Η πρωτοβουλία έρχεται να απαντήσει, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, στη διαχρονική απουσία ενός συνεκτικού στρατηγικού πλαισίου για την αγροτική πολιτική, σε έναν τομέα που αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της εθνικής οικονομίας, της διατροφικής ασφάλειας, της περιφερειακής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής της υπαίθρου.
Οι τρεις κοινοβουλευτικές δυνάμεις επισημαίνουν ότι ο πρωτογενής τομέας αντιμετωπίζει σοβαρά και χρόνιες παθογένειες, όπως το μικρό και πολυτεμαχισμένο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, το αυξημένο κόστος παραγωγής και τη χαμηλή παραγωγικότητα. Παράλληλα, αναφέρονται σε ελλείψεις σε βασικές υποδομές, στη διαχείριση των υδάτινων πόρων και στην ευρυζωνική κάλυψη, την ώρα που –όπως σημειώνουν– η αγροτική πολιτική παραμένει αποσπασματική και συχνά εξαρτημένη από τις εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται η ίδρυση ενός μόνιμου και υπερκομματικού θεσμού στρατηγικού σχεδιασμού, στον οποίο θα συμμετέχουν εκπρόσωποι της Πολιτείας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αγροτικών οργανώσεων και συνεταιρισμών, της ακαδημαϊκής και ερευνητικής κοινότητας, καθώς και κοινωνικοί εταίροι.
Κεντρικό στοιχείο της πρότασης αποτελεί η κατάρτιση δεσμευτικού Εθνικού Οδικού Χάρτη Αγροτικής Πολιτικής, ο οποίος θα εγκρίνεται από τη Βουλή και θα λειτουργεί ως υποχρεωτικό πλαίσιο αναφοράς για κάθε κυβέρνηση. Ο Οδικός Χάρτης θα περιλαμβάνει συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους, χρονοδιαγράμματα, δείκτες αξιολόγησης και μηχανισμούς λογοδοσίας, με στόχο τη διασφάλιση συνέχειας, διαφάνειας και αποτελεσματικότητας.
Σύμφωνα με τους εμπνευστές της πρότασης, η δημιουργία του Συμβουλίου στοχεύει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, στη στήριξη του αγροτικού εισοδήματος, στην ορθολογική αξιοποίηση των εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων, καθώς και στην προστασία του περιβάλλοντος και τη διασφάλιση της επισιτιστικής επάρκειας.
Όπως υπογραμμίζουν, πρόκειται για ένα βήμα προς μια σύγχρονη και συμμετοχική αγροτική πολιτική, με ουσιαστικό ρόλο της Βουλής στον στρατηγικό σχεδιασμό και τον δημοκρατικό έλεγχο του πρωτογενούς τομέα, με στόχο ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής γεωργίας και θα ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της νέας εποχής.