της Ιόβης Μαραγκού,
Συντονίστριας του Τομέα Ισότητας Φύλου και ΛΟΑΤΚΙ+ του ΜέΡΑ25
Αρχικά, ο όρος «Σύνδρομο Γονεϊκής Αποξένωσης» δεν αποτελεί επιστημονικά τεκμηριωμένη διάγνωση, αλλά μια αμφιλεγόμενη θεωρία που έχει χρησιμοποιηθεί διεθνώς για να αμφισβητηθούν καταγγελίες κακοποίησης. Είναι αποκαλυπτικό το ότι δεν αναγνωρίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ως διαταραχή και πως έχει απορριφθεί από τη νομική κοινότητα. Μάλιστα, η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τη Βία κατά των Γυναικών και Κοριτσιών, Reem Alsalem, σε έκθεσή της προς το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, καταδίκασε τη χρήση του όρου και άλλων σχετικών εννοιών σε δικαστικές υποθέσεις, τονίζοντας τους κινδύνους που δημιουργεί για τα ανήλικα θύματα και τις μητέρες τους, κυρίως σε περιπτώσεις που υπάρχουν καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία και σεξουαλική κακοποίηση.
Η επιμονή οργανώσεων όπως οι «Ενεργοί Μπαμπάδες» στη ρητορική της αποξένωσης δεν είναι ουδέτερη. Μετατοπίζει το επίκεντρο από τη διερεύνηση της βίας στη δήθεν «χειραγώγηση» του παιδιού από τη μητέρα. Αντί να εξετάζεται σοβαρά ένα ιστορικό κακοποίησης, η μητέρα καλείται να αποδείξει ότι δεν «κατασκευάζει» καταγγελίες. Έτσι, αποτελεί εργαλείο απονομιμοποίησης των θυμάτων, στρέφοντας την αμφιβολία προς το θύμα και όχι προς τον φερόμενο ως θύτη.
Το 2021 ψηφίστηκε κάτω από την πίεση ομάδων που δήθεν νοιάζονται για τα δικαιώματα του παιδιού, ο κακοποιητικος Νομός Τσιάρα για την υποχρεωτική συνεπιμελεια. Μάλιστα, στη δημόσια συζήτηση που έγινε, δόθηκε χώρος και βήμα μόνο σε οργανώσεις που ασχολούνται με τα δικαιώματα των πατεράδων, υπήρχαν διαφημίσεις σε στάσεις λεωφορείων που υποστήριζαν την ψήφιση του νόμου, χωρίς να κληθεί στην δημόσια συζήτηση καμία συλλογικότητα, που να ασχολείται με τα γυναικεία ζητήματα και αποκλείστηκαν φεμινιστικές ομάδες. Επιπρόσθετα η εμπειρία από την εφαρμογή του νόμου για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια δείχνει ότι όταν η συνεπιμέλεια μετατρέπεται σε σχεδόν αυτόματο κανόνα, χωρίς σαφείς και αυστηρές εξαιρέσεις για περιπτώσεις βίας, το «συμφέρον του παιδιού» ερμηνεύεται αφηρημένα και αποκομμένα από την πραγματικότητα. Στην πράξη η ψήφιση και η εφαρμογή του νόμου για την Υποχρεωτική Συνεπιμελεια, έχει ως αποτέλεσμα παιδιά να αναγκάζονται να βλέπουν τους κακοποιητικους γονείς τους, ή ακόμη να βλέπουμε και κακοποιητικοί γονείς να παίρνουν την επιμέλεια τους. Η «γονική αποξένωση» δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνέχεια του κακοποιητικου νόμου.
Παράλληλα, η κυβέρνηση που επικαλείται το διεθνές δίκαιο επιλεκτικά, επιμένει να αγνοεί και να μην συμμορφώνεται με διεθνείς συμβάσεις και πορίσματα διεθνών οργανισμών στα οποία είναι μέλος, όπως ο ΠΟΥ. Αντίθετα νομοθετεί κακοποιητικους και αντιεπιστημονικούς νόμους. Η πολιτεία οφείλει να ευθυγραμμιστεί με τις διεθνείς δεσμεύσεις της και να λάβει σοβαρά υπόψη τις συστάσεις διεθνών οργανισμών. Η προστασία των παιδιών και των γυναικών δεν μπορεί να υποχωρεί μπροστά σε οργανωμένες πιέσεις που βαφτίζουν την ανισότητα «ουδετερότητα» και την αμφισβήτηση της βίας «δικαίωμα του πατέρα».
Αν πραγματικά ενδιαφερόμαστε για δικαιώματα του παιδιού και για το πως να στηριχθούν οι οικογένειες, τότε η προτεραιότητα πρέπει να είναι σαφής:
- καμία αναγνώριση ψευδοεπιστημονικών εννοιών όπως η «γονεϊκή αποξένωση»,
- κατάργηση του νόμου της υποχρεωτικής συνεπιμελειας,
- εξειδικευμένα οικογενειακά δικαστήρια με εκπαίδευση στη διάσταση του φύλου, με ουσιαστική συνεκτίμηση κάθε καταγγελίας έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, και με αυστηρή δικαστική δεοντολογία ώστε τα έμφυλα στερεότυπα κι η κουλτούρα βιασμού να μην μπορούν να αποτελούν πρακτική υπεράσπισης των κατηγορουμένων,
- πλήρης νομική και οικονομική στήριξη για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας και ειδική στήριξη για τις μονογονεϊκές οικογένειες,
- υποχρεωτική διαβούλευση με φεμινιστικές οργανώσεις για όλες τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε κοινοβουλευτικό πλαίσιο και οι οποίες αφορούν κοινωνικά και πολιτικά τις γυναίκες.
Η φεμινιστική διεκδίκηση δεν είναι «αντιπατρική». Είναι βαθιά υπέρ των παιδιών και της δημοκρατίας. Γιατι χωρίς αναγνώριση της έμφυλης βίας ως δομικού προβλήματος, καμία μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί προοδευτική — όσο κι αν παρουσιάζεται ως τέτοια.