του Παναγιώτη Παπαδομανωλάκη
Η πετρελαϊκή κρίση του 2014-2016, σε συνδυασμό με τις κυρώσεις των ΗΠΑ, ήταν η πρώτη μεγάλη πρόκληση που αντιμετώπισε ο Μαδούρο, καθώς το κοινωνικό πρόγραμμα του τσαβισμού είχε βασιστεί σε σημαντικό βαθμό στα έσοδα από το εθνικοποιημένο πετρέλαιο. Τα παραπάνω, μαζί με την παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών, οδήγησαν σε ήττα στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2015. Ο «δικτάτορας», όπως τον λένε ο Λευκός Οίκος και οι Βρυξέλλες, αναγνώρισε την ήττα του. Αντίθετα, οι Δυτικοί δεν έχουν αναγνωρίσει ποτέ εκλογές στην Βενεζουέλα, στις οποίες έχουν νικήσει οι τσαβιστές. Συνολικά, στα χρόνια του τσαβισμού έχουν πραγματοποιηθεί 32 προεδρικές, κοινοβουλευτικές ή δημοτικές εκλογές.
Ελέγχοντας την Εθνοσυνέλευση, η ακροδεξιά αντιπολίτευση επιχείρησε να ξηλώσει τους προοδευτικούς νόμους, παραβιάζοντας το μπολιβαριανό σύνταγμα, καθώς και να ανατρέψει την κυβέρνηση, παρότι η Βενεζουέλα έχει προεδρικό σύστημα. Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν την Εθνοσυνέλευση του 2015 ως «το μόνο δημοκρατικό θεσμό» στη Βενεζουέλα, παρά το γεγονός πως η αντιπολίτευση έχασε όλες τις επόμενες εκλογές.
Σε αντίθεση με ό,τι συνηθίζεται, καθώς οι εξωτερικές παρεμβάσεις συχνά οδηγούν σε συγκεντρωτισμό, ο Μαδούρο απάντησε με εμβάθυνση της συμμετοχικής και πρωταγωνιστικής δημοκρατίας, όπως την αποκαλούν. Ίδρυσε τη Συντακτική Συνέλευση, το 2017, την οποία η αντιπολίτευση μποϊκοτάρισε, λέγοντας ότι … υποσκάπτει τη δημοκρατία. Το αποτέλεσμα ήταν η Συνέλευση να απαρτίζεται από τους πυλώνες του τσαβισμού: εργαζόμενους, φτωχούς, ιθαγενείς και λαϊκές οργανώσεις. Η Ντέλσυ Ροντρίγκες, μεταβατική πρόεδρος της Βενεζουέλας μετά την απαγωγή του Μαδούρο, ανέλαβε την προεδρία της Συντακτικής Συνέλευσης. Ακολούθησαν πρωτοβουλίες, όπως η ίδρυση της Ένωσης Κομμουνάρων το 2022, καθώς και οι Εθνικές Λαϊκές Διαβουλεύσεις του 2024 και του 2025, όπου οι 4.500 κομμούνες της χώρας ψήφιζαν ποια έργα θα υλοποιηθούν με ομοσπονδιακή χρηματοδότηση.
Οι ΗΠΑ και η ΕΕ, που έσπευσε να δώσει άλλοθι στην ανατροπή του Μαδούρο, μιλούν για καταστολή της αντιπολίτευσης και πολιτικούς κρατούμενους στη Βενεζουέλα. H μπολιβαριανή κυβέρνηση αρνείται τις κατηγορίες, τονίζοντας πως πρόκειται για άτομα που εμπλέκτονται σε εξτρεμιστικές ενέργειες της ακροδεξιάς και ξένους πράκτορες, καταγγέλλοντας τα δύο μέτρα και σταθμά της διεθνούς κοινότητας, που ξέχασε τα προηγούμενα χρόνια να καταδικάσει τις επιθέσεις εναντίον του κράτους και των προοδευτικών πολιτών της χώρας από την ακροδεξιά. Η χώρα έχει εγκρίνει τον Νόμο περί Ελέγχου, Λειτουργίας και Χρηματοδότησης Μη Κερδοσκοπικών Οργανισμών και τον Νόμο κατά του Φασισμού, του Νεοφασισμού και Παρόμοιων Εκφράσεων. Μόνο το 2025, το Εθνικό Ταμείο για τη Δημοκρατία (NED), «μαλακός βραχίωνας» της CIA, είχε συνολικό προϋπολογισμό άνω των 5,5 εκατομμυρίων δολαρίων για την προώθηση της «δημοκρατίας» στη Βενεζουέλα.
