους», κατά την κοινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε με τον πρωθυπουργό του Μαυροβουνίου, Ζντράβκο Κριπόκαβιτς, μετά τη συνάντησή τους.

«Λυπάμαι γιατί είμαστε σε μία κατάσταση κατά την οποία σύμμαχοι του ΝΑΤΟ πρέπει να επιβάλουν κυρώσεις ο ένας στον άλλον. Εξέφρασα επίσης τις ανησυχίες μου για την απόφαση της Τουρκίας να πάρει ρωσικούς S-400» ανέφερε ο Γενς Στόλτενμπεργκ.

Προσέθεσε ότι «πρόκειται για εθνική απόφαση, αλλά το σύστημα των S-400 δεν είναι συμβατό με τα συστήματα του ΝΑΤΟ».
Παράλληλα, ο γενικός γραμματέας της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας κάλεσε «όλους τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, την Τουρκία και τους άλλους συμμάχους, να βρουν τρόπους προς μία θετική λύση».

Η πλήρης ανακοίνωση του Αμερικανού ΥΠΕΞ Μάικ Πομπέο για την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία:

«Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν κυρώσεις ενάντια στη Διεύθυνση Αμυντικής Βιομηχανίας της Τουρκικής Δημοκρατίας (SSB), σύμφωνα με το Άρθρο 231 του Νόμου CAATSA (Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων) για τη συνειδητή εμπλοκή σε μια σημαντική συναλλαγή με τη Rosoboronexport, την κύρια εταιρεία εξαγωγής όπλων της Ρωσίας, που προμήθευσε το σύστημα πυραύλων εδάφους-αέρος S-400. Οι κυρώσεις περιλαμβάνουν απαγόρευση όλων των αμερικανικών αδειών εξαγωγής και αδειών στην SSB και πάγωμα περιουσιακών στοιχείων και περιορισμούς θεώρησης στον Ισμαήλ Ντεμίρ, πρόεδρο της SSB και άλλους αξιωματικούς της SSB.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέστησαν σαφές στην Τουρκία στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο και σε πολλές περιστάσεις ότι η αγορά του συστήματος S-400 θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια της αμερικανικής στρατιωτικής τεχνολογίας και του προσωπικού των ΗΠΑ και θα παρείχε σημαντικά κεφάλαια στον αμυντικό τομέα της Ρωσίας, καθώς και πρόσβαση των Ρώσων στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και την αμυντική βιομηχανία. Ωστόσο, η Τουρκία αποφάσισε να προχωρήσει στην προμήθεια και τη δοκιμή των S-400, παρά τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών, διαλειτουργικών συστημάτων του ΝΑΤΟ για την κάλυψη των αμυντικών της απαιτήσεων. Αυτή η απόφαση είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή της Τουρκίας και την εν αναμονή της απομάκρυνσης από την παγκόσμια συνεργασία F-35 Joint Strike Fighter.

Η σημερινή δράση στέλνει ένα σαφές μήνυμα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εφαρμόσουν πλήρως το Άρθρο 231 της CAATSA και δεν θα ανεχθούν σημαντικές συναλλαγές με τους τομείς της άμυνας και των μυστικών πληροφοριών της Ρωσίας. Προτρέπω επίσης την Τουρκία να επιλύσει αμέσως το πρόβλημα των S-400 σε συντονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Τουρκία είναι ένας πολύτιμος σύμμαχος και ένας σημαντικός περιφερειακός εταίρος ασφάλειας για τις Ηνωμένες Πολιτείες και επιδιώκουμε να συνεχίσουμε την παραγωγική μας συνεργασία δεκαετιών στον τομέα της άμυνας, αφαιρώντας το εμπόδιο της κατοχής της Τουρκίας των S-400 το συντομότερο δυνατό”.

Σε ανάρτησή του στο Twitter, ο Μάικ Πομπέο, αναφέρει: “Παρά τις προειδοποιήσεις μας, η Τουρκία προχώρησε στην αγορά και τη δοκιμή του συστήματος των S-400 από τη Ρωσία. Οι σημερινές κυρώσεις αποδεικνύουν ότι οι ΗΠΑ θα εφαρμόσουν πλήρως τον νόμο CAATSA. Δεν θα ανεχθούμε σημαντικές συναλλαγές με τον αμυντικό τομέα της Ρωσίας».

