Η πολυαγαπημένη ιστορία του Σταύρου Τσιώλη Ας περιμένουν οι γυναίκες μεταπηδά από την 7η στην 9η τέχνη. Η ιδέα γεννήθηκε από τους Μάριο Ιωαννίδη και Κατερίνα Νανούρη του Chaniartoon Press, ενός νέου εκδοτικού που προέκυψε από το ομώνυμο φεστιβάλ των Χανίων, με πολλή αγάπη και μεράκι για την 9η τέχνη. Το σχέδιο υπογράφει ο δημιουργός κόμικ του ελαφρού ρεπερτορίου, όπως συνηθίζει να αυτοσυστήνεται, Σταύρος Κιουτσιούκης.

Ο Κιουτσιούκης είναι γνωστός για τη συμπεριληπτική και διασκεδαστική απεικόνιση του έρωτα χωρίς χυδαιότητα. Συμπεριληπτική σε σχέση με τον σωματότυπο, διασκεδαστική μέσω του χιούμορ. Σχεδιάζει με τρυφερότητα τη γλυκιά όψη της πορνογραφίας. Αποτελεί λοιπόν πολύ ταιριαστή επιλογή εικονογράφησης μιας ιστορίας γεμάτης από χιούμορ και έρωτα. Ο σκιτσογράφος αναλαμβάνει το βάρος ενός έργου που, όπως μας λέει η κόρη και συνεργάτιδα του σκηνοθέτη, Κατερίνα Τσιώλη, στις προβολές ο κόσμος δεν έρχεται πλέον για να δει την ταινία αλλά για να ξαναζήσει την εμπειρία μαζί με τους υπόλοιπους θεατές.

Ο καταλληλότερος σχεδιαστής

Ο Σταύρος μας εξηγεί τους πέντε λόγους που ταυτίζεται ο ίδιος με το περιβάλλον της ταινίας:

  1. Είναι από τη Θεσσαλονίκη.
  2. Ο πατέρας του είναι μηχανικός αυτοκινήτων. Έτσι έχει περάσει πολλές μέρες της ζωής του στη Ραμόνα, εκεί όπου ξεκινά η ταινία, γιατί είχε πάρα πολλά μαγαζιά με ανταλλακτικά αυτοκινήτων (πριν τα κάνει όλα hostel το gentrification) και τον έστελνε ο πατέρας του να ψωνίσει.
  3. Η διαδρομή Ραμόνα – Δερβένι – Καβάλα που κάνουν τα μπατζανάκια στην ταινία, είναι αυτή ακριβώς που έκανε όλα τα καλοκαίρια της παιδικής του ηλικίας πηγαίνοντας διακοπές στην Κομοτηνή, καθώς δεν υπήρχε ακόμα η Εγνατία οδός.
  4. Παλιά ήταν φαρμακοποιός και είχε φαρμακείο στην Αρέθουσα Θεσσαλονίκης, που είναι ακριβώς πάνω από το χωριό Μικρή Βόλβη. Αυτό το μέρος λοιπόν του είναι εντελώς οικείο.
  5. Το μουσικό σύμπαν της ταινίας του Τσιώλη είναι εκείνο στο οποίο μεγάλωσε και ο ίδιος μέσα σε μια λαϊκή οικογένεια.

Τα χρώματα του κόμικ

Τον χρωματισμό της έκδοσης ανέλαβε ο σκιτσογράφος Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, ο οποίος δηλώνει λάτρης της γαλλοβέλγικης σχολής (Αστερίξ, Λούκυ Λουκ) και έδωσε στο κόμικ μια 90’s κινηματογραφική απόχρωση που το απογειώνει αισθητικά.

«Προσπάθησα όσο γινόταν να δώσω μια ρετρό αισθητική, να παραπέμπει στην εποχή της ταινίας» μου εξηγεί. «Συμπτωματικά, η δουλειά μου πριν να αναλάβω το χρώμα στο Ας περιμένουν πάτησε πολύ στα 90ς και ήθελα να δώσω και εκεί μια τέτοια αισθητική. Μου το ζήτησε ο Σταύρος και για εξοικονόμηση χρόνου —μια που πίεζαν οι προθεσμίες— αλλά και γιατί με εμπιστεύτηκε ότι θα κάνω καλή δουλειά (σε αντίθεση με την τσόντα του, που μου είχε δώσει παλιότερα να χρωματίσω και ήταν παταγώδης αποτυχία). Με λίγα λόγια, ήθελα να κάνω ένα χρώμα μη-ποπ. Προσπάθησα να τηρήσω κάποια βασικά χρώματα, κυρίως στα ρούχα, όπου συμβουλεύτηκα την ταινία»

Ο Κλήμης δεν είχε δει την ταινία πριν του αναθέσουν το πρότζεκτ και με έκπληξη ανακάλυψε ότι οι φίλοι του ενθουσιάστηκαν με το νέο. Έχει έναν φίλο, μας λέει, που πήγε κι έριχνε λουλούδια στη Βόλβη ως φόρο τιμής!