Επιπλέον, η Βενεζουέλα είναι πάνω από 30 χρόνια υπό συνεχή απειλή παρέμβασης και πραξικοπημάτων, όπως το πραξικόπημα των καναλαρχών κατά του Τσάβες ή το πραξικόπημα οπερέτα του Γουαϊδό. Ο τελευταίος, ένας άσημος πολιτικός, είχε αυτοανακηρυχθεί «πρόεδρος» της χώρας, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, καλώντας σε πραξικόπημα. Ο Γουαϊδό, ο οποίος βγήκε να πει πως «η σύλληψη του Μαδούρο δεν είναι ξένη επέμβαση», δεν φυλακίστηκε ποτέ όσο ήταν Βενεζουέλα. Το ίδιο και η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η κόρη ενός ολιγάρχη, η οποία καλούσε σε εισβολή κατά της χώρας της. Ποιά δικτατορία θα ανεχόταν τα παραπάνω; Ο Τραμπ παραδέχτηκε πως η Ματσάδο δεν έχει κανένα λαϊκό έρεισμα, απορρίπτοντάς την από τα μελλοντικά του σχέδια για τη Βενεζουέλα. Το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης συμμετέχει στο τραπέζι εθνικού διαλόγου, μια πρωτοβουλία του Μαδούρο, καθώς και στις εκλογικές διαδικασίες. Οι μόνοι που σταθερά είτε μποϊκοτάρουν τις εκλογές, είτε αρνούνται τα αποτελέσματά τους, είναι η ακροδεξιά που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ.
Πέρα από την εμβάθυνση της δημοκρατίας, ο Μαδούρο απάντησε στις ξένες παρεμβάσεις, προωθώντας την εξωστρέφεια και τη διασύνδεση με τον Παγκόσμιο Νότο. Στη Παγκόσμια Συνάθροιση για μια Εναλλακτική Κοινωνική Ατζέντα, όπου συμμετείχα το 2024, ακτιβιστές, εκπρόσωποι κοινωνικών κινημάτων και πολιτικών οργανώσεων από όλες τις ηπείρους, συναντήθηκαν για να δεσμευτούν σε ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα για τους λαούς απέναντι στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Εκεί πολλοί συμμετέχοντες προέβλεπαν την επαναφορά του Δόγματος Μονρόε πριν ακόμα από την εκλογή του Τραμπ, καθώς έβλεπαν πως η αποτυχία των «πολέμων κατά της τρομοκρατίας», η αποτυχία της συντριβής της Ρωσίας στην Ουκρανία, καθώς και η άνοδος της Κίνας και του πολυπολικού κόσμου, οδηγεί τον ιμπεριαλισμό τον ΗΠΑ να αναζητήσει την επαναποικιοποίηση της «πίσω αυλής» του. Ακολούθησε η ίδρυση της Αντιφασιστικής Διεθνούς στο Καράκας, καθώς και άλλες διεθνείς συναντήσεις. Η Βενεζουέλα συμμετείχε στην Ομάδα Φίλων Υπεράσπισης του Χάρτη του ΟΗΕ με άλλες χώρες που είναι θύματα κυρώσεων, ενώ υποστήριξε δυναμικά την Παλαιστινή κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας – η Μαρία Ματσάδο, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της ακροδεξιάς στη Βενεζουέλα και τη Λ. Αμερική γενικά είναι μια φιλοϊμπεριαλιστική, σιωνιστική ακροδεξιά.
