του Βασίλη Κ. Φούσκα*

Οι αναλύσεις για τον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό, όπως και για κάθε κοινωνικό-πολιτικό φαινόμενο, επιδέχονται δύο ειδών προσεγγίσεις: μπορεί να εξετασθεί και να ερμηνευθεί ως δομή μέσα σε μια δοσμένη ιστορική περίοδο ή/και συγκυρία, αλλά μπορεί να προσεγγιστεί και ως πολιτική στρατηγική δίνοντας έμφαση στο δρων υποκείμενο, δηλ. στους φορείς που ασκούν κρατική (ιμπεριαλιστική) πολιτική. Οι οικονομολόγοι – και όχι μόνο – έχουν την τάση να κάνουν δομικές αναλύσεις των φαινομένων, χρησιμοποιώντας συχνά, πέρα από στατιστικές, δεδομένα σταθερών δειγμάτων (panel data) ή μοντέλα παλινδρόμησης (regression models), ενώ οι ιστορικοί συνηθίζεται να παρακολουθούν, να αναλύουν και να περιγράφουν τη δράση του/ων υποκειμένου/ων. Από μαρξιανή άποψη, την δομική τάση την συνόψισε το έργο του Louis Althusser, ενώ την ιστορική το έργο του György Lukács. Σ’ αυτό που ακολουθεί αναλύονται οι περιπέτειες του νέου Αμερικανικού ιμπεριαλισμού ως υψηλή στρατηγική των ιθυνουσών ελίτ των ΗΠΑ, μια υψηλή στρατηγική η οποία συγκροτήθηκε ως παγκόσμιο ηγεμονικό πρόταγμα την δεκαετία του 1940. Η έμφαση δίνεται στην δράση του υποκειμένου, δηλ. η προσέγγιση είναι ιστορική. Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι η υψηλή στρατηγική των ΗΠΑ, η οποία μπορεί να συμπυκνωθεί σε τρεις πυλώνες, αφού πέρασε πολλές κρίσεις και διασταθμούς από το 1939-40, βιώνει σήμερα μια υπαρξιακή κρίση, ενώ η Δύση συνολικά αδυνατεί να παραμείνει συμπαγής στις γραμμές της ως φορέας παγκόσμιας ασφάλειας και διεθνούς νομιμότητας.

Οι τρεις πυλώνες

Την δεκαετία του 1940 οι ΗΠΑ βάζουν τα θεμέλια της υψηλής στρατηγικής τους για τον καπιταλιστικό κόσμο και για τις καίριες γεω-στρατηγικές περιφέρειες (Μέση Ανατολή, Κεντρική Ασία, Λατινική Αμερική). Η στρατηγική αυτή είχε τρεις πυλώνες οι οποίοι έπρεπε να λειτουργούν μαζί και συντονισμένα ώστε να παράγουν ηγεμονία και διεθνή νομιμότητα. Οι τρεις αυτοί πυλώνες διαμορφώθηκαν σε όλη την πορεία της δεκαετίας του 1940, μέσα από πολλές συζητήσεις, πρακτική άσκηση πολιτικής, συνεχή διάδραση με Ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις, διαμάχες κλπ. Τους συνοψίζω:

  1. Η κεντρικότητα του δολλαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος γύρω από το οποίο όλα τα άλλα νομίσματα έπρεπε, κατά κάποιο τρόπο, να συστοιχίζονται. Αυτό εξασφαλίστηκε το 1944 (Bretton Woods) με τον λεγόμενο Χρυσό Κανόνα: $35 = 1 ουγγιά χρυσού. Δημιουργήθηκε, σ’ αυτό το επίπεδο, μια σχέση εξάρτησης και δορυφοροποίησης: Αμερικανικά κεφάλαια σε Ευρώπη, Ιαπωνία και αλλού, είσοδος Αμερικανικών πολυεθνικών στις καπιταλιστικές αγορές, εμπόριο σε δολλάρια με την Αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα σε κεντρική αποκλειστική θέση διάθεσης του αποθεματικού νομίσματος – κάτι που ο De Gaulle αργότερα είχε αποκαλέσει «εξαιρετικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ». Επίσης, αυτό που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι το εξής: οι ΗΠΑ, σε αντίθεση με ότι έκαναν οι Άγγλοι και οι Γάλλοι μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν «τιμωρούν» την Γερμανία ή την Ιαπωνία με υπέρογκα ποσά πολεμικών αποζημιώσεων – το αντίθετο: τις χρηματοδοτούν γεναιόδωρα να ανακάμψουν οικονομικά όσο γρηγορότερα γίνεται (Σχέδιο Μάρσαλ κλπ.) προκειμένου να χτιστούν εύρρωστες αγορές, εκτός ΗΠΑ, ώστε να μπορεί να καταναλώνεται και να επενδύεται το Αμερικανικό κεφάλαιο: Δυτική Ευρώπη και Ιαπωνία γίνονται οι κύριοι μοχλοί οικονομικής ενσωμάτωσης ενός νεο-ιμπεριαλιστικού συστήματος με Αμερικανική πρωτοκαθεδρία (primacy).
  2. Όμως η εξάρτηση δεν είχε απλά ένα νομισματικό/οικονομικό πυλώνα. Είχε και έναν βαθύτατα πολιτικό και στρατιωτικό πυλώνα, κι αυτός είναι εξίσου αν όχι περισσότερο σημαντικός. Σε αντίθεση με τη θεώρηση του George Kennan (containment/ανάσχεση), ο οποίος θεωρούσε ότι δεν πρέπει να μείνει ο Αμερικανικός στρατός στην Ευρώπη γιατί αυτό θα συσπειρώσει τους Σοβιετικούς – αρκούσε η ενδυνάμωση Γερμανίας και Ιαπωνίας – ο Dean Acheson με τον Paul Nitze (ο διάδοχος του Kennan στο Policy Planning Staff) έπεισαν τον Τρούμαν να ιδρύσουν το ΝΑΤΟ, να στρατιωτικοποιήσουν την πολιτική ανάσχεσης του Kennan και να μείνει ο Αμερικανικός στρατός σε Ευρώπη και Ιαπωνία κι όχι μόνο αυτό: να δημιουργήσουν παράλληλες παρακρατικές δομές εξουσίας μέσα σε όλα τα ΝΑΤΟϊκά κράτη, αλλά και πέρα από αυτά, συμπληρώνοντας την οικονομική εξάρτηση των συμμάχων με την πολιτική εξάρτηση. Τέτοια δομή ήταν η Gladio, για παράδειγμα, η οποία ενεργοποιούνταν όταν μια χώρα κινδύνευε από κάποιο κομμουνιστικό κίνημα (ενεργοποιήθηκε στην Ιταλία με την απαγωγή του Aldo Moro, στην Χιλή του Salvador Allende το 1973, στην Ελλάδα την δεκαετία του 1960, και στην Κυπριακή Δημοκρατία με την ΕΟΚΑ Β και αυτό που ο Βάσος Λυσσαρίδης είχε ονομάσει «μεταπραξικόπημα», δηλ. την περίοδο μετά την παραίτηση του Σαμψών στην Κύπρο στις 23 Ιουλίου του 1974, τρεις μέρες μετά την Τουρκική εισβολή, προκειμένου να αναβληθεί όσο γίνεται δυνατόν η κάθοδος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Κύπρο).
  3. Και φτάνουμε στον τρίτο πυλώνα που δεν πρέπει να θεωρηθεί καθόλου αμελητέος. Πρόκειται για το ιδεολογικό-φαντασιακό στοιχείο (ideational). Πως κατάφεραν οι ΗΠΑ να κάνουν όλες τις πρώην ιμπεριαλιστικές χώρες, ουσιαστικά, προτεκτοράτα τους; Πως τις έπεισαν; Τις έπεισαν με το να κατασκευάσουν έναν παγκόσμιο εχθρό. Δαιμονοποίησαν την Σοβιετική Ένωση και υπερέβαλλαν τις δυνατότητές της ότι, για παράδειγμα, ήταν έτοιμη να εισβάλει στην Δυτική Ευρώπη. Αυτό, ωστόσο, δεν ίσχυε σε καμμία περίπτωση. Όμως επινόησαν έναν εχθρό, έναν πρώην σύμμαχο με καίρια συμβολή στην ήττα του ναζισμού. Αυτή είναι η ουσία του όρου «ideational». Αυτός ο πυλώνας χρησιμοποιήθηκε πάρα πολύ ως εκφοβισμός για την δικαιολόγηση της παραμονής του Αμερικανικού στρατού σε Ευρώπη και Ιαπωνία και την ίδρυση του ΝΑΤΟ (με την Ιαπωνία είχε υπογραφεί ξεχωριστεί συνθήκη ασφάλειας που επέβαλε τη μόνιμη εγκατάσταση βάσεων στην χώρα, ειδικά στην Okinawa).

Όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται πολύ γλαφυρά σε ένα απόρρητο έγγραφο του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΠΑ, το περίφημο NSC-68, που το συνέταξε η ομάδα του Paul Nitze τo Μάρτιο του 1950. Το έγγραφο απελευθερώθηκε το 1975. Εκεί γίνεται σαφές πως για να είναι η Ουάσινγτον το παγκόσμιο κέντρο λήψης αποφάσεων σε όλα τα καίρια ζητήματα πολιτικής, οικονομίας και ασφάλειας, και όλοι οι σύμμαχοι να εκτελούν πειθήνεια αυτό που αποφασίζεται στην Ουάσινγτον, έπρεπε όλοι αυτοί οι πυλώνες να συμπίπτουν και να εργάζονται αρμονικά ως μία οργανική ολότητα αποδεχόμενοι την ηγεμονία των ΗΠΑ. Αμέσως, ο αμυντικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ εκτινάσεται από $13 δις σε $60 δις. Ωστόσο, το σημαντικό σ’ αυτήν την οργανική ολότητα ήταν ότι οποιαδήποτε στενή σχέση κι αν ανέπτυσαν οι σύμμαχοι μεταξύ τους – π.χ. η Γαλλία με την Γερμανία – αυτή η σχέση δεν θα μπορούσε να υπερκεράσει επ’ ουδενί λόγο την σχέση που είχε η καθεμία από αυτές τις χώρες με τις ΗΠΑ, που ήταν σχέση υποταγής. Ο όρος που έχει καθιερωθεί στην Αγγλο-Σαξωνική βιβλιογραφία για να περιγράψει τα παραπάνω είναι «hub-and-spoke imperialism». Ιστορικά, ο πρώτος στρατηγικός νους που επινόησε αυτή την πολιτική ήταν ο Γερμανός Καγκελάριος, Otto von Bismarck, στη διάδρασή του με τους Ευρωπαίους. Τώρα ήρθε η σειρά της Γερμανίας να υποστεί αυτή τη στρατηγική σχέση υποταγής. «Το ΝΑΤΟ», θα πει ο πρώτος γραμματέας του οργανισμού Lord Ismay, «δημιουργήθηκε για να κρατήσει τους Αμερικανούς μέσα [εννοεί στην Ευρώπη], του Ρώσους έξω [από την Ευρώπη] και τους Γερμανούς κάτω».

Η πρώτη κρίση

Ήταν όμως ποτέ δυνατόν όλο αυτό το οικοδόμημα να λειτουργήσει στην πράξη με την αρμονία που έπρεπε ώστε να παράγει εσαεί τα Αμερικανικά πρωτεία (primacy) στο Δυτικό κόσμο? Όχι. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ δημιούργησε τεράστια οικονομικά και πολιτικά προβλήματα στις ΗΠΑ και μέσα στο ΝΑΤΟ. Οι ΗΠΑ άρχισαν, από το πρώτο μισό της 10ετίας του 1960, να έχουν ελλείματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ανταγωνιστικά κέντρα συσσώρευσης κεφαλαίου δημιουργήθηκαν σε Δυτική Γερμανία και Ιαπωνία με αποτέλεσμα, σε βάθος χρόνου, να εντείνουν τις πιέσεις πάνω στην κερδοφορία της Αμερικανικής βιομηχανίας. Ακόμα, η αγορά χρυσού από Ιαπωνία και Γαλλία με πλεονασματικά δολλάρια συνέτειναν στην κρίση της καθιερωμένης ισοτιμίας δολλαρίου και χρυσού που είχε συμφωνηθεί στο Bretton Woods. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τους εργατικούς αγώνες, οδήγησαν στην κρίση του δολλαρίου το 1969-71 και στον στασιμοπληθωρισμό (stagflation) της δεκαετίας του 1970. Παρατηρούμε δηλαδή εδώ την αντικειμενική κρίση του οικονομικού πυλώνα της Αμερικανικής υψηλής στρατηγικής.

Έχει σημασία να δούμε τον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ κατάφεραν να θέσουν σε επαναλειτουργία τον ιμπεριαλισμό τους, αυτή τη φορά όχι με την ευρρωστία της παραγωγικής τους επιχείρησης και των παροχών ως πιστωτικής δύναμης (creditor power), αλλά με τα πρωτεία των τραπεζών και τους χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου: οι ΗΠΑ είχαν ήδη μετατραπεί σε μία ιμπεριαλιστική δύναμη χρέους (empire of debt). Εισερχόμαστε στην εποχή της νεο-φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης ή χρηματιστηκοποίησης.

