Ο Δημήτρης Χούλης μάς εξηγεί τι σημαίνει “διακινητής” τόσο για τον νόμο όσο και για την ίδια την πρακτική. Περιγράφει τις συνθήκες υπό τις οποίες γίνονται αυτά τα ταξίδια και εξηγεί ότι ο διακινητής όχι μόνο δεν είναι το απόλυτο κακό που περιγράφουν τα τηλεοπτικά κανάλια, αλλά είναι στην πραγματικότητα ένα αναγκαίο κακό, δηλαδή γέννημα της πολιτικής των κλειστών συνόρων.
Μετά την αλλαγή της νομοθεσίας πριν από μία δεκαετία, διακινητής θεωρείται όποιος έχει πιάσει το τιμόνι. Πρακτικά αυτός μπορεί να είναι ένας φτωχός άνθρωπος που έχει τα παιδιά του μαζί του. Φυσικά, οι πραγματικοί διακινητες σπάνια βρίσκονται στη βάρκα.
Είναι μια συνέπεια αυτής της πολιτικής που το ελληνικό κράτος δεν έχει καμία διάθεση να αντιμετωπίσει, εξού και δεν έχει στραφεί ποτέ στα σοβαρά εναντίον των πραγματικών διακινητών, που είναι πολύ εύκολο να βρεθούν.
Μιλά για τον κατηγορούμενο ως διακινητή, τον οποίο εκπροσωπεί νομικά, τον Μοχάμεντ, επισημαίνοντας ότι η εθνικότητα έχει αντικαταστήσει το όνομα του στον δημόσιο λόγο, και ξεκινά μιλώντας για το ότι είναι καλά στην υγεία του και αυτό αποτελεί και ένα επιχείρημα υπέρ της αθωότητας του, διότι αν ήταν οδηγός του σκάφους θα είχε τραύματα από την πρόσκρουση πάνω στο τιμόνι.
Αναφέρει την κατάσχεση των κινητών και το γεγονός ότι στους επιζώντες επιδείχθηκε μόνο μία φωτογραφία, του κατηγορούμενου, προκειμένου να τον αναγνωρίσουν.
Στο τέλος μιλά για τις επιθέσεις που έχει δεχθεί ο ίδιος. Ξεκινά λέγοντας ότι δεν πρέπει ποτέ να χάνουμε από το οπτικό μας πεδίο την προτεραιότητα να προστατευθούν τα πραγματικά θύματα, οι μετανάστες. Στην συνέχεια εξηγεί ότι πέρασε δύο χρόνια να προσπαθεί να επαναφέρει τη ζωή του με τα τεράστια πρόστιμα και τις διώξεις και επανέρχεται στα ναυάγια. Την κανονικότητα των νεκρών μεταναστών στις παραλίες της χώρας μας, χωρίς κανείς να σοκάρεται.