Αφού όλες οι προηγούμενες προσπάθειες ανατροπής του «λεωφοριατζή» απέτυχαν, οι ΗΠΑ προχώρησαν στην απαγωγή του, επικαλούμενες τις αναπόδεικτες κατηγορίες για «ναρκοτρομοκρατία». Ωστόσο, ο Τραμπ παραδέχτηκε ότι θέλουν τα αποθέματα πετρελαίου της χώρας, που είναι τα μεγαλύτερα του κόσμου. Μετά την μπολιβαριανή επανάσταση, η Βενεζουέλα επανεθνικοποίησε τα πετρέλαια της, με αποτέλεσμα οι αμερικανικές εταιρείες να χάσουν δισεκατομμύρια δολάρια. Ο Τσάβες και μετά ο Μαδούρο χρηματοδότησε τα κοινωνικά προγράμματα με τα έσοδα από το εθνικοποιημένο πετρέλαιο. Μιλώντας ως εκπρόσωπος των πετρελαϊκών εταιρειών, ο Τραμπ υποστήριξε πως: «η Βενεζουέλα έκλεψε τα πετρέλαιά μας»…
Δεν είναι όμως μόνο το πετρέλαιο της χώρας, αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Άλλωστε, ο Μαδούρο, όπως και ο Τσάβες προηγουμένως, δεν απέκλεισαν τη συνεργασία με τις ΗΠΑ, όπως και με οποιαδήτε χώρα. Λίγες ημέρες πριν την απαγωγή του, μιλώντας σε μια συνέντευξη στον Ιγκνάσιο Ραμονέ, ο Μαδούρο είπε πως η Βενεζουέλα είναι έτοιμη για (βορειο)αμερικανικές επενδύσεις, αλλά δεν θα δεχτεί να γίνει αποικία. Ο Τραμπ παραδέχθηκε πως οι ΗΠΑ θέλουν να επιβάλουν μονοπωλιακό έλεγχο στα πετρέλαια της Βενεζουέλας «επ’ αόριστον», αποκλείοντας την Κίνα, τη Ρωσία, το Ιράν και την Κούβα. Θέλουν να διαλύσουν ένα σοσιαλιστικό, ανεξάρτητο, αντιιμπεριαλιστικό πολιτικό σχέδιο, που επιμένει να ασκεί την κυριαρχία του στους πόρους του, να προωθεί την περιφερειακή ολοκλήρωση και τις διεθνείς του συμμαχίες με άλλες χώρες του Παγκόσμιου Νότου.
Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου της Βενεζουέλας, παρέχοντας μια ζωτική πηγή εσόδων από εξαγωγές στη λατινοαμερικανική χώρα. Χαρακτηριστικά, μια ημέρα πριν την απαγωγή του, ο Μαδούρο είχε μια συνάντηση με τον Κου Σιαοτσί, ειδικό απεσταλμένο του προέδρου Σι Τζινπίνγκ. Η συνεργασία των δύο χωρών γίνονταν σε γουάν, αδυνατίζοντας τη παγκόσμια ισχύ του δολαρίου, όπως παραδέχεται το Reuters. Η επίθεση στη Βενεζουέλα είναι ένα χτύπημα ταυτόχρονα στα αναπτυξιακά συμφέροντα της Κίνας.
Η Κούβα επίσης βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο επιδοτούμενο πετρέλαιο της Βενεζουέλας, για να αντιμετωπίσει τα ενεργειακά προβλήματα του (βορειο)αμερικανικού αποκλεισμού. Με αυτό τον τρόπο, οι ΗΠΑ χτυπούν άλλη μια χώρα της «τριάδας της τυρρανίας», όπως αποκαλούν τις κυβερνήσεις της Βενεζουέλας, της Κούβας και της Νικαράγουα. Ταυτόχρονα, ο Τραμπ απειλεί τις άλλες αριστερές κυβερνήσεις της ηπείρου, κυρίως την Κολομβία και το Μεξικό. Έτσι περικυκλώνεται η Βραζιλία, η μεγαλύτερη οικονομία της Λ. Αμερικής και ιδρυτικό μέλος των BRICS.