Εδώ αρχίζει μια νέα περιπέτεια της Αμερικανικής ηγεμονίας, περισσότερο ασταθής, διότι τα πρωτεία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου δημιουργούν συνεχώς παλινδρομήσεις και φαινόμενα πλασματικής ανάπτυξης κεφαλαίων χωρίς θετικό αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία (οι «φούσκες» των χρηματαγορών). Η φάση αυτή στην οποία εισέρχεται η Δύση δεν μπορεί να φτάσει τους ρυθμούς πραγματικής ανάπτυξης όπως είχαμε την  λεγόμενη «Χρυσή Εποχή» του καπιταλισμού (1945-1970), έως που φτάσαμε στη μεγάλη του κρίση του 2007-09 και στην κρίση της Ευρωζώνης. Εν τω μεταξύ, είχαμε βιώσει δύο μεγάλους μετασχηματισμούς.

Οι δύο μεγάλοι μετασχηματισμοί

Οι δύο μεγάλοι μετασχηματισμοί μετά τη 10ετία του 1970 ήταν η κατάρρευση του Σοβιετικού συστήματος και η οικονομική άνοδος της Κίνας. Τι σήμαινε η κατάρρευση του Σοβιετικού συστήματος; Δεν ήταν απλά μια κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» της Ανατολής. Ήταν και μια κατάρρευση της Δύσης με την έννοια της παραπέρα ανασυγκρότησης των πολιτικο-οικονομικών συντεταγμένων και των συντεταγμένων ασφάλειας, δηλ. το βάθαιμα του νεο-φιλευθερισμού και την διεύρυνση του ΝΑΤΟ. Ο Ψυχρός Πόλεμος τελειώνει μόνο για την Ρωσία. Για την Δύση δεν τελειώνει. Η Δύση τον είδε ως νέα ευκαιρία καπιταλιστικής επέκτασης, δηλ. της επέκτασης του hub and spoke imperialism. Τα παραδείγματα είναι πολλά:

  1. Τη δεκαετία του 1990 βαθαίνει η χρηματιστηκοποίηση της οικονομίας και υπονομεύεται ακόμα περισσότερο ο παραγωγικός τομέας στις Δυτικές οικονομίες. Στην Ελλάδα είδαμε επί πρώτης κυβέρνησης Σημίτη την άνθιση του χρηματιστηρίου μέχρι που κατέρρευσε δραματικά το 1999.
  2. Προετοιμάζεται η κυριαρχία του ορντοφιλελεύθερου προγράμματος της Γερμανίας να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά μέσα στη ΕΟΚ/ΕΕ με το Μάαστριχτ, την εισαγωγή του Ευρώ το 1999 και το σύμφωνο σταθερότητας.
  3. Διευρύνεται το ΝΑΤΟ και η ΕΕ προς Ανατολάς – αλλά η ηγεμονία των ΗΠΑ επί της Ευρώπης διατηρείται – και έχει σημασία να δούμε ότι πρώτα οι χώρες της Κεντρικής/Ανατολικής Ευρώπης γινόταν μέλη του ΝΑΤΟ και μετά μέλη της ΕΕ. Ο παγκόσμιος ηγεμόνας πάντα προηγείτο, αν μη τι άλλο διότι το ΝΑΤΟ θεσμοποιούσε την εξάρτηση της ΕΕ από τις ΗΠΑ.
  4. Ενοποίηση της Γερμανίας.
  5. Κατάρρευση του Ιταλικού πολιτικού συστήματος  μέσα στα σκάνδαλα της tangentopoli.
  6. Ολοκληρωτικό τέλος της Κεϋνσιανής σοσιαλδημοκρατίας και σαφή υιοθέτηση του νεο-φιλελευθερισμού και δικαιωματισμού στα προγράμματά της (Clinton, Blair, Schröeder, Σημίτης).

Τι άλλο, όμως, σημαίνει η κατάρρευση της Ανατολής; Σημαίνει κάτι το πολύ συνταρακτικό για την ΝΑΤΟϊκή Δύση συνολικά: σημαίνει την απώλεια του πολύτιμου φαντασιακού εχθρού, της Σοβιετικής Ένωσης. Ποιος μπορούσε τώρα να δαιμονοποιηθεί για να συσπειρώσει τις συντηρητικές κοινωνίες και τα πολιτεύματα της Δύσης; Η «σύγκρουση των πολιτισμών» του Samuel Huntington δεν έφερε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα ακόμη και μετά το σοκ της 11 Σεπτεμβρίου 2001. Η Δύση, ιδιαίτερα η γερασμένη Ευρώπη, χρειάζονταν φτηνά εργατικά χέρια από Ισλαμικές χώρες. Άρα, τώρα έχουμε και κρίση του τρίτου πυλώνα της υψηλής στρατηγικής της Αμερικής, δηλ. του φαντασιακού πυλώνα.

