Το πρώτο επιχείρημα που χρησιμοποιείται είναι ότι οι επαφές αυτές γίνονται πριν τις εκτενείς αποκαλύψεις που έγιναν το 2019, συνεπώς ο Τσόμσκι δεν γνώριζε την έκταση του κυκλώματος.
Πράγματι, από το 2018 και μετά δημοσιεύεται μια σειρά άρθρων στη Miami Herald, που δείχνει πόσο χαριστική (και αφόρητα προσβλητική προς τα θύματα) ήταν η συμφωνία που είχε πετύχει ο Έπστιν το 2008. 13 μήνες φυλακή, που τους πέρασε μεταξύ μιας ιδιωτικής πτέρυγας της φυλακής και του γραφείου του στο Παλμ Μπιτς, όπου πήγαινε καθημερινά για 12 ώρες. Τη συμφωνία, κατά παράβαση του νόμου, δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ούτε τα θύματα.
Αυτές οι πληροφορίες δεν είναι γνωστές, αλλά έχει καλυφθεί εκτενώς στον Τύπο η αρχική καταδίκη. Όλες οι φιλικές επικοινωνίες, γίνονται λοιπόν αδιαφορώντας για την καταδίκη, αν υποθέσουμε ότι γνώριζε μόνο αυτή. Αλλά αυτή τη γνώριζε, γι’ αυτό και χρησιμοποιεί ως άμυνα το επιχείρημα ότι ο Έπστιν είχε τιμωρηθεί, και είμαστε συντηρητικοί αν θέλουμε ισόβιο κοινωνικό αποκλεισμό κάποιου αποφυλακισμένου. Η επίκληση αυτού του επιχειρήματος αποδυναμώνει και τη θέση της γυναίκας του Τσόμσκι, η οποία μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζαν την καταδίκη. Όμως αν δεν ήξεραν, δεν θα είχε νόημα η αναφορά του Τσόμσκι στην ποινή.
Ας δούμε αυτό το επιχείρημα, το δεύτερο. Όπως είχε πει στη Wall Street Journal: «Αυτό που ήταν γνωστό για τον Τζέφρι Έπστιν ήταν ότι είχε καταδικαστεί για ένα έγκλημα και είχε εκτίσει την ποινή του. Σύμφωνα με τους νόμους και τα ήθη των ΗΠΑ, αυτό του δίνει ένα καθαρό μητρώο».
Αυτό θα είχε νόημα, και μάλιστα θα ήταν όντως μια αξιέπαινη πολιτική στάση απέναντι στους αποφυλακισμένους, αν ο Έπστιν ήταν ένας άνθρωπος που μετά τη φυλακή είχε περιθωριοποιηθεί, αν είχε καταστραφεί, αν ήταν ας πούμε σαν τον Όσκαρ Ουάιλντ μετά το κάτεργο, που από τα ύψη του πλούτου και της δόξας βυθίζεται στην ντροπή, να περιμένει στην αποβάθρα του τραίνου και να περνάνε να τον φτύνουν περαστικοί, όπως περιέγραφε ο Ουάιλντ. (Ο οποίος αδικείται από τη σύγκριση, γιατί δεν είχε δίκτυο μαστροπείας ανηλίκων, βιασμών και εκβιασμών). Για να μην το διατυπώσουμε μόνο με όρους οίκτου, ας πούμε να υπήρχε οποιοδήποτε ζήτημα “επανένταξης” του αποφυλακισμένου.
