Η Αμερική που επιδιώκει να γίνει «μεγάλη ξανά» με τη μπότα της Delta και τη φασιστική κτηνωδία της ICE υπερέχει σαφώς εκεί όπου το παιχνίδι παίζεται με τα όπλα. Αλλά ως κοινωνία «μικραίνει» και αποσυντίθεται. Δεν το λένε αυτό μόνο οι δείκτες για τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ ή το δημόσιο χρέος. Το δείχνουν οι θάνατοι από απελπισία (από αυτοκτονίες, χρήση οπιοειδών και αλκοόλ), που προηγήθηκαν της οικονομικής κρίσης και απογειώθηκαν το 2017. Το δείχνει η εγκατάλειψη, από το περασμένο καλοκαίρι, 10 εκ. Αμερικανών χωρίς ασφάλιση υγείας. Και το υπογραμμίζει η έκθεση σε κίνδυνο εκατομμυρίων: στις 5 Ιανουαρίου, ο εθνικός οργανισμός πρόληψης και ελέγχου νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) εξάλειψε από τις συστάσεις του για εμβολιασμό όλων των παιδιών τα εμβόλια έναντι του ροταϊού, της γρίπης, της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου και της ηπατίτιδας Α και Β.

Καθώς μια κυβέρνηση δισεκατομμυριούχων υποδύεται τον ορκισμένο αντίπαλο της Big Pharma, από τον περασμένο Νοέμβριο η ιστοσελίδα του CDC επικυρώνει μια τεράστια νίκη των αντιεμβολιαστών, αναφέροντας το αδιανόητο: «Ο ισχυρισμός “τα εμβόλια δεν προκαλούν αυτισμό” δεν βασίζεται σε στοιχεία, επειδή μελέτες δεν έχουν αποκλείσει την πιθανότητα τα εμβόλια για βρέφη να προκαλούν αυτισμό». Ο ισχυρισμός που αμφισβητείται ασφαλώς και βασίζεται σε στοιχεία. Αλλά για να αγνοηθούν τα στοιχεία αυτά, έπρεπε ο Τραμπ να διορίσει υπουργό Υγείας έναν απολύτως άσχετο με την υγεία –τον αντιεμβολιαστή δικηγόρο Ρόμπερτ Κένεντι– και να διώξει τη διευθύντρια του CDC που ο ίδιος είχε τοποθετήσει ένα μήνα νωρίτερα, αφού η Σούζαν Μονάρεζ αντιστάθηκε στις αντιεπιστημονικές οδηγίες του Κένεντι. Ενθαρρυμένος από τη στήριξη του Προέδρου, όπως θα δούμε, ο Κένεντι διεκδίκησε στην αρχή της χρονιάς ρόλο προστάτη απανταχού των αντιεμβολιαστών, επιτιμώντας την υπουργό Υγείας της Γερμανίας με μια παρέμβαση-δώρο στην ακροδεξιά AfD.

Από το Tea Party στην πανδημία: κοινωνικός δαρβινισμός και ταξικός (αν)ορθολογισμός

Μπροστά στην απειλή ενός παγκόσμιου πολέμου και την κρίση του ΝΑΤΟ, η πολιτική υγείας των ΗΠΑ μοιάζει ζήτημα «δεύτερης τάξης». Λίγοι θυμούνται, ωστόσο, ότι ο τραμπισμός εκκολάφθηκε στις κινητοποιήσεις κατά του Νόμου για την Προσιτή Φροντίδα (Affordable Care Act) – αυτού που οι ακροδεξιοί αποκαλούν υποτιμητικά, από το 2009, “Obamacare”. Στις κινητοποιήσεις εκείνες του Κινήματος του Τσαγιού, η προσπάθεια της τότε κυβέρνησης να επεκτείνει τα δημόσια προγράμματα υγείας για χαμηλόμισθους, άπορους και άτομα με αναπηρία (Medicaid) καταγγελόταν ως τεκμήριο «κομμουνισμού», σε μια χώρα με 50 εκ. ανασφάλιστους και μερικώς ασφαλισμένους.

Φυσικά δεν επρόκειτο για «κομμουνισμό»: κάθε άλλο. Ο Ομπάμα αξιοποιούσε την εμπειρία της δεξιάς κυβέρνησης Νίξον (1971), στηριζόταν σε τεχνοκράτες των Ρεπουμπλικάνων και εξασφάλιζε τη συναίνεση ασφαλιστικών εταιρειών, νοσοκομείων, καθώς και του Αμερικανικού Ιατρικού Συλλόγου, προκειμένου να επεκτείνει την επιλεξιμότητα του Medicaid: το πετύχαινε εγγυώμενος τη χρηματοδότηση των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών από τη γενική φορολογία. Για τη Δεξιά, όμως, το να φορολογούνται οι «νοικοκύρηδες» για την υγεία των «αποτυχημένων» ήταν απλώς σκάνδαλο: ένα ακόμα κρούσμα κοινωνικής υποβάθμισης, μετά την εκλογή ενός μαύρου Δημοκρατικού. Αν ήθελαν ασφάλιση, ας δούλευαν περισσότερο: live and let die.