Απέναντι σε αυτόν τον αυτοκρατορικό σχεδιασμό, οι προοδευτικές κυβερνήσεις της ηπείρου στέκονται στο πλευρό της Βενεζουέλας και στηλιτεύουν την επίθεση των ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, ο Πέδρο, πρόεδρος της Κολομβίας και πρώην αντάρτης, δήλωσε έτοιμος για την πατρίδα να ξαναπάρει τα όπλα. «Αυτή είναι μια κρατική τρομοκρατία εναντίον του γενναίου λαού της Βενεζουέλας και εναντίον της δικής μας Αμερικής» είπε ο Κανέλ Ντίας της Κούβας. O Λούλα δήλωσε πως η ενέργεια αυτή θυμίζει «τις χειρότερες στιγμές παρέμβασης στην πολιτική της Λ. Αμερικής και της Καραϊβικής». Η Κλαούντια Σάινμπαουμ, πρόεδρος του Μεξικού, το οποίο ξεπέρασε τη Βενεζουέλα ως κορυφαίος προμηθευτής πετρελαίου της Κούβας το 2025, καταδίκασε επίσης την επίθεση και άρχισε να θωρακίζεται αμυντικά.
Στον αντίποδα, η όλη δημόσια συζήτηση στη Δύση δεν αφορά το παράνομο της εισβολής των ΗΠΑ σε μια ακόμα χώρα του Παγκόσμιου Νότου, αλλά αν θα πετύχουν τους στόχους τους, ότι δεν πήρε έγκριση από το Κογκέσο, ή αν μελλονικά μπορεί να απειλήσουν συμμάχους τους, όπως ο Καναδάς και η Δανία. Άλλωστε, ο πόλεμος των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα ξεκίνησε το 2001, όπως σωστά επισημαίνει ο διευθυντής της Τριηπειρωτικής Βιτζάι Πρασάντ, και έχει υπηρετηθεί και από τις δύο παρατάξεις του «κόμματος του πολέμου», με την υποστήριξη της ΕΕ. Ακόμα σε περιπτώσεις που καταγγέλλεται η επίθεση, υπάρχει μια περίεργη άρνηση να διατυπωθεί ξεκάθαρα το αίτημα της απελευθέρωσης του απαχθέντα προέδρου της Βενεζουέλας, κάτι που δείχνει ότι η προπαγάνδα ενάντια στον πρόεδρο Μαδούρο και τη μπολιβαριανή διαδικασία έχει επηρεάσει ακόμα και προοδευτικά ακροατήρια στη Δύση.
Μετά την απαγωγη, τα ίδια ΜΜΕ που ισχυρίζονταν πως ο Μαδούρο διαπραγματευόταν κρυφά για την προσωπική του επιβίωση, «βομβάρδισαν» την κοινή γνώμη με αναλύσεις περί «επιχείρησης αστραπής», που πέτυχε χωρίς αντίσταση της Βενεζουέλας ή κόστος για τον αμερικανικό στρατό. Ο στόχος δεν ήταν άλλος από την πρόκληση καχυποψίας και φόβου στις τάξεις των μπολιβαριανών δυνάμεων και του λαού, αλλά και σύγχυσης στο κίνημα αλληλεγγύης στην Βενεζουέλα. Ή και του αισθήματος ανωτερότητας στους υποστηρικτές των ΗΠΑ. Τελικά μάθαμε πως 32 Κουβανοί και 24 Βενεζουελάνοι φρουροί σκοτώθηκαν, για να προστατεύσουν την μπολιβαριανή επανάσταση. Αυτό δείχνει πως αντίσταση υπήρξε. Μάλιστα, η σύζυγος του Μαδούρο, η Πρώτη Επαναστάτρια, όπως την αποκαλούν, Σίλια Φλόρες, εμφανίστηκε τραυματισμένη κατά τη μεταγωγή της στο δικαστήριο των ΗΠΑ, γεγονός που δείχνει πως είτε αντιστάθηκε κατά την απαγωγή της, είτε βασανίστηκε μετά. Συνολικά, οι νεκροί της επίθεσης στη Βενεζουέλα έφτασαν τους 100, συμπεριλαμβανομένων πολλών αμάχων, σύμφωνα με τις αρχές τις Βενεζουέλας.
