Ρεπορτάζ: Ηλιάνα Ζερβού & Νεκταρία Ψαράκη
Είναι 4 Ιανουαρίου 2026, ώρα 8:59. Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας αντιμετωπίζει μαζική παρεμβολή σχεδόν σε όλες τις συχνότητες που εξυπηρετούν το F.I.R Αθηνών ενώ πέφτουν και όλες οι τηλεφωνικές γραμμές επιχειρησιακής επικοινωνίας. Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας αδυνατούσαν να επικοινωνήσουν με τα αεροπλάνα, καθώς οι συχνότητες είχαν συνεχή παράσιτα και χαμηλή ένταση. Στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών Ελ. Βενιζέλος αλλά και σε όλα τα ελληνικά αεροδρόμια επικρατεί χάος. Παρά τις προσπάθειες, το πρόβλημα ήταν αδύνατον να αποκατασταθεί, ενώ δεν μπορούσαν να βρεθούν ούτε εναλλακτικές. Εν τέλει αποφασίζεται η έσχατη λύση: Δεν πετάει κανένα αεροπλάνο, έως ότου αποκατασταθεί η ζημιά, η οποία εν τέλει επιλύθηκε μετά από 8 ώρες.
Η κατάσταση στο F.I.R. Αθηνών σε συνδυασμό με το συλλογικό τραύμα των Τεμπών έφεραν στο προσκήνιο ξανά – αφού έτσι κι αλλιώς είχαν τεθεί από τους Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας μέσω των δελτίων τύπου τους αλλά και τις συνεχείς απεργιακές κινητοποιήσεις τους – το ζήτημα της ασφάλειας στις αερομεταφορές.
Διάφορα ρεπορτάζ αποκάλυψαν πως την ώρα του ολικού μπλακ άουτ, υπήρχαν αεροπλάνα σε πορεία σύγκρουσης, πράγμα ωστόσο που όπως διευκρινίζεται στην εκπομπή 3ο ΘΕΜΑ, η οποία αυτή την εβδομάδα ασχολήθηκε με την κατάσταση της ασφάλειας στις αερομεταφορές, από την αντιπρόεδρο της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας, Όλγα Τόκη, δε θα σήμαινε σύγκρουση, αφού ακόμα και αν τα αεροπλάνα βρεθούν σε διασταυρούμενες πορείες, τότε θα λειτουργήσει η τελευταία δικλείδα ασφαλείας: το σύστημα αποφυγής συγκρούσεων που έχουν τα ίδια τα αεροπλάνα.
Την Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου, οι Data Journalists δημοσίευσαν ένα ρεπορτάζ το οποίο παρουσιάζει ένα βίντεο ψηφιακής καταγραφής που δείχνει πώς δύο αεροπλάνα πετούσαν επί 18 λεπτά σε διασταυρούμενες πορείες. Εν τέλει, αεροελεγκτής κατάφερε και επικοινώνησε με το ένα αεροπλάνο, το οποίο άλλαξε ύψος. Στην εκπομπή 3ο ΘΕΜΑ, ρωτήσαμε την Όλγα Τόκη τι ακριβώς θα συνέβαινε εάν εν τέλει τα αεροπλάνα δεν ειδοποιούνταν.