Ο Έπστιν όμως διατήρησε τον πλούτο και τις επαφές του. Οι επικοινωνίες με τον Τσόμσκι δεν δείχνουν τη γενναιοδωρία κάποιου που τολμά να αποδεχτεί τον αποφυλακισμένο παρία, σε πείσμα της κοινωνίας που τον απορρίπτει. Δείχνουν οικονομικές συναλλαγές -τις οποίες μπορούμε να αντιμετωπίσουμε καλόπιστα, αν και απαιτείται προσπάθεια- και δίψα για δικτύωση με τις επαφές του. Αυτό συνιστά αδιαφορία για το ότι ο δράστης διατηρεί την ισχύ του και δεν προκαλεί ναυτία στον Τσόμσκι το γεγονός ότι η δύναμη του δράστη τον προστάτεψε από τις συνέπειες. Το να περιγράφεται αυτό ως γενναιόδωρη υποδοχή στους κόλπους της κοινωνίας, κάποιου που πήγε φυλακή, είναι αντιστροφή της πραγματικότητας. Είναι κατάχρηση ενός λεξιλογίου που κανονικά χρησιμοποιούμε για ανθρώπους που όντως υφίστανται βαριές συνέπειες περιθωριοποίησης. Ο Έπστιν κατάφερε μια σκανδαλώδη μυστική συμφωνία και δεν απαιτούσε καμία χειρονομία “επανένταξης” από τον Τσόμσκι. Τα περνούσε μια χαρά, με πλούτο και ισχύ, και ισχυρές επαφές που έκαναν αυτό ακριβώς που εντοπίζουμε και εδώ: αδιαφορούσαν για τις πράξεις του διότι υπερείχε η δύναμή του. Με αυτή την έννοια όχι μόνο δεν μιλάμε για ποινικό λαϊκισμό, σαν να μας κατηγορεί ο Τσόμσκι ότι λέμε πως καμία ποινή δεν είναι αρκετή. Αυτό που υπερασπίστηκε πρακτικά ήταν η δυνατότητα ενός πάμπλουτου λευκού άντρα να πετύχει μια σκανδαλώδη διευθέτηση και να συνεχίσει κανονικά τη ζωή του (και, όπως καταγγέλλεται, και την εγκληματική του δράση).
Τρίτο επιχείρημα, ότι ήθελε τις επαφές με μέλη των ελίτ, γιατί έγραφε γι’αυτούς και ήθελε να ξέρει από μέσα τι συμβαίνει. Σύμφωνοι. Έτσι κανονίστηκε συνάντηση με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Εχούντ Μπάρακ ή με τον Στιβ Μπάνον. Με αυτό το κριτήριο πράγματι καμία συνομιλία δεν είναι αξιοκατάκριτη, αυτό το αντιλαμβάνομαι. Σε αυτό το πνεύμα γράφεται ότι αν κάποιος έπαιρνε συνέντευξη από τον Κίσιντζερ, δεν σημαίνει ότι συμφωνεί μαζί του. Μόνο που δεν δικαιολογείται έτσι γιατί έγραφε σε έναν καταδικασμένο μαστρωπό (εδώ πια και μετά τις αποκαλύψεις του 2019) για να του πει πώς να χειριστει επικοινωνιακά τις κριτικές. Επίσης, δεν εξηγεί τις οικονομικές συναλλαγές. Γιατί αν κανείς δεν έπαιρνε μόνο συνέντευξη από τον Κισιντζερ αλλά δεχόταν και βοήθεια στα οικονομικά του ή τον συμβούλευε για το πώς να χειριστεί το ψυχικό στρες της εμπλοκής του σε μια ντουζίνα πραξικοπήματα, η κουβέντα θα άλλαζε.
Για τις οικονομικές συναλλαγές, χρειάζεται προσοχή, και προσπάθεια να αποφύγουμε να καταδικάσουμε τον Τσόμσκι για περισσότερα από όσα έχει διαπράξει, χωρίς να μπορεί να απαντήσει. (Αν και, για το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να απαντήσει, ας επισημάνουμε ότι από τις αποκαλύψεις του 2019 μέχρι το εγκεφαλικό του το 2023 πέρασαν χρόνια στα οποία δημόσια σιώπησε και ιδιωτικά στήριζε τον Έπστιν).
Υπάρχει η καταγγελία, σε φιλικό προς τον Τσόμσκι άρθρο, ότι ο Έπστιν λειτουργούσε ως επενδυτικός σύμβουλος. Όπως και οι οδηγίες επικοινωνιακής διαχείρισης, αυτές οι συναλλαγές δείχνουν ότι τον συναναστρέφεται ως φίλο και δέχεται τη βοήθειά του. Ένα πράγμα που δεν μπορείς να κάνεις με έναν τέτοιο άνθρωπο, είναι να δεχτείς τη βοήθειά του.
Στο κείμενο που δημοσίευσε η σύντροφός του αναφέρει ότι ο Έπστιν προσπάθησε πονηρά να προσεταιριστεί τον Τσόμσκι, δημουργώντας μια παγίδα φιλίας που θα τον εξέθετε στη συνέχεια. Αυτό είναι πράγματι πιστευτό, αλλά δεν αθωώνει τον Τσόμσκι.