Ρωσία: «Παράνομες» οι αμερικανικές κυρώσεις ενάντια στην Τουρκία για τους S-400

Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ δήλωσε σήμερα ότι οι κυρώσεις που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον της Τουρκίας για την αγορά των ρωσικών συστήματος αεροπορικής άμυνας S-400 από τη Ρωσία είναι παράνομες και επιδεικνύουν αλαζονεία προς το διεθνές δίκαιο, σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων Interfax.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν λίγο νωρίτερα κυρώσεις εις βάρος της Τουρκίας για την αγορά και απόκτηση των S-400, μέτρα που στοχεύουν τη Διεύθυνση Αμυντικών Βιομηχανιών, τον πρόεδρό της και τρεις υπαλλήλους, σύμφωνα με ανακοίνωση που αναρτήθηκε στο υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και ανακοίνωση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο.

Τη Δευτέρα, ο Πομπέο επανήλθε, κατηγορώντας τον Λαβρόφ ότι «επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία της περιοχής», και πως «στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ εργάζονται με αποτελεσματικό τρόπο με τους συμμάχους στην περιοχή και στηρίζουν τις πολιτικές διαδικασίες υπό την αιγίδα του ΟΗΕ στη Λιβύη». Ακόμη, κατηγορεί τη Ρωσία πως «από την πλευρά της παρεμβαίνει στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στις χώρες της Μεσογείου, στηρίζουν την βίαιη δικτατορία της Συρίας υπό τον Μπασάρ Αλ-Άσαντ, και ρίχνει λάδι στη φωτιά της σύγκρουσης στη Λιβύη, κάνοντας τον διαμεσολαβητή».

Ο Αμερικανός προσθέτει πως η Ρωσία «συνεχίζει να απειλεί την σταθερότητα στη Μεσόγειο χρησιμοποιώντας πλήθος πρακτικών, όπως διασπείροντας παραπληροφόρηση, υποσκάπτοντας την εθνική κυριαρχία και σπέρνοντας χάος, συγκρούσεις και διχόνοια μεταξύ των χωρών της περιοχής».

Τούρκος ΥΠΕΞ: Οι αμερικανικές κυρώσεις κλόνισαν τις αξίες της αμερικανοτουρκικής συμμαχίας

Ο τούρκος υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ δήλωσε σήμερα πως οι αμερικανικές κυρώσεις για την αγορά από την Άγκυρα ρωσικών πυραύλων κλόνισε όλες τις αξίες της συμμαχίας τους και ζήτησε την ανανέωση της μεταξύ τους συνεργασίας, αν και ο επικεφαλής της τουρκικής στρατιωτικής βιομηχανίας υποστήριξε πως οι αμερικανικές κυρώσεις, που επιβλήθηκαν σε βάρος του και σε βάρος της υπηρεσίας του, δεν θα έχουν μεγάλο αντίκτυπο στις σχέσεις και μπορεί να προωθήσουν την εγχώρια ανάπτυξη.

Χθες, Δευτέρα, η Ουάσινγκτον επέβαλε τις κυρώσεις σε βάρος της Διεύθυνσης Αμυντικής Βιομηχανίας της Τουρκίας (SSB), του προέδρου της και τριών άλλων στελεχών της.
«Αυτή η απόφαση για κυρώσεις κλόνισε όλες τις αξίες της συμμαχίας των χωρών μας», δήλωσε ο Ακάρ. «Η επιστροφή στη συνεργασία και την αλληλεγγύη με τις Ηνωμένες Πολιτείες … θα προσέφερε μια σημαντική συμβολή στην περιφερειακή και παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια».

Ωστόσο ο επικεφαλής της SSB Ισμαήλ Ντεμίρ υποβάθμισε τις αμερικανικές κυρώσεις και δήλωσε επίσης σήμερα: «Περιμένουμε πως αυτό δεν θα επηρεάσει πολύ τις σχέσεις μας». «Είμαστε σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ. Όπως είπαν και οι ίδιοι, υπάρχει συνεργασία με την Τουρκία σε πολλούς τομείς. Εμείς και αυτοί περιμένουμε πως αυτό θα συνεχισθεί», πρόσθεσε ο Ντεμίρ μιλώντας στο κρατικό τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων Anadolu.
«Θα βρούμε λύσεις γι’ αυτό στους κύκλους μας. Από την πλευρά μας, η ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας θα συνεχισθεί, ίσως περισσότερο γρήγορα», δήλωσε ο Ντεμίρ.