«Δεν θα υπήρχε σύγκρουση, όμως το σύστημα αποφυγής συγκρούσεων είναι η τελευταία μας επιλογή, και δεν αποτελεί εργαλείο διαχείρισης κυκλοφορίας»
Η Όλγα Τόκη γνωρίζει το περιστατικό, και όπως εξηγεί, υπό κανονικές συνθήκες, χωρίς να έχει παραλύσει το FIR της χώρας, πρακτικά είναι κάτι που αντιμετωπίζει καθημερινά ένας ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας: «Αυτή είναι η δουλειά μας. Να διαβλέπουμε πιθανές μελλοντικές εμπλοκές και να μπορούμε να τις επιλύουμε εγκαίρως. Στον εναέριο χώρο πετάνε πάρα πολλά αεροπλάνα, τα οποία είναι πολύ συχνά στο ίδιο ύψος και κάποιες φορές είναι και σε διασταυρούμενες πορείες. Οπότε η δουλειά του ελεγκτή είναι να διαβλέπει αυτές τις μελλοντικές εμπλοκές εγκαίρως να τις κλείνει και υπό κανονικές συνθήκες, όταν επιχειρησιακά έχει όλα τα εργαλεία στα χέρια του, αυτό συμβαίνει πάντα. Επομένως, αν δεν είχε συμβεί το μπλακάουτ, αυτό το βίντεο που βγήκε δεν θα ήταν κάτι που θα μας ανησυχούσε», είπε.
Όπως εξηγεί, αν λάβουμε υπόψιν τις συνθήκες εκείνης της ημέρας, εφόσον είχαν πέσει οι συχνότητες, η επικοινωνία με το αεροπλάνο ήταν πάρα πολύ δυσχερής έως αδύνατη. «Ήμασταν τυχεροί μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση και ακούστηκε η εντολή από τον ελεγκτή. Πολύ εγκαίρως το ένα από τα δύο αεροπλάνα άλλαξε ύψος. Κατέβηκε δηλαδή περίπου πέντε λεπτά πριν διασταυρωθούν τα ίχνη τους, όπως το είδα και εγώ στο βίντεο, οπότε δεν υπήρξε συμβάν. Δεν παραβιάστηκαν τα ελάχιστα του διαχωρισμού, δηλαδή η απόσταση των 10 ναυτικών μιλίων του ενός αεροπλάνου από το άλλο, από τύχη». Βέβαια, σημειώνει ότι «η ασφάλεια δεν πρέπει να κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Δεν παραβιάστηκαν αυτή τη φορά αλλά κανείς δεν μας εγγυάται ότι αν ξαναγίνει θα έχουμε την ίδια τύχη».
Η Όλγα Τόκη ξεκαθαρίζει ότι ακόμα και αν παραβιάζονταν, αυτό δε σημαίνει σύγκρουση. Στις αερομεταφορές, υπάρχουν πολλές δικλείδες ασφαλείας, ωστόσο η παραβίαση οποιασδήποτε δικλείδας για τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας είναι ζήτημα ασφαλείας.
«Δεν θα είχαμε σύγκρουση, γιατί θα λειτουργούσαν τα συστήματα αποφυγής συγκρούσεων που έχουν από μόνα τους τα αεροπλάνα. Όμως αυτό το σύστημα είναι η τελευταία σου επιλογή. Δεν μπορούμε να χτίσουμε το οικοδόμημα της ασφάλειας πάνω στην τελευταία μας επιλογή. Το συγκεκριμένο σύστημα δεν είναι εργαλείο διαχείρισης κυκλοφορίας. Εμείς καθημερινά λειτουργούμε σαν να μην υπάρχει αυτή η τελευταία δικλείδα γιατί δεν θέλουμε ποτέ να παραβιάζονται τα ελάχιστα όρια του διαχωρισμού. Αυτός είναι ο έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας. Δεν συμφωνώ καθόλου στη λογική του “εντάξει δεν έγινε κάτι όλα πήγαν καλά”. Και μόνο το μπλακ άουτ που έγινε εκείνη την ημέρα είναι υποβάθμιση του επιπέδου ασφαλείας», τονίζει.
«Καθημερινό φαινόμενο οι θόρυβοι και οι παρεμβολές στις συχνότητες» – «Το “δεν πετάμε” είναι το έσχατο μέσο»
Το να μη λειτουργούν οι συχνότητες είναι καθημερινό φαινόμενο, όχι όμως στον βαθμό της 4ης Ιανουαρίου. Το πρόβλημα παρουσιάζεται άλλοτε σε μία, αλλά και άλλοτε σε τέσσερις συχνότητες και οι ελεγκτές αναζητούν εναλλακτικές λύσεις. Όμως όταν γίνεται σε τέτοιο βαθμό, δεν υπάρχουν εναλλακτικές.