Με δεδομένη τη σώρευση στοιχείων που δείχνουν τις επαφές του Έπστιν με τη Μοσάντ, αυτή είναι μια ευάλωτη θέση του Τσόμσκι που θα έπρεπε να έχει αποφύγει. Η λογική αυτών των συναναστροφών, σε ένα περιβάλλον όπου διαπράττονται ποινικά αδικήματα μεγάλης κοινωνικής απαξίας μπροστά σε κάμερες, είναι ακριβώς η παραγωγή υλικού εκβιασμών. Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι να κατασπαράσσεται ο Τσόμσκι από τέτοιους μηχανισμούς, επειδή έθεσε τον εαυτό του σε αυτή τη θέση.
Μία επιβεβαιωμένη οικονομική συναλλαγή είναι η κίνηση 270.000 δολαρίων από λογαριασμό που συνδέεται με τον Έπστιν, προς λογαριασμό του Τσόμσκι. Ο ίδιος έχει εξηγήσει ότι αυτό ήταν μια τεχνική διευκόλυνση, ότι τα χρήματα ήταν δικά του. Και πάλι όμως, να δέχεσαι τεχνική βοήθεια είναι ένα βήμα πιο πέρα από το να μιλάς γιατί έχεις διανοητική περιέργεια για το πώς λειτουργούν οι ελίτ από τα μέσα.
Τέταρτον, λέγεται ότι εμπλέκουμε ένα ad hominem επιχείρημα, επιμένοντας στην ατομική ηθική καθαρότητα ενός προσώπου, αντί για τα πολιτικά επιχειρήματα. Αυτό είναι εν μέρει σωστό, αν κανείς μπει στη λογική κάποιας “ακύρωσης” των βιβλίων του Τσόμσκι. Όμως το θέμα δεν είναι αυτό. Θα εξακολουθήσουμε να διαβάζουμε τα βιβλία του, που ήταν και παραμένουν πολύτιμα. Μπορούμε να πούμε ότι ο μαρξισμός ενδιαφέρει ανεξάρτητα από το αν ο Μαρξ είχε υπηρέτρια ή αν απατούσε τη γυναίκα του. Ομοίως, η κριτική προς τις ελίτ ισχύει είτε ο Τσόμσκι παρέμενε φάρος ηθικής είτε συναγελαζόταν με εγκληματίες για να τον βοηθούν στα οικονομικά του. Αυτό θα ίσχυε ακόμη και αν ο Τσόμσκι ήταν ένοχος για πολύ πιο ειδεχθή εγκλήματα. θα μπορούσαμε πάντα να πούμε «άλλο ο άνθρωπος, άλλο το έργο, μη ζητάτε αγίους». Το πρόβλημα είναι ότι μια τέτοια επιχειρηματολογία ούτε λίγο ούτε πολύ μας λέει ότι μπροστά σε ένα τόσο σημαντικό έργο δεν θα πρέπει να σταθούμε στους βιασμούς.
Η ιστορία των αγώνων της Αριστεράς έχει στιγμές συλλογικού θριάμβου και έχει κι αυτή τους μάρτυρες και τους αγίους της. Οι αναρχικοί του 19ου αιώνα το έλεγαν “δύναμη του παραδείγματος” και πράγματι έχει πολλά κοινά με τη μίμηση του βίου του Χριστού στους χριστιανούς. Θέλω να πω ότι θεωρητικά μπορούμε και χωρίς αυτό. Πράγματι. Αλλά ότι ένας από τους πιο διακεκριμένους κριτικούς των ελίτ συγχωρούσε τα εγκλήματά τους για να παίρνει μερικά από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι τους, είναι ένα όνειδος για όλους μας και μια ευθεία προσβολή προς τα θύματα, που θα προτιμούσαμε να είχαμε αποφύγει. Θεωρητικά, έχουν δίκιο όσοι λένε ότι η αλήθεια των πολιτικών επιχειρημάτων μας θα λάμπει ανεξάρτητα από το αν αυτός που τα διατύπωσε δεν τα εφάρμοζε ο ίδιος στη ζωή του. Μπορούμε να προσποιηθούμε σε αυτή τη βάση ότι άνθρωποι που θα συνιστούσαν φωτεινές εξαιρέσεις δεν πειράζει αν τελικά δεν είναι ούτε τόσο φωτεινές ούτε τόσο εξαιρέσεις.
