του Θάνου Καμήλαλη
Καταρχάς θα πρέπει να γίνει σαφές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να αλλάξει μόνος του το Σύνταγμα. Η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης χρειάζεται δύο διαφορετικές Βουλές. Η πρώτη, αυτή στην οποία βρισκόμαστε τώρα, προτείνει τα άρθρα του Συντάγματος προς αναθεώρηση. Η επόμενη Βουλή, αυτή δήλαδη που θα σχηματιστεί στις επόμενες εκλογές, αναθεωρεί τα συγκεκριμένα άρθρα. Αν ένα άρθρο ψηφιστεί προς αναθεώρηση με 180 ψήφους, τότε η επόμενη Βουλή θα χρειαστεί 151 ψήφους για να το αναθεωρήσει και το αντίστροφο.
H απόφαση του Πρωθυπουργού να ξεκινήσει τη διαδικασία, δεν είναι μία προσπάθεια αποπροσανατολισμού, αλλά μια διακηρυγμένη επιθυμία της Νέας Δημοκρατίας, από το ξεκίνημα της δεύτερης τετραετίας, με δεδομένο ότι μέσα σε αυτήν θα συμπληρώνονταν τα 5 χρόνια που απαιτούνται από το τέλος της προηγούμενης αναθεώρησης μέχρι την έναρξη της επόμενης. Άλλωστε, ήδη από το βράδυ των πρώτων εκλογών του 2023, ο Άδωνις Γεωργιάδης έβγαινε και μιλούσε για τον στόχο των 180 βουλευτών, ώστε η ΝΔ να μπορεί να προτείνει μόνη της τα άρθρα προς αναθεώρηση, όταν αυτή ξεκινήσει. Μετά από επτά χρόνια πολιτικής κυριαρχίας και με πιθανή την πρωτιά και στις επόμενες εκλογές, είναι πολυ λογικό για τη ΝΔ να προσπαθήσει να κάνει το επόμενο βήμα: Να προσπαθήσει να συνταγματοποιήσει τις πολιτικές και τις ιδεοληψίες της. Μάλιστα, όλα δείχνουν ότι δεν θα πρόκειται για μια συνηθισμένη αναθεώρηση. Οι διαρροές που μιλούν για προτάσεις της ΝΔ για αλλαγή 70 άρθρων, οι λεπτομέρειες που ήδη βγαίνουν στην επικαιρότητα αλλά και οι αναφορές του Κυριάκου Μητσοτάκη στο «Σύνταγμα του 1975», που «ανήκει στον 20ό αιώνα», δείχνουν ότι η κυβέρνηση ορέγεται βαθιές, δομικές αλλαγές.
Στην τελευταία κυριακάτικη ανασκόπησή του, εκεί που μιλάει μόνος του παρουσιάζοντας το «κυβερνητικό έργο» και ονομάζει αυτόν τον αυτοθαυμασμό ως «λογοδοσία», ο Πρωθυπουργός ανέφερε: «Διανύοντας την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, έθεσα στον εαυτό μου -και καλώ και εσάς να κάνετε το ίδιο- ένα ερώτημα: τι από όσα έχουμε θεσπίσει μας εξυπηρετεί πραγματικά σήμερα και τι χρειάζεται να προσαρμοστεί για να συνεχίσει να λειτουργεί». Βεβαιώς, το τι εξυπηρετεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το τι εξυπηρετεί την πλειοψηφία της κοινωνίας είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Εξέφρασε επίσης την προσδοκία ότι «ότι και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις θα προσέλθουν στον διάλογο με διάθεση συνεννόησης, χωρίς δογματισμούς, προσχήματα και κομματικούς υπολογισμούς». Είναι σύνηθες να κατηγορεί η κυβέρνηση της ΝΔ την αντιπολίτευση με τη μέθοδο «καθρεφτάκι». Εδώ και σχεδόν επτά χρόνια η Νέα Δημοκρατία νομοθετεί αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις πολιτών, κομμάτων, σωματείων, φορέων, διεθνών και εγχώριων οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και Ανεξάρτητων Αρχών. Αλλά «δογματικοί» και «χωρίς διάθεση συνεννόησης» είναι πάντα όλοι οι υπόλοιποι, που δεν συμφωνούν με την κυβέρνηση.
