Ξενοφών Κοντιάδης: Κρίσιμα ερωτήματα μετά το διάγγελμα Μητσοτάκη
Θέτοντας μια σειρά από ερωτήματα που αποδομούν τις χθεσινές «προτάσεις» του κ. Μητσοτάκη, ο συνταγματολόγος τονίζει ότι «το κρίσιμο δεν είναι να αξιολογηθούν μία προς μία, αλλά να αναδειχτεί ότι θεμελιώνονται σε έναν προσχηματικό μεταρρυθμισμό και όχι σε πραγματική βούληση βελτίωσης του Συντάγματος.»
Αναλυτικά το σχόλιο του κ. Κοντιάδη:
«Αναγγέλλοντας την έναρξη της διαδικασίας αναθεώρησης ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε ενδεικτικά σε ορισμένες ρυθμίσεις που θεωρεί αναγκαίο να τροποποιηθούν. Από όσα γράφει στη σχετική επιστολή του προς τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ανακύπτουν ωστόσο ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα ως προς την αξιοπιστία της πρωτοβουλίας του. Γράφει ότι “για πρώτη φορά, οι Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων διατυπώνουν γνώμη για την επιλογή της ηγεσίας τους, αλλά η κρίσιμη αρμοδιότητα καταλείπεται κατά το Σύνταγμα στην Κυβέρνηση”.
Ερωτάται: Αφού πλέον προβλέπεται στον νόμο η διατύπωση γνώμης από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων, γιατί πρόσφατα η κυβέρνησή του την αγνόησε επιδεικτικά; Τι δείχνει αυτό για τις προθέσεις του;
Υποστηρίζει επίσης ο πρωθυπουργός ότι “η δυνατότητα δεύτερης θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας θέτει ενίοτε τον αρχηγό του κράτους στο επίκεντρο μικροκομματικών σκοπιμοτήτων που δύνανται να αλλοιώσουν τον οφειλόμενο υπερκομματικό χαρακτήρα του”.
Ερωτάται: Αν επιδιώκει υπερκομματικές συναινέσεις, γιατί εξέλεξε τον εκλεκτό του κ. Τασούλα στο αξίωμα, χωρίς να επιδιώξει οποιαδήποτε συναίνεση; Η διάρκεια της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι το πρόβλημα ή ο τρόπος εκλογής του από την εκάστοτε πλειοψηφία τον οποίο επέβαλε ο σημερινός πρωθυπουργός στην αναθεώρηση του 2019 χωρίς τη συναίνεση των άλλων κομμάτων;
Ισχυρίζεται ο πρωθυπουργός ότι “η περιορισμένη συμμετοχή της δικαστικής λειτουργίας στη διαδικασία διερεύνησης της ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών επιβάλλει την αναθεώρηση, ώστε να ενισχυθούν τα εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης”. Εδώ πράγματι η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά.
Ερωτάται: Ποιος έχει εμποδίσει απροκάλυπτα και με κάθε τρόπο την απόδοση ποινικών ευθυνών σε μέλη της κυβέρνησης του για εξαιρετικά σοβαρές δικαστικές υποθέσεις όπως οι υποκλοπές, το έγκλημα των Τεμπών και το σκάνδαλο διαφθοράς του ΟΠΕΚΕΠΕ, και μάλιστα παρά τα στοιχεία που έθεσε υπόψη της Βουλής η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία;
Προτείνει ο πρωθυπουργός “την καθολική καθιέρωση της αξιολόγησης στο δημόσιο και τον επανακαθορισμό της έννοιας της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων”.
Ερωτάται: Στο Σύνταγμα σήμερα προβλέπεται (άρθρο 103 παρ. 4 εδ. β’ Συντ.) ότι λόγους λύσης της σχέσης αποτελούν η συμπλήρωση ανώτατου ορίου ηλικίας, που μπορεί να συνδυάζεται με ορισμένο χρόνο υπηρεσίας, η παύση μετά από δικαστική απόφαση, η απόλυση λόγω κατάργησης της θέσης που κατείχε ο υπάλληλος και η απόλυση μετά από απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Τι περισσότερο από αυτά επιδιώκει η Κυβέρνηση να προβλεφθεί στο Σύνταγμα; Να απολύονται δημόσιοι υπάλληλοι επειδή δεν ανήκουν στους “ημετέρους”;
Θα μπορούσα να συνεχίσω τις ερωτήσεις αυτές προς τον πρωθυπουργό αναφέροντας όλες τις ατυχείς προτάσεις του. Όμως το κρίσιμο δεν είναι να αξιολογηθούν μία προς μία, αλλά να αναδειχτεί ότι θεμελιώνονται σε έναν προσχηματικό μεταρρυθμισμό και όχι σε πραγματική βούληση βελτίωσης του Συντάγματος. Στο βιβλίο μου “Τι πρέπει να αλλάξει στο Σύνταγμα” που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες επισημαίνω τον κίνδυνο του “συνταγματικού ή αναθεωρητικού λαϊκισμού”, δηλαδή την ευκολία με την οποία καθένας διατυπώνει προτάσεις για την αλλαγή του Συντάγματος, υπεραπλουστεύοντας εξαιρετικά σύνθετα προβλήματα συνταγματικής θεωρίας και πράξης χωρίς σοβαρή θεμελίωση.»