Το ξήλωμα του “Obamacare”, που έτσι κι αλλιώς υπονόμευσαν πολιτείες υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικάνων, έγινε εμμονή για τον Τραμπ: αποτράπηκε μόνο χάρη σε απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου. Αλλά ο υγειονομικός τραμπισμός «μεσουράνησε» μέσα στην πανδημία. Με μόλις το 4% του παγκόσμιου πληθυσμού, και παρά την τεχνογνωσία, τις υπέρογκες επενδύσεις στη βιοϊατρική τεχνολογία κι ένα ακριβοπληρωμένο σύστημα υγείας, οι ΗΠΑ μέτρησαν το 1/4 των θανάτων παγκοσμίως. Ο Πρόεδρος αγνόησε τα δεδομένα, υπονόμευσε όλα ανεξαιρέτως τα μέτρα πρόληψης, προτεραιοποίησε την οικονομία έναντι της υγείας, αβαντάρισε τους αντιεμβολιαστές και ευνόησε την παραπληροφόρηση, συγκρούστηκε αντί να συνεργαστεί με τον ΠΟΥ, τοποθέτησε άσχετους με την υγεία σε επιτελικές θέσεις, τσακώθηκε με τους επιστήμονες, μετέθεσε ευθύνες της κυβέρνησης στις πολιτείες, άφησε δομές δημόσιας υγείας χωρίς χρηματοδότηση και προσωπικό. Και βεβαίως δεν ασχολήθηκε με τους κοινωνικούς προσδιοριστές ανισοτήτων στην υγεία: όσα γνώριζαν οι επιστήμονες για τα κοινωνικά στρώματα που αποδεικνύονταν πιο ευάλωτα στον HIV, θα βοηθούσαν πολύ, αν αξιοποιούνταν απέναντι στην COVID-19. Δεν έγινε έτσι: ο κοινωνικός δαρβινισμός της αμερικανικής Ακροδεξιάς επιτάσσει στις κρίσεις να επιβιώνουν όσοι μπορούν από μόνοι τους.

Η δεύτερη θητεία: MAGA και MAHA

Όσα προαναφέρθηκαν αρκούσαν ώστε ο Τραμπ να εξαφανιστεί διά παντός από τον πολιτικό χάρτη: δεν χρειαζόταν καν η απόπειρα εισβολής των οπαδών του στο Καπιτώλιο. Αντί γι’ αυτό, ο ίδιος θριάμβευσε στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικάνων. Εδώ βρίσκεται ίσως ένα «κλειδί» για να κατανοήσει κανείς τη σημασία της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής υγείας στην επικράτηση του τραμπισμού: αυτά που στους απ’ έξω φαίνονται (εύλογα) από γελοία, αντιεπιστημονικά και ανορθολογικά, έως απλώς φρικαλέα, στο εσωτερικό της αμερικανικής Δεξιάς και Ακροδεξιάς λειτουργούν ως ευκαιρίες πόλωσης με τους Δημοκρατικούς και ως ευκαιρίες «συμφιλίωσης» συντηρητικών φτωχών και πλουσίων Αμερικανών. Ένα παράδειγμα: Τον περασμένο Ιούλιο η δεύτερη κυβέρνηση νομοθέτησε τη «συμφιλίωση διαμέσου του προϋπολογισμού», κάνοντας περικοπές δημόσιων δαπανών για την υγεία άνω του ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων: αυτές, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, θα αυξήσουν τους ανασφάλιστους κατά 10 εκατομμύρια. Η σοφιστικέ ακροδεξιά προπαγάνδα υποστήριζε με έρευνες ότι οι φτωχοί «δεν χρειάζονταν» δημόσια προγράμματα ασφάλισης. Η πιο ωμή ισχυριζόταν απλώς ότι, τουλάχιστον 5 εκατομμύρια, ασφαλίζονταν από το κράτος για να κάθονται στον καναπέ και να βλέπουν τηλεόραση αντί να δουλεύουν: δεν άξιζαν να ασφαλίζονται. Σε μια χώρα που οι ιδιωτικές ασφαλιστικές προσθέτουν κατά το δοκούν διαγνώσεις για να εισπράττουν υψηλά ασφάλιστρα, ενώ ήδη από το 2019 1 στους 4 ασθενείς δυσκολεύονταν να εξασφαλίσουν συνταγογραφούμενα φάρμακα., η κυβέρνηση έλεγε απλώς «βάζουμε δασμούς στους ξένους: δεν φορολογούμε τους δικούς μας, δεν σπαταλάμε για τους αποτυχημένους στην αγορά».

