Οι αποχωρήσεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η ηγεσία επιδιώκει «επανεκκίνηση» και «ανασυγκρότηση» μετά τη μετονομασία και το συνέδριο, ωστόσο η εσωτερική αμφισβήτηση φαίνεται να παραμένει έντονη. Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει επίσημη απάντηση από την πλευρά της ηγεσίας για το εύρος των αποχωρήσεων, ενώ αναμένεται να φανεί εάν το κύμα διαμαρτυρίας θα συνεχιστεί ή θα αποκλιμακωθεί το επόμενο διάστημα.
Αναλυτικά η ανακοίνωση αποχώρησης:
«Ζούμε σε μια εποχή βαθιάς αβεβαιότητας και συλλογικής αγωνίας. Έναν κόσμο που μετασχηματίζεται βίαια, δημιουργώντας ένα περιβάλλον ανισορροπίας και φόβου. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η Ευρώπη είναι ασταθής και ευάλωτη. Είτε θα τολμήσει τη βαθύτερη ενοποίησή της με σεβασμό στις εθνικές ιδιαιτερότητες είτε θα παραμείνει μια γερασμένη ήπειρος, εγκλωβισμένη σε ιδιοτελείς πολιτικές, σε εθνικούς εγωισμούς και καταδικασμένη σε μειωμένο διεθνή ρόλο.
Η Ελλάδα, μέσα σε αυτή τη δίνη, κουβαλά επιπλέον τις δικές της διαχρονικές υστερήσεις. Θεσμικές αδυναμίες, εξαρτήσεις της Δικαιοσύνης και των ΜΜΕ από την εκτελεστική εξουσία, πελατειακές σχέσεις, κομματισμό, απουσία ενός συνεκτικού αναπτυξιακού οράματος και δομική κοινωνική ανισότητα. Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς καλύτερες πολιτικές· χρειάζεται μια ριζική αλλαγή πολιτικής κουλτούρας με έμφαση στον άνθρωπο.
Αυτή η ανάγκη για αλλαγή αποτέλεσε τον πυρήνα της Ιδρυτικής Διακήρυξης του Κινήματος Δημοκρατίας. Ένα κείμενο που μίλησε με καθαρά λόγια για τις προκλήσεις της εποχής, που έθεσε το πολιτικό διακύβευμα και κάλεσε τους πολίτες να συμμετάσχουν ενεργά στη διαμόρφωση ενός βιώσιμου και καλύτερου μέλλοντος. Η Διακήρυξη υποσχέθηκε μια νέα μορφή πολιτικής: συμμετοχική, διαφανή, δημοκρατική, με σεβασμό στη βάση και με έμφαση στην ψηφιακή δημοκρατία. Υποσχέθηκε ένα κόμμα της σύγχρονης Κεντροαριστεράς, πιστό στις αξίες της εθνικής ανεξαρτησίας, της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της συλλογικής ευθύνης.
Ωστόσο, αυτή η υπόσχεση προδόθηκε από εκείνον που έπρεπε να τη φυλάει ως κόρη οφθαλμού, τον ίδιο τον Πρόεδρο του Κινήματος.
Εκφράζουμε τη βαθιά μας απογοήτευση απέναντι σε έναν Ιδρυτή που απομακρύνθηκε σταδιακά – και τελικά πλήρως – από τις αρχές που ο ίδιος πρώτος συνυπέγραψε. Που σε 2,5 χρόνια παρουσίας στην πολιτική σκηνή μετατοπίζεται διαρκώς, αλλάζοντας το πολιτικό ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται. Ξεκίνησε ως διάδοχος στο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, στη συνέχεια μίλησε για Κεντροαριστερά, τώρα διατρανώνει τον όρο «προοδευτικό Κέντρο», φλερτάροντας παράλληλα πολιτικά με την “καλή” Δεξιά και υιοθετώντας ρητορικές και πρακτικές που θυμίζουν επικίνδυνα τον Trumpισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προτροπή του στους Ευρωπαίους ηγέτες να βομβαρδίσουν ξένη χώρα κατά παράβαση των κανόνων διεθνούς δικαίου.
Η συνέπεια λόγων και έργων, θεμέλιο της πολιτικής αξιοπιστίας, κατέρρευσε.
Η εσωκομματική δημοκρατία, που παρουσιαζόταν ως ακρογωνιαίος λίθος του εγχειρήματος, υπονομεύτηκε συστηματικά. Δημιουργήθηκε μια νέα κομματική νομενκλατούρα, όπου συγκεκριμένοι βουλευτές, ήταν «πιο ίσοι» από τα απλά μέλη, διορισμένοι από τον Ιδρυτή να έχουν προνομιακή πρόσβαση στην οργανωτική δομή του κόμματος, χωρίς λογοδοσία στη βάση. Διαφάνεια υπήρχε μόνο όταν τα αποτελέσματα εξυπηρετούσαν τον Ιδρυτή και ένα μικρό αριθμό στελεχών γύρω του. Όταν η βάση διαφώνησε, η βούλησή της αγνοήθηκε. Θεσμοί παραγκωνίστηκαν, εκλεγμένα όργανα αποδυναμώθηκαν ή καταργήθηκαν de facto, η πολιτική συζήτηση φιμώθηκε. Όταν ο εκλεγμένος Γραμματέας του κόμματος αρνήθηκε να συναινέσει στη φίμωση αυτή, ζητήθηκε η παραίτησή του. Όταν τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου εγκάλεσαν τον Ιδρυτή για αυτή του την απόφαση, μεθοδεύτηκε η κατάργηση του ανώτατου συλλογικού Οργάνου.
Σταδιακά, το κόμμα μετατράπηκε σε ένα απολύτως προεδροκεντρικό σχήμα. Οι ψηφιακές λειτουργίες υπονομεύθηκαν, νέα στελέχη δεν αναδείχθηκαν και η πολιτική ταυτίστηκε με ένα πρόσωπο και τον στενό του κύκλο. Η κορύφωση αυτής της εκτροπής ήρθε με ένα αντι-καταστατικό Συνέδριο-παρωδία, που διέλυσε ό,τι είχε απομείνει από συλλογικότητα και δημοκρατική νομιμοποίηση, εγκαθιδρύοντας ένα μοντέλο σχέσης Ηγέτη/Μεσσία–Εκλεκτών/Αποστόλων–Μελών/Ποιμνίου.
Δυστυχώς η διαπίστωσή μας είναι σκληρή, μα όχι άδικη.
Είναι φανερό ότι το μόρφωμα στο οποίο εξελίχθηκε το Κίνημα Δημοκρατίας, και με νέο όνομα πλέον, δεν μπορεί να υπηρετήσει την Ιδρυτική του Διακήρυξη και για το λόγο αυτό δεν μπορούμε κι εμείς να παραμένουμε μέλη του. Διαχωρίζουμε τη θέση μας και την πορεία μας.
Απορρίπτουμε τον μεσσιανισμό και παραμένουμε πιστοί στην Ιδρυτική Διακήρυξη, όχι ως τυπικό κείμενο, αλλά ως ηθική και πολιτική δέσμευση για μια κοινωνία ενεργών πολιτών, για μια χώρα με ισχυρό κράτος δικαίου, για μια υγιή δημοκρατία. Προτάσσουμε το συλλογικό σχέδιο απέναντι σε αυτόκλητους σωτήρες, υπηρετούμε ισχυρούς θεσμούς απέναντι σε φαινόμενα προσωπολατρίας.
Η αποχώρησή μας δεν είναι ήττα. Είναι ανάληψη της ευθύνης, είναι επανένωση με την ελπίδα».