Την διαγραφή από νόμο του Κεμπέκ των διατάξεων που απαγόρευαν σε μειονοτικές ομάδες, και, ανάμεσά τους, στις μουσουλμάνες γυναίκες να φορούν θρησκευτικά σύμβολα, όπως το χιτζαμπ, εάν εργάζονται σε συγκεκριμένους τομείς του δημόσιο τομέα, αποφάσισε χθες, Τρίτη, το ανώτατο δικαστήριο του Καναδά.
«Το δικαστήριο θα ήθελε να καταδείξει ότι ο νόμος 21 έχει ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο σε όλες τις μουσουλμάνες γυναίκες», δήλωσε ο δικαστής Μάρκ Αντρέ Μπλανσάρ, ανακοινώνοντας την απόφαση του, τονίζοντας εμμέσως ότι η απαγόρευση είχε πολύ ευρύτερη επιρροή, καθώς ουσιαστικά επέτρεπε και σε ιδιώτες, ακόμη κι αν αυτό δεν το προέβλεπε ο νόμος, να αρνηθούν θέσεις εργασίας σε γυναίκες που φορούσαν μαντήλα ή χιτζαμπ.
Ο νόμος 21 πέρασε το 2019 και απαγόρευε σε όλους τους εργαζόμενους στον δημόσιο και κρατικό τομέα να φορούν «οποιοδήποτε ένδυμα ή εξάρτημα ενδύματος αποτελεί θρησκευτική αναφορά», κάτι που περιλαμβάνει και το σταυρό των χριστιανών και την εβραϊκή κιπά. Ωστόσο είχε και τότε ερμηνευθεί ότι στόχευε κυρίως την μουσουλμανική κοινότητα, και ειδικά τις γυναίκες.
Το Κεμπέκ είναι γαλλόφωνο και ακολουθεί εν πολλοίς και την γαλλική νομική παράδοση. Η τοπική κυβέρνηση, που διαφωνεί με τη δικαστική απόφαση, δήλωσε ήδη ότι θα καταθέσει έφεση, γιατί στόχος της, όπως λέει, με το συγκεκριμένο νόμο, είναι να μην αναπτύσσονται διαχωρισμοί λόγω της θρησκείας, η οποία γίνεται εμφανής μέσω των συγκεκριμένων ενδυμάτων.
Η απόφαση δεν περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα, προς το παρόν, αλλά περιορίζεται στις γραφειοκρατικές θέσεις και τις θέσεις διδασκαλίας. Για τις μουσουλμάνες γυναίκες αστυνομικούς ή δικαστές συνεχίζει να ισχύει η απαγόρευση.
Κατά την κυβέρνηση, η απόφαση του δικαστηρίου, να επιτρέψει στις δασκάλες να φορούν τα θρησκευτικά τους σύμβολα θα δημιουργήσει προβλήματα. Ο τοπικός υπουργός Δικαιοσύνης, Σιμόν Ζολίν Μπαρέτ, δήλωσε ότι «η απόφαση του δικαστηρίου απειλεί να χωρίσει το Κεμπεκ στα δύο, και να δημιουργήσει δύο κατηγορίες Κεμπεκουά», υπονοώντας ότι ορισμένοι πολίτες θα αποφεύγουν να στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία με μουσουλμάνες δασκάλες.
Σε αυτό το επιχείρημα ανταπάντησε ο δικαστής, αναφέροντας ότι «ο νόμος 21 και παραβιάζει τις θρησκευτικές ελευθερίες [των μουσουλμάνων γυναικών] και τους αρνείται το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, γιατί ο τρόπος που ντύνεται κάποιος είναι και τα δύο, και πολύ απλά μπορεί να είναι τρόπος έκφρασης και τρόπος αναφοράς στην θρησκευτική πίστη κάποιου».
H προσφυγή κατά των διατάξεων του νόμου 21 κατατέθηκε, στο ανώτατο δικαστήριο του Καναδά, τον Ιανουάριο του 2020 από το Εθνικό Συμβούλιο Καναδών Μουσουλμάνων (National Council of Canadian Muslims (NCCM) από κοινού με την Ένωση για τις Πολιτικές Ελευθερίες της χώρας (Canadian Civil Liberties Association) και αφορούσε στην περίπτωση της νεαρής δασκάλας Ισράκ Nουρέλ Χακ, η οποία υποχρεώθηκε να αναζητήσει εργασία σε ιδιωτικό σχολείο, καθώς δεν της επέτρεπε ο νόμος να εργαστεί στο δημόσιο. «Κανείς δεν πρέπει να πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στην πίστη του και το δικαίωμα στην εργασία», είχε πει, για να εξηγήσει την προσφυγή στη δικαιοσύνη.