Οι διαφορές σε σχέση με την ταινία

Η βασική αγωνία του Σταύρου ήταν αν και κατά πόσο θα μπορέσει να προσθέσει κι αυτός κάτι στο έργο του συνονόματου. Προφανώς δεν είχε την ελευθερία να αλλάξει ούτε τους χαρακτήρες ούτε το σενάριο, καθώς πρόκειται για μια τόσο αγαπητή ταινία και ο κόσμος θα τσινούσε. Παρατήρησε λοιπόν ότι η ιστορία αποτελείται από μεγάλους διαλόγους με αφηγήσεις γεμάτες εικόνες, τις οποίες όμως δεν βλέπουμε στην ταινία. Έτσι οι αναγνώστες θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν την εικονοποίηση των γέρων γονέων στην παιδική χαρά, του χασάπη Παπαδίτσας που αποκαλύπτει το μυστικό ενός νόστιμου κοκορετσιού, των Νυμφών που βγαίνουν με πανσέληνο στη λίμνη, του άγνωστου κόσμου στα καράβια που ρωτάει ο Αντώνης μήπως είδε τα μπατζανάκια του, της κοπέλας που βλέπει ο Πάνος στη θέση της λίμνης, του νεολαίου Βαγγέλη Μεϊμαράκη που διαβάζει προκήρυξη, του -θρυλικού πλέον- ορισμού του πέναλτι, της τυχαίας χειμωνιάτικης συνάντησης Αντώνη και Κλυταιμνήστρας στην Τσιμισκή, του χάρτη καταδίωξης του Αντώνη στη Χαλκιδική, της μυστηριώδους κυρίας Τζόαν Πάππος με τα τριάντα έξι κηροπήγια που πλήρωσε αλλά δεν παρέλαβε, του ονείρου που είδε ο Αντώνης το 1982 κ.ά.

Η μεγαλύτερα σφραγίδα του σκιτσογράφου, όμως, είναι το establishing της Κλυταιμνήστρας. Ως ποδολάγνος που σέβεται το φετίχ του, την έχει σχεδιάσει ξυπόλητη. Για να μας δείξει λοιπόν τον κεραυνοβόλο έρωτα του Αντώνη, πρώτα βλέπουμε τα πατουσάκια της και μετά ανοίγει το κάδρο για να τη δούμε ολόκληρη.

Αλλαγές επίσης υπάρχουν σε κάποιες αθηναϊκές λέξεις στην πρόζα των βορειοελλαδιτών χαρακτήρων, γιατί δεν είναι δυνατόν να μιλάνε αθηνέζικα οι Θεσσαλονικείς! Π.χ. καταλήξεις ρημάτων μίλαγα – μιλούσα, ή εκφράσεις του στυλ εδώ χάμου – εκεί πέρα, Πασοκικά – Πασοκτζίδικα. Σουλούπωσε λίγο και τη διαδρομή καταδίωξης του Αντώνη, η οποία δεν έβγαζε νόημα. Γιατί καλός, χρυσός ο Τσιώλης αλλά χαμουτζής παραμένει.

Τέλος, θα δούμε εικονογραφημένη και την καταληκτική σκηνή της ταινίας, την οποία ο σκηνοθέτης αποφάσισε να κόψει μετά από μια βδομάδα δοκιμαστικών προβολών.

Γιατί όμως αγαπάμε όλοι τόσο πολύ αυτήν την ταινία -ακόμα και οι γυναίκες;

Οι ήρωες της ιστορίας δεν είναι ούτε μποέμ ούτε επαναστάτες, είναι απλοί νοικοκυραίοι. Δηλαδή άνθρωποι που έχουν στήσει τη ζωή τους με εκείνη τη σταθερότητα που δεν χωράει αλλαγές. Βολεμένοι οικογενειάρχες που οι κόντρες τους περιορίζονται στα πολιτικά κόμματα, τις ποδοσφαιρικές ομάδες ή τον τόπο καταγωγής. Για λίγο μόνο, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού, σκοντάφτουν σε μια μικρή ρωγμή, την ερωτική επιθυμία, που τους επιτρέπει ένα σύντομο διάλειμμα με όλα τα σενάρια ανοιχτά.