Τις μέρες που ακολούθησαν γράφτηκε πως η μεταβατική πρόεδρος της Βεζουέλας, Ντέλσυ Ροντρίγκες, θεωρείται «βολική» για τις Ηνωμένες Πολιτείες, συγκριτικά με τον Μαδούρο. Ό,τι ακριβώς έλεγαν για το Μαδούρο μετά το θάνατο του Τσάβες. Πάντως οι μέχρι τώρα δηλώσεις της Ροντρίγκες, κόρης του αντάρτη πόλης της Σοσιαλιστικής Λίγκας, Χόρχε Αντόνιο Ροντρίγκεζ, που πέθανε από βασανιστήρια που υπέστη από την υπηρεσία αντικατασκοπίας των ΗΠΑ, κινούνται στην εθνική γραμμή που χάραξαν προηγουμένως ο Μαδούρο και ο Τσάβες: η Βενεζουέλα είναι ανοιχτή σε διάλογο, επιθυμεί την ειρήνη, αλλά δεν θα δεχτεί να γίνει αποικία. Μάλιστα, επιβεβαίωσε πως ο Μαδούρο παραμένει ο πρόεδρος της χώρας και δρομολόγησε τη δημιουργία μιας ειδικής επιτροπής για την απελευθέρωσή του. Ο αγώνας του προέδρου της Βενεζουέλας θα είναι μακρύς, όπως του Τζούλιαν Ασάνζ. Αξίζει να σημειώσουμε πως ο Μπάρι Πόλακ, ο δικηγόρος που είχε αναλάβει την εκπροσώπηση του ιδρυτή των Wikileaks, ανέλαβε τώρα τον Μαδούρο.
Τα δυτικά ΜΜΕ αναπαρήγαγαν ψεύτικες φωτογραφίες από πανηγυρισμούς στη Βενεζουέλα, οι οποίες είτε ήταν από διαμαρτυρίες προηγούμενων ετών, είτε από συγκεντρώσεις στο Μαϊάμι – την πόλη της Φλόριντα των ΗΠΑ, όπου πολλοί από τους ολιγάρχες της Βενεζουέλας κατέφυγαν μαζί με τα πλούτη τους μετά την Μπολιβαριανή Επανάσταση, όπως είχε γίνει και με τους ολιγάρχες της δικτατορίας Μπατίστα μετά την Κουβανική Επανάσταση. Μιας και διώκουν τον Μαδούρο με τις ψευδείς κατηγορίες περί ηγεσίας καρτέλ ναρκωτικών, έχει ενδιαφέρον εδώ να θυμίσουμε πως από έκτοτε, από τη δεκαετία του ’70, το Μαϊάμι κατέστη διεθνές κέντρο διακίνησης ναρκωτικών, όταν η Κουβανική μαφία εγκαταστάθηκε εκεί, αφού εκδιώχθηκε από τον Κάστρο. Mάλιστα, έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως ο Μάρκο Ρούμπιο, που τώρα εμφανίζεται σαν «σταυροφόρος» του «πολέμου κατά των ναρκωτικών», έχει μεσολαβήσει στο παρελθόν για να πιέσει τις ρυθμιστικές αρχές της πολιτείας να χορηγήσουν άδεια κτηματομεσιτικής δραστηριότητας στον κουνιάδο του, έναν καταδικασμένο ναρκέμπορο στο Μαϊάμι.