Οποιαδήποτε αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη σε «θεσμούς» αποτελεί πικρό ανέκδοτο και προσβολή στη νοημοσύνη. To κόμμα που συνομιλούσε με τον «Φραπέ» θέλει να συνομιλήσει με το Σύνταγμα. Επί των ημερών του, το Ευρωκοινοβούλιο εξέδωσε το καταδικαστικό ψήφισμα για τη διολίσθηση του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα. Το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων, με την ΕΥΠ ενταγμένη στο Γραφείο του Πρωθυπουργού, η σύγκρουση της κυβέρνησης με την ΑΔΑΕ, με τη κατασυκοφάντηση και προσβολή του Προέδρου της, Χρήστου Ράμμου, αλλά και η συγκάλυψη σε επίπεδο Αρείου Πάγου, αποτέλεσαν ένα πρωτοφανές χτύπημα στη συνταγματική πρόβλεψη του απορρήτου των επικοινωνιών. Ο νόμος της κυβέρνησης για τις παρακολουθήσεις ήρθε να επισφραγίσει το νέο καθεστώς, ενώ παράλληλα, τα μέλη της ΑΔΑΕ (και του ΕΣΡ) άλλαξαν, χωρίς να επιτευχθεί η συνταγματικά προβλεπόμενη πλειοψηφία, αλλά μέσω μιας μικρης στρογγυλοποίησης προς τα πάνω.
Το άρθρο 16 για τα Δημόσια πανεπιστήμια υπέστη μία άνευ προηγουμένου διαστρέβλωση, με το «απαγορεύεται η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων» να μεταφράζεται σε «επιτρέπεται με χαλαρές προϋποθέσεις». Εδώ, η κυβέρνηση βρήκε πρόθυμο σύμμαχο το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έκρινε υπέρ της σε μια απόφαση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις συνταγματολόγων. Το ΣτΕ έκρινε ότι το ενωσιακό Δίκαιο υπερτερεί του εθνικού σε αυτό το ζήτημα, μολονότι δεν απεστειλε ερώτημα στο Δικαστήριο της Ε.Ε. και επίσης, παρά το γεγονός ότι ποτέ η Ε.Ε. δεν ζήτησε από την Ελλάδα την αναθεώρηση του άρθρου 16. Το Συμβούλιο της Επικρατείας πάντως, δεν έσωσε την κυβέρνηση σε δύο άλλες κατάφωρα αντισυνταγματικές ρυθμίσεις, αυτήν που αφορούσε τα πτυχία των καλλιτεχνών και αυτή που δεν συμμορφωνόταν με την προηγούμενη απόφαση για τη μεταφορά της ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ πίσω στο Δημόσιο.
Στην επιστολή του στους βουλευτές της ΝΔ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστηρίζει ότι «η δυνατότητα δεύτερης θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας θέτει ενίοτε τον αρχηγό του κράτους στο επίκεντρο μικροκομματικών σκοπιμοτήτων που δύνανται να αλλοιώσουν τον οφειλόμενο υπερκομματικό χαρακτήρα του». Είναι ο ίδιος Πρωθυπουργός που διόρισε Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Κωνσταντίνο Τασούλα, χωρίς τη συναίνεση που παραδοσιακά ζητείται, ακριβώς λόγω του σκληρά κομματικού χαρακτήρα του, τον οποίον επεδείκνυε και ως Πρόεδρος της Βουλής. Είναι επίσης αυτή η κυβέρνηση που έχει επιτεθεί πολλές φορές στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συνέρχεσθαι. Ο νόμος Χρυσοχοϊδη για τις διαδηλώσεις ήταν μια προσπάθεια να περάσει ο έλεγχος των κινητοποιήσεων στην ΕΛ.ΑΣ, ενώ η τροπολογία «για τον Άγνωστο Στρατιώτη» μια εκδικητική, μνησίκακη ρύθμιση για την αποτροπή διαμαρτυριών στον χώρο μπροστά από τη Βουλή, μετά τον συγκινητικό αγώνα του Πάνου Ρούτσι. Στην Ελευθερία του Τύπου η χώρα κατρακύλησε στην παγκόσμια κατάταξη των Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα, τελευταία στην Ε.Ε. Κατα τη διάρκεια της πανδημίας, η κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε την έκτακτη κατάσταση ώστε να ψηφίζει αντιδραστικά νομοσχέδια με την κοινωνία κλεισμένη στα σπίτια της, Ενώ η περιφρόνηση των θεσμών ξεπερασε τα εγχώρια σύνορα, φτάνοντας πλέον μέχρι το Διεθνές Δίκαιο: Πρώτα με τις επαναπροωθήσεις προσφύγων, την πολιτική που οδηγεί σε εγκλήματα όπως της Πύλου και της Χίου, έπειτα με την υποστήριξη του Ισραήλ στη γενοκτονία της Παλαιστίνης. Υπουργός της κυβέρνησης έχει φτάσει να αμφισβητεί τον ΟΗΕ και το Διεθνές Δικαστήριο για χάρη του Νετανιάχου.