«Καθημερινά αντιμετωπίζουμε το να έχουν οι συχνότητες θορύβους και παρεμβολές. Ούτε αυτό θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε. Εκείνη τη μέρα βέβαια είχαμε μαζική απώλεια επικοινωνιών. Έπεσαν όλες οι συχνότητες σχεδόν μαζί. Το πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε είναι ότι ακουγόταν πάρα πολύ δυνατός θόρυβος συχνότητας και ότι όταν ας πούμε υπήρχε κάποια επικοινωνία, αυτή γινόταν στη δύναμη 1. Σκεφτείτε ότι είναι μία κλίμακα μέχρι το 5. Το 5 σημαίνει ότι ακούμε και μας ακούνε πάρα πολύ καλά. Το 1 σημαίνει ότι οριακά ακούγομαι και με θόρυβο ενδιάμεσα. Σε κάποιες συχνότητες ήταν πραγματικά ολική απώλεια επικοινωνίας, οπότε καταλαβαίνετε ότι είναι ένα πάρα πολύ σοβαρό συμβάν για εμάς το οποίο μας έχει δημιουργήσει και μία σοβαρή ανασφάλεια για το μέλλον», περιγράφει.
Την 4η Ιανουαρίου, αποφασίστηκε η έσχατη λύση του zero rate. Δηλαδή του αδειάσματος του εναέριου χώρου για την ασφάλεια όλων. «Το “δεν πετάμε” είναι πραγματικά το έσχατο μέσο», επισημαίνει εκφράζοντας την ανησυχία της μετά τη δημοσίευση και του πορίσματος, το οποίο κάνει λόγο για μπλακ άουτ λόγω παρωχημένων συστημάτων, τόσο που η κατασκευάστρια εταιρία δεν μπορεί να δώσει εγγύηση για τη λειτουργία τους. «Άρα εγώ αύριο που θα πιάσω μικρόφωνο θα πρέπει να σκέφτομαι ότι μπορεί να ξανασυμβεί;», διερωτάται.
Τα μηχανήματα κάθε χρόνο γίνονται και παλιότερα, και η επιχειρησιακή ετοιμότητα κάθε χρόνο και χειρότερη. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Ελλάδα σπάει ρεκόρ τουριστών και πτήσεων, ειδικά μετά τον κορωνοϊό. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ελεγκτές αντιμετωπίζουν και τον βραχνά της υποστελέχωσης, ένα ζήτημα το οποίο έχουν αναδείξει και μέσω των απεργιακών τους κινητοποιήσεων, οι οποίες βγαίνουν συχνά παράνομες και καταχρηστικές.
Αποδεκατισμένοι οι ελεγκτές – «Μπορούμε να δεχόμαστε 22 αεροπλάνα την ώρα και η ζήτηση είναι για 40»
«Κάθε χρόνο εμείς οι επιχειρησιακοί ελεγκτές είμαστε και λιγότεροι. Και αυτό συμβαίνει γιατί ενώ ευτυχώς πρόσφατα έγιναν 100 προσλήψεις, αυτοί οι άνθρωποι θα χρειαστεί δύο με τρία χρόνια για να είναι πλήρως επιχειρησιακοί σε όλες τις μονάδες στις οποίες έχουν προσληφθεί. Αυτό σημαίνει ότι μέχρι τότε είμαστε ετοιμοπόλεμοι ελεγκτές στο μικρόφωνο, ακόμα λιγότεροι από ό,τι ήμασταν τα προηγούμενα χρόνια, το οποίο σημαίνει ότι δεν έχουμε τη δυνατότητα να εξυπηρετήσουμε όλη αυτή την αεροπορική κίνηση. Ο ελληνικός εναέριος χώρος, το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών Μακεδονίας, μπορεί να χωριστεί σε περισσότερους τομείς. Έτσι και κάθε τομέας να εξυπηρετεί κάποια αεροπλάνα από αυτά που θέλουν να διέλθουν από τον ελληνικό εναέριο χώρο. Δυστυχώς, λόγω της υποστελέχωσης αυτής της μονάδας Ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, που είναι και η μεγαλύτερη μονάδα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας στην Ελλάδα, δεν μπορούν να ανοίξουν τόσοι τομείς όσοι θα ήταν απαραίτητο για να εξυπηρετηθούν όλα τα αεροπλάνα τα οποία θέλουν να περάσουν από τον ελληνικό εναέριο χώρο», τονίζει, εξηγώντας και το γιατί σημειώνονται τόσες καθυστερήσεις στα ελληνικά αεροδρόμια.