Ο Τσόμσκι ιδιωτικά μιλά υποτιμητικά για τα θύματα και συμπαρίσταται στον θύτη, μιλώντας στον καταδικασμένο για την ‘υστερία” γύρω από την κακοποίηση των γυναικών. Την επικοινωνία αυτή φαίνεται να έχει επιβεβαιώσει και η γυναίκα του. Τα θύματα χρειάστηκαν τόνους θάρρους για να μπορέσουν να μιλήσουν και χρειάστηκε να δουν τον θύτη να γλιτώνει με μια κρυφή συμφωνία με τις αρχές, από έναν διεφθαρμένο εισαγγελέα που στη συνέχεια ανταμείφθηκε με θέση σε περιστρεφόμενες θύρες, όταν απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση Τραμπ λόγω του χειρισμού αυτής της υπόθεσης. Είναι κρίμα και για μας, να παριστάνουμε ότι αυτό είναι αδιάφορο, επειδή δεν αντέχουμε να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Θα πει κανείς, τι κερδίζουμε αν προστεθούμε κι εμείς στις χαιρέκακες θριαμβολογίες της δεξιάς που λέει ότι είναι κι ένας δικός μας στη λίστα της ντροπής;
Ένα δευτερογενές σκάνδαλο μέσα στην υπόθεση Έπστιν είναι ότι δεν διώχθηκε κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο και τη σύντροφό του, τη Γκιλέιν Μάξγουελ. Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μην προσθέσουμε και τη δική μας φωνή σε όσους αναφωνούν ένα μεγαλοπρεπές και πολύπλοκα διατυπωμένο «έλα μωρέ δεν έγινε και τίποτα», απέναντι στην ατιμωρησία των ισχυρών και τα πάθη των θυμάτων. Αυτό καθίσταται εφικτό ακριβώς διότι επιτρέπουμε έναν λόγο που κάθε φορά μας καθησυχάζει ότι υπάρχει κάτι ισχυρότερο και σημαντικότερο από τη φωνή των θυμάτων, ότι πρόκειται για πρόσωπο καθόλα αξιόλογο, με ακαδημαϊκές και επαναστατικές δάφνες, άρα μπορούμε και να παραμερίσουμε αυτές τις μαρτυρίες ως μια άβολη υποσημείωση σε μια λαμπρή συγγραφική καριέρα στην Αριστερά.
Αντιλαμβάνομαι ότι από όλη αυτή τη συμμορία των εγκληματιών, εμείς ασχολούμαστε με έναν διανοούμενο που στο κάτω κάτω δεν συμμετείχε στα εγκλήματα του κυκλώματος. Υπάρχει πράγματι διαφορετικός πήχης για τους ανθρώπους που αισθανόμαστε ότι είναι δικοί μας. Αυτό μπορεί να το εκμεταλλεύεται η Δεξιά, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Αλίμονο αν ο πήχης είναι η διαγωγή του Ντόναλντ Τραμπ.
Δεν θα παίξει ρόλο αυτό το άρθρο στην πορεία τού θέματος στα δικαστήρια, ούτε στην υστεροφημία του Τσόμσκι. Όμως μπορούμε να μην ενώσουμε τις φωνές μας με όσους κρατούν τις επικρίσεις τους για αδύναμους και σιωπούν απέναντι στους ισχυρούς. Και ο Τσομσκι εδώ δεν είναι το θύμα, είναι κάποιος που κράτησε μια στάση εντελώς απαράδεκτη. Με τα παραπάνω θέλω να πω ότι πρέπει οπωσδήποτε να αποφύγουμε να κάνουμε κι εμείς αυτό που συμβολίζει αυτή την υπόθεση: να αφήσουμε τον θαυμασμό μας να εμποδίσει την κριτική μας. Παρότι ο λόγος μας δεν θα φτάσει να επηρεάσει την υπόθεση Έπστιν ή έστω Τσόμσκι-Έπστιν, φτάνει σε υπαρκτά θύματα κακοποίησης. Ας μην τους λέμε ότι έχουμε πιο σοβαρές δουλειές να κάνουμε, από το να τις ακούσουμε.