Το πόρισμα συντάχθηκε από αξιωματικούς της Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού και περιλαμβάνεται στη δικογραφία που διαβιβάστηκε στις δικαστικές Αρχές.

Κρίσιμο εύρημα αποτελεί η ύπαρξη αποσυνδεδεμένης ηλεκτροβάνας στο σημείο όπου οι σωληνώσεις προπανίου εξέρχονταν από το έδαφος και εισέρχονταν στο Κτίριο 2. Σύμφωνα με το πόρισμα, το καλώδιο της ηλεκτροβάνας κρεμόταν αποσυνδεδεμένο. Όπως επισημαίνεται, ο ρόλος της ηλεκτροβάνας είναι να διακόπτει αυτόματα την παροχή αερίου όταν οι ανιχνευτές εντοπίσουν διαρροή. Ωστόσο, εφόσον ήταν αποσυνδεδεμένη, δεν μπορούσε να διακόψει την παροχή σε περίπτωση διαρροής. Το πόρισμα σημειώνει ότι ακόμη και αν υπήρχαν ανιχνευτές εντός του κτιρίου, δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, καθώς η ηλεκτροβάνα δεν ήταν σε θέση να επιτελέσει τον βασικό της σκοπό: τη διακοπή της ροής αερίου.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις μαρτυρίες εργαζομένων σχετικά με έντονη οσμή, η οποία σύμφωνα με το πόρισμα είχε γίνει αντιληπτή ήδη από την περίοδο των Χριστουγέννων ή και μήνες πριν το δυστύχημα. Η οσμή εμφανιζόταν κατά διαστήματα και είχε αναφερθεί σε υπεύθυνους βάρδιας και προϊσταμένους. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τις καταθέσεις, δεν προκύπτει ότι αποκαταστάθηκε οριστικά το πρόβλημα ή ότι ελήφθησαν μέτρα που εξάλειψαν το φαινόμενο. Αντίθετα, αναφέρεται ότι υπήρχαν ισχυρισμοί από στελέχη της διοίκησης πως η οσμή δεν σχετιζόταν με υγραέριο.

Το πόρισμα επιβεβαιώνει επίσης ότι το υπόγειο του Κτιρίου 2, όπου συσσωρεύτηκε το εύφλεκτο αέριο και σημειώθηκε η έκρηξη, δεν φαίνεται να διέθετε νόμιμη οικοδομική άδεια ανέγερσης, βάσει των κατασχεθέντων εγγράφων. Τα ευρήματα της Πυροσβεστικής θεωρούνται καθοριστικά για τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς σκιαγραφούν μια σειρά τεχνικών ελλείψεων και παραλείψεων που προηγήθηκαν της έκρηξης.