Με το ήδη υπάρχον προσωπικό, το αεροδρόμιο της Αθήνας μπορεί να δέχεται 22 αεροπλάνα την ώρα. Η ζήτηση για το καλοκαίρι είναι 40. Όπως θυμίζει η Όλγα Τόκη, το υπουργείο Μεταφορών είχε ζητήσει να εργάζονται σε κάποια ρεπό τους μέσα στο καλοκαίρι, τα οποία πληρώνονταν σε μορφή μπόνους, για να είναι περισσότερος κόσμος στη βάρδια και να εξυπηρετούν περισσότερα αεροπλάνα.
«Και πάλι όμως φτάνουν σε ένα ταβάνι. Δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν ούτε 40 αεροπλάνα την ώρα, ούτε 35 που συχνά φτάναμε στο σημείο να φέρνουμε την ώρα. Οπότε καταλαβαίνετε ότι και πάλι μπαίνουν οι περιορισμοί και υπάρχουν οι καθυστερήσεις. Λοιπόν, φέτος εγώ είμαι πολύ σκεπτική για το τι θα γίνει. Γιατί μετά από αυτό το μπλακάουτ, το οποίο μας έκανε και παγκοσμίως ρεζίλι, δεν νομίζω ότι ο κόσμος στον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας αισθάνεται την ασφάλεια να φέρουμε όσο το δυνατόν περισσότερα αεροπλάνα όταν έχουμε ένα πόρισμα στα χέρια μας που μας λέει ξεκάθαρα ότι κανένας δεν εγγυάται τη λειτουργία των συστημάτων», συμπεραίνει.
«Πριν 10 χρόνια έπρεπε να έχουμε αντικαταστήσει τα συστήματα – Ψάχναμε ανταλλακτικά στις αποθήκες της Αιγύπτου»
Τα μηχανήματα της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας είναι μία άλλη πονεμένη ιστορία. Θα έπρεπε να έχουν αντικατασταθεί εδώ και δέκα χρόνια αλλά «δυστυχώς δεν κάναμε καθόλου καλό προγραμματισμό». «Είχαμε περιστατικά που έπεφταν τα ραντάρ, δεν βλέπαμε εικόνα ραντάρ. Αν θυμάστε και το καλοκαίρι που έλειπε ένα ανταλλακτικό, το ψάχναμε στις αποθήκες άλλων χώρων». Συγκεκριμένα όπως αναφέρει «πήραμε ένα ανταλλακτικό από την Αίγυπτο που τους είχε ξεμείνει στην αποθήκη. Γιατί οι Αιγύπτιοι έχουν αλλάξει σύστημα και έχουν πάρει καινούργιο. Απλά επειδή πιο παλιά είχαν αυτό που έχουμε και εμείς τους είχε ξεμείνει σαν ανταλλακτικό στην αποθήκη. Δηλαδή είναι και λίγο ντροπή αυτό».
Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας είναι σε επικοινωνία με το επιτελείο του υπουργού Μεταφορών, κ. Δήμα, αφού έχει φτιαχτεί ένα action plan, το οποίο όμως οι ελεγκτές το έμαθαν από τις εφημερίδες. Βέβαια, το χρονοδιάγραμμα έχει μείνει πίσω λόγω «ενδοϋπηρεσιακών αστοχιών» με αποτέλεσμα η Όλγα Τόκη να εκφράζει σοβαρές αμφιβολίες για το αν θα έχει υλοποιηθεί ως το 2028, όπως έχουν δεσμευτεί. «Δυστυχώς ως τότε όμως θα συνεχίσουμε με αυτά τα προβλήματα», αναφέρει.
Τα αυτιά του υπουργείου Μεταφορών άνοιξαν μετά το έγκλημα στα Τέμπη
Βέβαια, τα αυτιά του υπουργείου δεν ήταν πάντα ανοιχτά: μέχρι που έγινε το έγκλημα στα Τέμπη. «Και το λέω με λύπη αυτό», σχολιάζει. «Πριν την τραγωδία των Τεμπών δεν μας έδινε κανένας σημασία. Δηλαδή ήμασταν απλά ένα γραφικό συνδικαλιστικό σωματείο που έλεγαν “συνδικαλιστές είναι, φωνάζουν, μάλλον θέλουν λεφτά”. Οπότε ούτε δημοσιότητα υπήρχε τότε. Να μάθει ο κόσμος τι συμβαίνει και ποια είναι τα αιτήματά μας. Αλλά ούτε και από τις πολιτικές ηγεσίες υπήρχε η ανάλογη ανταπόκριση», αναφέρει.
Δεδομένου ότι «δεν υπάρχει μαγικό ραβδί» να αλλάξει τα πάντα αύριο, ρωτήσαμε την Όλγα αν πρόκειται, έστω ως μέση λύση, να υπάρξει μία επιβράδυνση στους ρυθμούς με τους οποίους λειτουργεί το αεροδρόμιο, για να προτεραιοποιηθεί η ασφάλεια. Η απάντηση δεν μας εξέπληξε:
«Οι εταιρείες δεν θέλουν να μειώνεται η χωρητικότητα, το οποίο σημαίνει καθυστερήσεις, το οποίο σημαίνει χρήματα. Εμείς έχουμε ζητήσει από την υπηρεσία να κάνει μία εκτίμηση ασφάλειας και κινδύνου με τα παρόντα δεδομένα, να μας πει αν είναι εντάξει να δουλεύουμε στο 100%. Περιμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον αυτή την εκτίμηση γιατί οι συνάδελφοι δεν θεωρούν ότι αυτή τη στιγμή είμαστε σε θέση με όλες αυτές τις αστοχίες που μαζικά τις είδαμε εκείνη τη μέρα και βλέπουμε καθημερινά, να είμαστε στο 100%, πόσο μάλλον πάνω από το 100%. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εμείς, οι ελεγκτές, θα προτεραιοποιήσουμε την ασφάλεια», κατέληξε.
Στον πάροχο εντοπίστηκε το πρόβλημα την 4η Ιανουαρίου
Καθώς το πρόβλημα ήταν τεχνικό, στη συνέχεια επικοινωνούμε με Πρόεδρο της Ένωσης Ηλεκτρονικών Μηχανικών Ασφάλειας Εναέριας Κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, Κωνσταντίνο Κανδεράκη, ο οποίος μας μιλά για μία σειρά από απαρχαιωμένους εξοπλισμούς αλλά και για τα προβλήματα που προκύπτουν από τη υποστελέχωση του τμήματος.