Αυτή η αντικοινωνική πολιτική, βούτυρο στο ψωμί του ιδιωτικού τομέα υγείας, συγκαλύπτεται με μια σκηνοθετημένη αντιπαράθεση της κυβέρνησης με τις επιστημονικές «ελίτ»: από τις πρώτες κινήσεις του Τραμπ μετά την επανεκλογή του ήταν  η απομάκρυνση της φρουράς του Άντονι Φάουτσι, διακεκριμένου γιατρού και συμβούλου όλων των προέδρων των ΗΠΑ για θέματα υγείας μετά τον Ρήγκαν. Ο Φάουτσι δεχόταν απειλές για τη ζωή του από ακροδεξιούς κατά των εμβολίων και του λοκντάουν από το 2020. Η υπουργοποίηση του Ρόμπερτ Κένεντι, συγγραφέα ενός λίβελου κατά του Φάουτσι το 2021, έκλεινε το μάτι στα ακροδεξιά. Επιπλέον, έδινε χώρο στον Κένεντι να προσθέσει την προσωπική «πινελιά» του, λανσάροντας το Make America Healthy Again (MAHA). Η λογική του είναι απλή: οι Αμερικανοί θα γίνουν υγιείς ξανά μόνο αν επιστρέψουν στην παλιά καλή εποχή: τότε που έτρωγαν λιγότερο επεξεργασμένα τρόφιμα, αλλά και περισσότερο κόκκινο κρέας, έπιναν απαστερίωτο γάλα και τα βρέφη δεν εμβολιάζονταν.

Με τις πολιτείες να έχουν τον πρώτο λόγο ποια εμβόλια θα γίνονται υποχρεωτικά και ποια όχι, αλλά το CDC να παραμένει επιδραστικό, η εμβολιαστική κάλυψη στα παιδιά σχολικής ηλικίας έχει πέσει από το 96% για τα βασικά εμβόλια έως και στο 85% (Τέξας). Ο Κένεντι ηγείται «σταυροφορίας» κατά των εμβολίων mRNA, αγνοώντας ή παραποιώντας τα δεδομένα για τις παρενέργειές τους. Και ουσιαστικά αποκαθιστά τον αντιεμβολιαστή γιατρό Andrew Wakefield, που το 1998 δημοσίευε στο Lancet μια μελέτη για τη δήθεν σύνδεση αυτισμού και εμβολίων MMR (έναντι της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς): η μεθοδολογική απάτη του Wakefield είχε ως αποτέλεσμα η μελέτη να αποκηρυχθεί από τους συν-συγγραφείς του και να του αφαιρεθεί η άδεια άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος. Αλλά ο Κένεντι «ξέρει» καλύτερα: το 2025 οι ΗΠΑ κατέγραψαν περισσότερα κρούσματα ιλαράς από ό,τι σε οποιοδήποτε έτος από το 1993.

 

Η διεθνής διάσταση

Ο υγειονομικός τραμπισμός δεν περιορίζεται στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ενώ ο ΠΟΥ προειδοποιεί ότι μια νέα πανδημία είναι απλώς ζήτημα χρόνου, ο Τραμπ υπέγραψε από τις πρώτες κιόλας ώρες της επανόδου την αποχώρηση των ΗΠΑ από τον ΠΟΥ. Με το ίδιο δόγμα που ισχύει στο εσωτερικό –ο καθένας μόνος του–, διέκοψε τα προγράμματα υγείας του (διαβόητου) Οργανισμού των ΗΠΑ για την Διεθνή Ανάπτυξη (USAID) και το Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης του Προέδρου για την ανακούφιση από το AIDS (PEPFAR), που λειτουργούσε από το 2003. Μελέτη του περασμένου Ιουλίου στο Lancet έδειχνε ότι μόνο ο τερματισμός της βοήθειας της USAID μπορεί να οδηγήσει έως και σε 14 εκ. αποφεύξιμους θανάτους μέχρι το 2030.

Από τη μια ο Τραμπ απαξίωνε τον ΠΟΥ, εργαλειοποιώντας τη διεθνή δημόσια υγεία για χάρη του γεωστρατηγικού ανταγωνισμού με την Κίνα: ο Κένεντι, από την άλλη, δεν δίσταζε στην αρχή της χρονιάς να απευθύνει επιστολή-νουθεσία στη Νίνα Βάρκεν, τη νέα υπουργό Υγείας της Γερμανίας, κατηγορώντας τη ότι διώκει αντιεμβολιαστές – πολίτες και γιατρούς. Αναφερόταν, βεβαίως, σε κάτι τελείως διαφορετικό: στη δίωξη γιατρών που εξέδιδαν ψευδή πιστοποιητικά εμβολιασμού και έδιναν γνωματεύσεις εξαίρεσης από τις προστατευτικές μάσκες. Η ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά της  Γερμανίας κοιτούσε, βεβαίως, προς την AfD. Αλλά, όπως φάνηκε στις εκλογές του 2021, η γερμανική Ακροδεξιά δεν ενισχύεται λόγω των απόψεών της για τα εμβόλια: η εκτίναξή της οφείλει κυρίως στην ανικανότητα των κομμάτων εξουσίας να υποσχεθούν στην εργατική τάξη, τους άνεργους και τους φτωχούς κάτι περισσότερο από πόλεμο.

 

Ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος διδάσκει Κοινωνιολογία της Υγείας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.