Ο Πρωθυπουργός υπόσχεται αναθεώρηση του άρθρου 86, που αφορά την ευθύνη των Υπουργών, ένα άρθρο που έχει προκαλέσει, μετά το έγκλημα των Τεμπών, την αντίδραση εκατομμυρίων πολιτών, αλλά και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Υποστηρίζει μάλιστα ότι παλεύει «εδώ και 20 χρόνια» γι αυτήν την αλλαγή. Πριν μόλις μερικούς μήνες όμως, η κυβερνητική πλειοψηφία στη Βουλή αθώωσε τους Μάκη Βορίδη και Λευτέρη Αυγενάκη για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά σε μια ακόμα κοινοβουλευτική ντροπή, η Νέα Δημοκρατία έφερε στο τέλος της ψηφοφορίας δεκάδες επιστολικές ψήφους, ώστε να ελέγξει πιθανές διαρροές και να διασφαλίσει το αποτέλεσμα. Δεν είναι σαφές το τι θα περιέχει η νέα πρόταση της ΝΔ για την ποινική ευθύνη των Υπουργών και είναι πιθανό η κυβέρνηση να υποχρεωθεί σε προτάσεις δομικών αλλαγών. Οποιαδήποτε διαδικασία δεν αποσυνδέει εντελώς τη Βουλή από την ποινική διερεύνηση θα είναι προβληματική.
Ένα άλλο ζήτημα διάκρισης των εξουσιών έρχεται με την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, ένα ακόμα ζήτημα που έχει προκαλέσει τις συστάσεις της Ε.Ε.. «Για πρώτη φορά, οι Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων διατυπώνουν γνώμη για την επιλογή της ηγεσίας τους, αλλά η κρίσιμη αρμοδιότητα καταλείπεται κατά το Σύνταγμα την Κυβέρνηση» λέει εδώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αυτό που δεν λέει είναι ότι ενώ η κυβέρνησή του, λόγω της πίεσεις, έδωσε τη δυνατότητα στους δικαστές να γνωμοδοτούν για τις ηγεσίες τους, πριν λίγους μήνες αποφάσισε μόνη της τις προαγωγές στον Άρειο Πάγο, ακυρώνοντας τη γνώμη των δικαστών. Τα τελευταία χρόνια, η ηγεσία του Αρείου Πάγου έχει λειτουργήσει ως ασπίδα της κυβέρνησης σε σειρά κρίσιμων ζητημάτων (Παρακολουθήσεις, Ψήφισμα Ευρωκοινοβουλίου, Τέμπη), εκδίδοντας ανακοινώσεις που ταυτίζονται με την κυβερνητική ρητορική.
Κι αν για τα δύο αυτα άρθρα υπάρχει τουλάχιστον μία υπόσχεση αλλαγής προς θετική κατεύθυνση, για μια σειρά άλλων οι στόχοι της ΝΔ είναι ξεκάθαροι: Ισοπέδωση του άρθρου 16 ώστε να επιτρέπονται άνευ όρων τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και όχι απλά τα «παραρτήματα». Κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, με στόχο, αφενός τον κοινωνικό αυτοματισμό, αφετέρου όχι τους «επίορκους» και τους «τεμπέληδες» αλλά τους «ενοχλητικούς» δημοσίους υπαλλήλους. Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων θεσμοθετήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, ώστε να μην προσλαμβάνονται και απολύονται οι δημόσιοι υπάλληλοι με κομματικά κριτήρια. Η κυβέρνηση επθυμεί επίσης συνταγματοποίηση της λιτότητας με περαιτέρω δέσμευση των οικονομικών προγραμμάτων επόμενων κυβερνήσεων, μέσω «των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών» όταν, για παράδειγμα, το Σύμφωνο Σταθερότητας της Ε.Ε προβλέπει ακόμα και ελλείμματα μέχρι 3%. Για την Ελλάδα βέβαια, από την εποχή του τρίτου μνημονίου, ισχύουν και οι δεσμεύσεις για πλεονάσματα άνω του 2% μέχρι το 2060. Στο στόχαστρο του Κυριάκου Μητσοτάκη αναμένεται να βρεθεί και η οποια προστασία του Περιβάλλοντος έχει απομείνει, με το άρθρο 24.
Η προσπάθεια της ΝΔ να συνταγματοποιήσει τις πολιτικές της διανθίζεται με αναφορές στην τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική κρίση, ακόμα και την «προσιτή στέγη». Η τελευταία υπόσχεση δίνεται στη χώρα που μόνιμα πλέον είναι πρώτη στην Ε.Ε στο κόστος στεγασης, με Πρωθυπουργό τον πολιτικό που είπε ότι «αυτό που είναι πρόβλημα για τον ενοικιαστή, είναι όφελος για τον ιδιοκτήτη».
Οι προτάσεις της ΝΔ αναμένονται τον Μάρτιο όταν και θα ξεκινήσει ο σχετικός διάλογος με τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Είναι πραγματικά θλιβερο το ότι η πιο αντιθεσμική κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης θα επιχειρήσει τώρα να «μεταρρυθμίσει» το Σύνταγμα της χώρας, με πολλές πιθανότητες τελικά να τα καταφέρει. Ένα Σύνταγμα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του Κυριάκου Μητσοτάκη, σαν να είναι το καινούριο του κουστούμι, είναι ένα σενάριο απλά εφιαλτικό.