Η DW έχει συμπεριληφθεί σε λίστα MME που είναι γνωστά ως «ξένοι πράκτορες» στη Ρωσία. Η καταχώριση εμφανίστηκε στον ιστότοπο του ρωσικού υπ. Δικαιοσύνης. Η απόφαση ελήφθη «βάσει εγγράφων αρμόδιων αρχών», ανέφερε το ρωσικό υπ. Δικαιοσύνης σε σχετική ανακοίνωση τη Δευτέρα. Ο Γενικός Διευθυντής της DW Πέτερ Λίμπουργκ καταδίκασε την κίνηση αυτή, χαρακτηρίζοντας την «αναμενόμενη». Πρόκειται «για ένα ακόμη βήμα, το οποίο αποτελεί επίθεση στην ελευθερία του Τύπου και μια νέα προσπάθεια αποκοπής του ρωσικού πληθυσμού από την ελεύθερη ενημέρωση», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Από την πλευρά του ο Κρίστιαν Τρίπε, επικεφαλής του Προγράμματος Ανατολικής Ευρώπης της DW αναφέρει: «H ρωσική κυβέρνηση προφανώς κήρυξε πόλεμο πληροφοριών απέναντι στην DW, όπως είχε ανακοινώσει στις αρχές Φεβρουαρίου, ως μέρος των αντιποίνων στην απαγόρευση του τηλεοπτικού σταθμού RT DE στη Γερμανία.Εμείς, οι δημοσιογράφοι, συνεχίζουμε τη δουλειά μας και παρέχουμε αξιόπιστες πληροφορίες για το κοινό μας στη Ρωσία».

Στις 3 Φεβρουαρίου η Ρωσία απαγόρευσε τη μετάδοση της DW στη Ρωσία. Έτσι έκλεισαν τότε τα γραφεία της DW στη Μόσχα, με τους δημοσιογράφους να επιστρέφουν τις διαπιστεύσεις τους, γεγονός που κατέστησε αδύνατο τη συνέχιση της εργασίας τους στη Ρωσία. Σε όλα αυτά προστέθηκε τώρα ο χαρακτηρισμός «ξένος πράκτορας», όπως συνέβη και σε πάνω από 100 δημοσιογραφικούς οργανισμούς και προσωπικότητες των ΜΜΕ. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται το αμερικανικό δίκτυο Voice of America, το Radio Free Europe/ Liberty Radio, αλλά και η ρωσόφωνη πύλη ειδήσεων Meduza με έδρα στη Ρίγα της Λετονίας.

Από τη στιγμή που ένας δημοσιογραφικός οργανισμός ή δημοσιογράφος χαρακτηρισθεί στη Ρωσία ως «ξένος πράκτορας» οφείλει βάσει νόμου του 2012 να περιλαμβάνει σε κάθε ανάρτηση, ακόμη και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετική σήμανση. Επίσης όσοι περιλαμβάνονται στη λίστα οφείλουν να προσκομίζουν κάθε έξι μήνες στοιχεία για τη χρηματοδότησή τους και να υφίστανται λογιστικό έλεγχο.

Στις 4 Μαρτίου, η ρωσική Αρχή ΜΜΕ και Τηλεπικοινωνιών Roskomnadzor μπλόκαρε πολλά μέσα ενημέρωσης στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων της DW και του BBC.

Έκλεισε η Novaya Gazeta, η τελευταία ελεύθερη ρωσική εφημερίδα

Η εφημερίδα σύμβολο της ρωσικής διανόησης και της ερευνητικής δημοσιογραφίας έκλεισε διότι δεν μπορεί να δημοσιεύει ειδήσεις , αρθρογραφία και έρευνες , δεν μπορεί καν να δημοσιεύσει στοιχεία για τις απώλειες Ρώσων στρατιωτών και Ουκρανών στην Ουκρανία μέσα στο απαγορευτικό περιβάλλον που διαμορφώνει ο νέος νόμος για τα Μέσα Ενημέρωσης στη Ρωσία .

Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο όλα τα ΜΜΕ θα πρέπει αν λειτουργούν «υπό συνθήκες στρατιωτικής λογοκρισίας» ενώ ποινές φυλάκισης φυλάκισης έως και 15 ετών θα επιβάλλονται για τη δημοσίευση «ψευδών ειδήσεων» σχετικά με τον ρωσικό στρατό.

Την ανακοίνωση της αναστολής λειτουργίας έκανε ο ίδιος ο εκδότης της Ντμίτρι Μουράτοφ,  συγγραφέας, δημοσιογράφος και παραγωγός , βραβευμένος με το Νόμπελ Ειρήνης για το 2021 .

«Αναστέλλουμε τη δημοσίευση της εφημερίδας στον ιστότοπό μας, στα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης και σε έντυπη μορφή μέχρι το τέλος της «ειδικής επιχείρησης στο έδαφος της Ουκρανίας»», έγραψε η εφημερίδα στον ιστότοπό της αφού και μόνο η λέξη πόλεμος η εισβολή απαγορεύεται πλέον στην Ρωσία

Σε ξεχωριστό μήνυμα προς τους αναγνώστες του ο Μουράτοφ και οι δημοσιογράφοι της εφημερίδας ανέφεραν ότι η απόφαση να σταματήσουν τις δραστηριότητές τους ήταν δύσκολη αλλά απαραίτητη. «Δεν υπάρχει άλλη επιλογή, Για εμάς, και ξέρω, για εσάς, είναι μια απαίσια και δύσκολη απόφαση».

Από το 2000, έξι από τους δημοσιογράφους και τους συνεργάτες της Novaya Gazeta έχουν βρει το θάνατο συμπεριλαμβανομένης της κορυφαία Ρωσίδας δημοσιογράφου Αννα Πλιτόφσκαγια που πλήρωσε με τη ζωή της την ασταμάτητη ενόχληση προς την εξουσία και την κυβέρνηση.

Η πίεση εναντίον των φιλελεύθερων ρωσικών ΜΜΕ έχει αυξηθεί από τότε που η Μόσχα εισέβαλε με τα στρατεύματα της στην Ουκρανία τον περασμένο μήνα, με τα περισσότερα ΜΜΕ και κρατικά ελεγχόμενους οργανισμούς να μένουν πιστά στη γλώσσα που χρησιμοποιεί το Κρεμλίνο για να περιγράψει τη σύγκρουση.