Ο κ. Κανδεράκης ξεκαθαρίζει στην αρχή της συζήτησης ότι σίγουρα υπάρχουν καθημερινά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζονται, αλλά τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με το περιστατικό της 4ης Ιανουαρίου, που όπως δείχνει και το πόρισμα, η αστοχία μάλλον έγινε στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο, το οποίο ανήκει στον πάροχο, δηλαδή στον ΟΤΕ. Ο κ. Κανδεράκης θεωρεί ανώφελο ένα blame game, καθώς οι ευθύνες γυρνούν αρκετά χρόνια πίσω, τότε που πρώτα οι ανάγκες του κρατικού προϋπολογισμού και στη συνέχεια ο μνημονιακός βραχνάς δημιούργησαν μία οικονομική στενότητα. Ακόμα και όταν, όπως λέει «το 2019, επανήλθε σε φυσιολογικά πλαίσια η χρηματοδότηση, πάλι δεν έγιναν τα σωστά βήματα».
«Και δυστυχώς φτάσαμε στα Τέμπη, που σε καμία περίπτωση δεν θέλω να το συνδέσω, αλλά ήταν το αρνητικό ορόσημο προκειμένου να μπορέσουμε και εμείς να ακουστούμε. Δυστυχώς για τους λάθος λόγους καταφέραμε να αναδείξουμε τα προβλήματα και να φωτιστεί λίγο και η δική μας πλευρά», είπε.
Απαρχαιωμένα συστήματα, «κάποιες από τις συμβάσεις προχωρούν» – Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο η Ελλάδα
Τα συστήματα ωστόσο παραμένουν απαρχαιωμένα, ενώ μάλιστα η Ελλάδα έχει παραμπεφθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τρεις περιπτώσεις που αφορούν στα ραντάρ με τεχνολογία demo, η οποία δεν υπάρχει στη χώρα και δίνει τη δυνατότητα στα αεροπλάνα να στέλνουν πολύ περισσότερες πληροφορίες στο σύστημα, για την τεχνολογία data link, η οποία προσφέρει τυποποιημένα μηνύματα μεταξύ ελεγκτή και πιλότου, ενώ τώρα γίνονται μόνο δια μικροφώνου, με αποτέλεσμα σε περιπτώσεις black out να χάνεται κάθε επαφή, και για το σύστημα Performance & Navigation, που είναι διαδικασίες που τα αεροπλάνα μπορούν να προσεγγίζουν χωρίς τα επίγεια μέσα, κάνοντας χρήση δορυφορικών τεχνολογιών.
Οι συμβάσεις για κάποια από αυτά τα συστήματα, όπως εξηγεί ο κ. Κανδεράκης, έχουν προχωρήσει. Όμως τίποτα δε λειτουργεί χωρίς επαρκή χέρια. «Είμαστε αποδεκατισμένοι. Έχουμε χάσει το 40% του ανθρώπινου δυναμικού τα τελευταία 15 χρόνια, από τότε που είχαμε δηλαδή και το ΔΝΤ όπου έκλεισε η στρόφιγγα των προσλήψεων. Αντιμετωπίστηκε η ΥΠΑ ως άλλη μία δημόσια υπηρεσία».
Υποστελέχωση και στους ηλεκτρονικούς – «Βάζουμε όμως πλάτη»
«Αυτή τη στιγμή εμείς έχουμε σε εκκρεμότητα 87 προσλήψεις, 43 που μας χρωστάνε από το 2023 και άλλες 44 που εγκρίθηκαν για το 2026 και ακόμα δεν έχουμε δει φως. Κάθε χρόνο φεύγουν περίπου 15 με 20 ηλεκτρονικούς που δεν είναι ποσοστιαίο μόνο, αλλά παίρνουν μαζί τους και μια πάρα πολύ πολύτιμη γνώση, η οποία δεν μεταλαμπαδεύεται στο νέο κόσμο. Εμείς θέλουμε και νέα μυαλά γιατί έρχονται συνεχώς νέες τεχνολογίες. Δεν είναι μόνο τα ηλεκτρονικά συστήματα. Η πληροφορική μπαίνει πάρα πολύ μέσα στη ζωή μας», εξηγεί.