Ο Τραμπ παρουσίασε σαν επιτυχία την αγορά εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου από τη Βενεζουέλα. Ωστόσο, πρόκειται για πετρέλαιο που είχε μπλοκαριστεί από τα μονομερή καταναγκαστικά μέτρα που επέβαλε η ίδια η Ουάσιγκτον. Την Πέμπτη, η μεταβατική πρόεδρος είχε μια συνάντηση με τον Κινέζο πρέσβη, όπου τον ευχαρίστησε για τη στάση της στο πλευρό της Βενεζουέλας. Η Κίνα κατήγγειλε πως δεν θα δεχτεί κανένα κράτος να ενεργεί ως «παγκόσμιος αστυφύλακας».
Σίγουρα οι πιέσεις προς την κυβέρνηση της Βενεζουέλας θα ενταθούν και μένει να φανεί ποιές υποχωρήσεις θα γίνουν. Ωστόσο, η Ροντρίγκες «κληρονόμησε» το σημαντικότερο στήριγμα: τον επαναστατημένο λαό του Μπολίβαρ. Η απαγωγή του Μαδούρο συγκρίνεται στον δημόσιο λόγο με την περίπτωση του Μανουέλ Νοριέγκα, του πρώην συνεργάτη της CIA και δικτάτορα του Παναμά, που όταν τα «χάλασε» μαζί τις ΗΠΑ έκαναν στρατιωτική εισβολή στη χώρα με αποτέλεσμα την απαγωγή του. Ωστόσο, ο Μαδούρο έχει άλλες αφετηρίες: συνδικαλιστής στα λεωφορεία, μέλος του μπολιβαριανού επαναστατικού κινήματος από τα νιάτα του και στη συνέχεια δεξί χέρι του Τσάβες, έχει πάρει το μάθημα από το πραξικόπημα κατά του Αλιέντε. Το καλοκαίρι εξόπλισε πάνω 4,5 εκατομύρια λαού, ενώ ήδη από επομένη της απαγωγής μαζικές διαδηλώσεις ξέσπασαν στη Βενεζουέλα, απαιτώντας την απελευθέρωση του προέδρου. Αν οι σχεδιαστές εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον, και ιδιαίτερα οι φανατικοί αντικομμουνιστές του Μαϊάμι, θεωρούν πως η Λατινική Αμερική θα είναι «περίπατος», ο κόσμος αυτός εμφανίζεται διατεθειμένος να τους διαψεύσει.
Τελικά, με την απαγωγή του Μαδούρο, οι ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ περιέφεραν σε όλο τον πλανήτη ξάνα την στρατιωτική υπεροπλία και την ωμότητά τους. Όπως γράφει ο Μανόλο Ντε Λος Σάντος, επικεφαλής του Λαϊκού Φόρουμ, ο συνδυασμός των μαζικών βομβαρδισμών, της απενεργοποίησης των επικοινωνιών, του ηλεκτρικού ρεύματος και της αντιαεροπορικής άμυνας, με την επιδρομή στην κατοικία του Μαδούρο, ήταν η εφαρμογή μιας ασύμμετρης δύναμης.
Ωστόσο, οι μνήμες από τη δολοφονία Αλιέντε ξυπνούν, με τους λαούς και τους προοδευτικούς ηγέτες της περιοχής να συνειδητοποιούν βίαια ότι ότι δεν μπορούν να καθυστερούν την περιφερειακή ολοκλήρωση σε ένα κόσμο που κινείται προς την πολυπολικότητα. Αλλιώς, ο κίνδυνος της ακροδεξιάς παλινόρθωσης, όπως έγινε στην Αργεντινή, την Παραγουάη, τον Ισημερινό, το Ελ Σαλβαδόρ, το Περού και τη Βολιβία είναι υπαρκτός. Πάντως, αυτή τη στιγμή η μπολιβαριανή κυβέρνηση είναι βαθιά τραυματισμένη, αλλά παραμένει όρθια, με τον λαός στον δρόμο, ενώ το νέο «Δόγμα Μονρόε» των ΗΠΑ μόλις επέστρεψε, αλλά δεν έχει επικρατήσει.