Τα τρία μπατζανάκια αναβάλουν συνεχώς την επιστροφή τους στην κανονικότητα με την παραμικρή αφορμή. Δικαιολογούν τον εαυτό τους: «Αίσθημα υπάρχει… Ο άνθρωπος έχει αισθήματα. Αυτό είναι που τον ξεχωρίζει από το φυτικό και το ζωικό βασίλειο.» Αλληλοϋποστηρίζονται: «Άστο να χαρεί το κακόμοιρο. Βασανισμένο είναι κι αυτό.» Όμως κάθε φορά που κάποιος ξεφεύγει, οι άλλοι προσπαθούν να τον συγκρατήσουν για να μην διαλυθούν όλα. Χαρακτηριστικός είναι ο διάσημος μονόλογος του Μιχάλη (Αργύρη Μπακιρτζή) που ξεκινάει με την προειδοποίηση «Μιλάω βάση μιας λογικής…» και καταλήγει με την απειλή «…διότι οι άνθρωποι δεν συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσανε».

Νομίζω ότι ο λόγος που μας αφορά όλους αυτή η ιστορία είναι ότι τσιγκλά κάθε συμβιβασμένη πτυχή του είναι μας, σε μια κοινωνία όπου όλοι έχουμε την τάση να εκπίπτουμε αλλά κανείς μας να συγχωρεί. Στην ουσία, οι γυναίκες που θα χρειαστεί να περιμένουν είναι η Καθημερινότητα, η Συγκατάβαση και η Προκαθορισμένη Ζωή. Οι ήρωες βιώνουν έναν συνεχόμενο εσωτερικό και εξωτερικό πόλεμο ανάμεσα στην αυτοδιάθεση και την ασφάλεια, η οποία τους τηλεφωνεί κάθε τόσο και ρωτά αν θέλουν το μοσχαράκι κοκκινιστό ή με πατάτες στον φούρνο. Κι αυτοί παραπαίουν, ανήμποροι να αντισταθούν και στις δύο. Η ιατρική γνωμάτευση «μια απλή διαταραχή του ελέγχου των παρορμήσεων» μεταθέτει την ανάγνωση των γεγονότων σε μια πιο φιλοσοφική διάσταση. Πρόκειται λοιπόν για την απεγνωσμένη κραυγή του νοικοκύρη που κρύβουμε μέσα μας, μαζί με την ελπίδα πως «θα ρθει μια μέρα που η ζωή θα αλλάξει» αλλά και τον φόβο μήπως πάμε «σαν τα μπεκατσόνια».

Τα 4 μυστικά πρόσωπα του κόμικ

Στον Κιουτσιούκη αρέσει να σκιτσάρει και τον εαυτό του μέσα στα έργα του. Σε αυτό το εγχείρημα, εκτός απ’ τον ίδιο, έχωσε κάπου και τους συνεργάτες του. Έτσι ο Σταύρος έγινε ο διαιτητής του φημισμένου πέναλτι, ο Κλήμης μετατράπηκε σε ψητά (ψήστης στα Σαλονικιώτικα) των Λουτρών Νέας Απολλώνιας και οι εκδότες Μάριος και Κατερίνα εμφανίζονται στην κομμένη σκηνή ως ταξιδιώτες που καταφτάνουν στο λιμάνι της Θάσου.

bonus ιστορία

Στην παρουσίαση της έκδοσης η Κατερίνα Τσιώλη μοιράστηκε μαζί μας μια αστεία ιστορία. Κυκλοφορούσε, λέει, ένα κουίζ στο διαδίκτυο με γνωστές ατάκες της ταινίας, από τις οποίες έλειπε μια λέξη και έπρεπε να τη συμπληρώσεις. Ξεκίνησαν να το κάνουν για πλάκα όσοι είχαν δουλέψει στην ταινία και στο τέλος βάλανε και τον Τσιώλη. Έχασε οκτώ ερωτήσεις και το αποτέλεσμα έγραφε: «Είσαι σκράπας, ξαναδές την ταινία!» Μας είπε επίσης ότι το 2019 που πέθανε ο πατέρας της, συμπτωματικά έκλεισαν και τα λουτρά. Σκέφτηκε λοιπόν ότι μάλλον είχαν επιτελέσει το έργο τους.