Εν μέσω όλων αυτών των ελλείψεων για άλλη μία φορά η χώρα βασίζεται στο φιλότιμο των εργαζομένων που «βάζουν πλάτη». «Προφανώς και υπάρχει υπερεργασία», λέει και περιγράφει μία κατάσταση με τους εργαζομένους να μην παίρνουν άδειες, να κάνουν διπλοβάρδιες, να καλύπτουν κενά άλλων συναδέλφων. Ακόμη, αναφέρει, ότι οι ηλεκτρονικοί πάντα απουσιάζουν από τα διεθνή forums, αφού εκλαμβάνεται ως «πολυτελές ταξιδάκι», με αποτέλεσμα να μη λαμβάνουν την κατάλληλη ενημέρωση και εκπαίδευση για τις νέες τεχνολογίες.
Σε τρία χρόνια ο εκσυγχρονισμός των μηχανημάτων – «Ως τότε απαιτούνται ενδιάμεσες τεχνικές λύσεις»
Ρωτήσαμε τον κ. Κανδεράκη τι βήματα θα έπρεπε να έχουν γίνει ώστε να μην οδηγηθούμε ποτέ στο ολικό μπλακ άουτ. Είπε ότι «το πόρισμα ανέδειξε την έλλειψη συντονισμού μεταξύ του παρόχου του ΟΤΕ και της ΥΠΑ. Παλιά είχαμε το hosting, δηλαδή μιλούσαμε απευθείας με τεχνικά κλιμάκια για τέτοιες βλάβες. Τα τελευταία χρόνια έφθινε και μετά τη σύσταση του πορίσματος φαίνεται πως επανέρχεται. Αν συμβεί κάτι θα υπάρχει μία ομάδα διαχείρισης κρίσης που ανά πάσα ώρα θα βρίσκουμε στο τηλέφωνο. Ακόμη, περιμένουμε νέους σύγχρονους πομποδέκτες με αναλογική και ψηφιακή χρήση. Θα προσπαθήσουμε πριν το καλοκαίρι να χτίσουμε ένα δίκτυο για να τους εγκαταστήσουμε, ούτως ώστε αν συμβεί ξανά κάτι παρόμοιο να απομονώσουμε τους προβληματικούς πομποδέκτες, αν και τώρα ήταν προβληματική η συμπεριφορά του δικτύου, που κατέστησε προβληματικούς τους πομποδέκτες», λέει.
Φυσικά εκκρεμούν πολλά ακόμη, τα οποία χρειάζονται δύο με τρία χρόνια για να υλοποιηθούν, οπότε το στοίχημα αλλά και το αίτημα είναι να βρεθούν οι πόροι ώστε να βρεθούν έστω ενδιάμεσες τεχνικές λύσεις για να προλάβουν παρόμοιο φαινόμενο.
Μεγάλο στοίχημα επίσης, είναι σε περίπτωση που υπάρξει παρόμοιο περιστατικό, αυτό να λυθεί αμεσότερα, διότι την 4η Ιανουαρίου χρειάστηκαν 8 ολόκληρες ώρες ώστε να γίνει το reset της βλάβης. Για το αν εκτιμά ότι θα υπάρξει παρόμοιο περιστατικό στο μέλλον απάντησε: «Δεν είμαι Χουντίνι, δεν μπορώ να προβλέψω το μέλλον», ενώ επανέλαβε την ανάγκη για ενδιάμεσες τεχνικές λύσεις έως ότου παρέλθει η τριετία και εκσυγχρονιστούν τα συστήματα.
«Νομίζω είμαι αισιόδοξος ότι θα συμβεί. Έχουμε μία καλή επικοινωνία και με την τρέχουσα διοίκηση και με το υπουργείο. Θεωρώ ότι έχουν καταλάβει ότι δεν υπάρχει χρόνος για επικοινωνιακές φανφάρες. Ότι πρέπει όσα ειπώθηκαν να γίνουν πράξη. Εμείς το περιφρουρούμε αυτό και αν δεν συμβεί θα το αναδείξουμε», κατέληξε.