Ημίμετρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργεί η οπλοκατοχή εμφανίζεται να λαμβάνει, ή να συμβουλεύει να λάβουν οι Πολιτείες, η κυβέρνηση Μπάιντεν, χωρίς ωστόσο να περνάει καμμία «κόκκινη γραμμή» από εκείνες που εμφανώς βάζουν οι Ρεπουμπλικάνοι στο θέμα – συνεπικουρούμενοι από πολλούς Δημοκρατικούς- και χωρίς να θίγει την βιομηχανία των όπλων ή την πανίσχυρη Εθνική Ένωση για τα Όπλα (National Rifles Association, NRA).
Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ, σε μια δήλωση με πολλούς μέλλοντες χρόνους, σχεδιάζει αλλαγές που «όχι μόνο θα μειώσουν τον αριθμό των μαζικών δολοφονιών αλλά θα μειώσουν και όλες τις άλλες μορφές βίαιης χρήσης των όπλων, όπως οι αυτοκτονίες και οι φόνοι εντός οικογενειών». Στόχος των νέων μέτρων θα είναι ο εντοπισμός των μη δηλωμένων και οικιακής κατασκευής όπλων [όπλα φαντάσματα, ghost guns] και η νομοθετική ρύθμιση που θα δίνει τη δυνατότητα σε οικογένειες να καταγγέλουν μέλη τους που «δεν θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να αγοράζουν όπλα» [red flag laws]. Στο στόχαστρο θα μπουν κυρίως τα πυροβόλα όπλα και όπλα εφόδου, που έχουν γεμιστήρα πολλών ρίψεων.
Τα «όπλα φαντάσματα» είναι όπλα που κατασκευάζονται στο σπίτι από ανταλλακτικά όπλων, τα οποία αγοράζονται ξεχωριστά και κατόπιν συναρμολογούνται, παραμένοντας έτσι αδήλωτα ως όπλα από τον αγοραστή τους. Δεν έχουν αριθμό παραγωγής ούτε προέρχονται από μία συγκεκριμένη εταιρία, τα δε ανταλλακτικά μπορούν να αγοραστούν και από διαφορετικά καταστήματα ή σάιτ, χωρίς να φαίνεται πουθενά αγορά όπλου ή να χρειάζεται οποιοσδήποτε έλεγχος. Στα μέτρα που προτείνει ο Μπάιντεν είναι η αναγραφή αριθμού παραγωγής σε όλα τα ανταλλακτικά αυτά και πώληση, και των ανταλλακτικών, μόνον μετά από έλεγχο του αγοραστή.
Η εφαρμογή νόμων που θα επιτρέπουν το ενδο-οικογενειακό «κάρφωμα» είναι προβληματική, όχι μόνον γιατί τέτοιοι νόμοι θα πρέπει να αποφασιστούν πολιτειακά αλλά και γιατί δεν υπάρχει τρόπος να ελεγχθούν οι οι λόγοι της όποιας καταγγελίας, αν και εφόσον προχωρήσουν οι πολιτείες στην ψήφιση τέτοιων νόμων, κάτι πολύ δύσκολο. Αν και ο Μπάιντεν αναφέρθηκε στις πολιτείες που ήδη έχουν τέτοιους νόμους θετικά, γιατί «είδαν περιορισμό των περιστατικών βίας λόγω οπλοκατοχής» είναι βέβαιο ότι ειδικά οι ελεγχόμενες από ρεπουμπλικάνους πολιτείες δεν πρόκειται να αποφασίσουν τίποτε σχετικό.
Με την αντιπρόεδρο Κάμαλα Χάρις και τον υπουργό δικαιοσύνης Μερικ Γκάρλαντ δίπλα του, όπως και ομάδα γερουσιαστών και ακτιβιστών που έχουν ταχθεί υπέρ του πλήρους ελέγχου του εμπορίου και της διακίνησης των όπλων, και από τον Κήπο των Ρόδων του Λευκού Οίκου, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ χαρακτήρισε «αμερικάνικη επιδημία» την βία των όπλων που «εκθέτει διεθνώς τη χώρα» και ανέφερε ότι τα μέτρα που ανακοίνωσε αποτελούν «πρώτο βήμα». Παράλληλα με τα μέτρα, ανακοίνωσε και την τοποθέτηση του Ντέηβιντ Τσάπμαν, γνωστού υποστηρικτή του περιορισμού της οπλοκατοχής, ως επικεφαλής του Ομοσπονδιακού Γραφείου για τον έλεγχο του αλκοόλ, του καπνού και των όπλων (Bureau of Alcohol, Tobacco, Firearms and Explosives, ATF).
Κατά πόσον αυτά τα μέτρα θα προχωρήσουν είναι αμφίβολο, καθώς είναι βέβαιο ότι οποιαδήποτε απόπειρα μείωσης της πρόσβασης του γενικού πληθυσμού στα όπλα θα βρει απέναντι όλο το νομικό οπλοστάσιο της βιομηχανίας όπλων, την NRA, και όσους Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς γερουσιαστές βρίσκονται «κοντά» στο πανίσχυρο λόμπυ των βιομηχανιών όπλων και την NRA. Είναι χαρακτηριστικό ότι προσπάθεια για ψήφιση νομοσχεδίου ελέγχου της οπλοκατοχής που έφερε ομάδα Δημοκρατικών, σταμάτησε πριν καν φτάσει το νομοσχέδιο στην αίθουσα, λόγω εσωκομματικών αντιδράσεων.
Το θέμα της οπλοκατοχής, αποτελεί θέμα «κόκκινης γραμμής» στις ΗΠΑ και για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, που θεωρεί «ιερό κι αδιαπραγμάτευτο» το σχετικό του δικαίωμα, αφού είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο από το επαναστατικό σύνταγμα της χώρας, και συγκεκριμένα τη δεύτερη τροπολογία. Αναφερόμενος σε αυτό ο Τζο Μπάιντεν ανέφερε πως «ακόμη κι ιδέα ότι αυτά που προτείνουμε είναι αντισυνταγματικά είναι εκτός τόπου και χρόνου»
Οι ΗΠΑ είναι μόνιμο πεδίο δολοφονικών επιθέσεων από μεμονωμένα άτομα κατά αγνώστων, και σε δημόσια μέρη, εδώ και δεκαετίες, με πιο πρόσφατα παραδείγματα τις επιθέσεις στο Κολοράντο και τη Γεωργία, στις οποίες συγκεκριμένα αναφέρθηκε ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
O Τζο Μπάιντεν είχε υποσχεθεί τη λήψη μέτρων κατά της οπλοκατοχής προεκλογικά, μιλώντας για «προτεραιότητα στην προεδρική του ατζέντα» και ήδη από διμήνου δεχόταν κριτική για καθυστερήσεις. Τα μέτρα που ανακοίνωσε δεν είναι νομοθετικά και μεγάλο μέρος τους επαφίεται στις πολιτειακές αρχές.