Αλλά ήταν η οικονομική άνοδος της Κίνας και των BRICS μαζί με την μεγάλη χρηματιστηριακή  κρίση του 2007-09 και την σχεδόν αποσύνθεση της Ευρωζώνης που άγγιξαν τον πυρήνα των Ευρω-Ατλαντικών οικονομιών και της νεο-φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης/χρηματιστηκοποίησης. Κινεζικοί κολοσοί άρχισαν να διεισδύουν παντού (Λατινική Αμερική, Αφρική, Ευρώπη, Μέση Ανατολή, νέος δρόμος μεταξιού κλπ). Η Κίνα έχει τον απόλυτο έλεγχο στα αποθέματα και επεξεργασία των σπάνιων γαιών (rare earth elements and minerals) από τις οποίες εξαρτάται όλο το ψηφιακό-τεχνολογικό οικοδόμημα της Δύσης, συμπεριλαμβανομένης της αμυντικής βιομηχανίας. Επίσης, με όρους ισοτιμιών αγοραστικής δύναμης το ΑΕΠ της Κίνας είναι σήμερα μεγαλύτερο από το ΑΕΠ των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ έχει τόσο πολύ θορυβηθεί από την παγκόσμια οικονομική επέκταση της Κίνας ειδικά στους τομείς των υποδομών και της αγοράς επιχειρήσεων, ώστε προσπαθούν να σηκώσουν φραγμούς, νόμιμους ή παράτυπους, με την αρωγή άλλων κρατών. Χαρακτηριστική είναι η πίεση στην Ελληνική κυβέρνηση για την επένδυση της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά, η πίεση στο Πακιστάν για τον έλεγχο του λιμανιού του Gwadar από Κινεζικά συμφέροντα, ή η πίεση που ασκήθηκε στην Καναδική κυβέρνηση στην περίπτωση της σύλληψης της υποδιεθύντριας της Huawei, Meng Wanzhou. Ανάλογες πιέσεις σε παρόμοιες περιπτώσεις δέχονται οι κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Αυστραλίας και της Γερμανίας. Ο απώτερος στόχος είναι το μπλοκάρισμα της στρατηγικής διείσδυσης Κινεζικών επιχειρήσεων σε κράτη και δικαιοδοσίες που πρέπει να είναι υπό Αμερικανικό έλεγχο και επιρροή.

Βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή τεραστίων διαστάσεων. Οι παγόσμια χρηματιστική κρίση και η κρίση της πανδημίας έδειξαν ότι δεν υπάρχει μια δομική ιστορική στιγμή όπως την είχε προβλέψει ο Karl Polanyi, όπου μετά την αποτυχία της αγοράς θα υπάρξει νομοτελειακή παλινόρθωση των δημόσιων οικονομικών και της κοινωνικής πολιτικής για να επαναφέρει τις αγορές σε ισορροπία και να αποτραπεί η κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος (αυτό που ο Polanyi ονόμαζε «double movement»).

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι το βάθαιμα της χρηματιστηκοποίησης και χρησιμοποίηση κάθε τρόπου, συμπεριλαμβανομένου ακόμα και της πριμοδότησης των κρυπτο-νομισμάτων, ώστε το δολάριο να εξακολουθήσει να παραμένει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Συνεπώς, η γεωπολιτική στήριξη του δολλαρίου είναι στην ημερήσια διάταξη, και αυτό συνεπάγεται γεωπολιτική πίεση από τις ΗΠΑ, σε εχθρούς και φίλους, ακόμα και πολέμους, προκειμένου να στηριχτεί η παραπαίουσα πρωτοκαθεδρία του. Εδώ βρίσκεται η ουσία της κατανόησης της πολιτικής του Donald Trump και των προστατευτικών δασμών. Κοντολογής, δεν είναι ο Trump που κάνει όλα αυτά τα «αλλοπρόσαλα» στον τομέα της διεθνούς οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ, αλλά οι αναγκαιότητες που προκύπτουν από την κρίση του Αμερικανικού κράτους το οποίο εκπονεί την υψηλή ιμπεριαλιστική στρατηγική της χώρας. Ο Joe Biden, για παράδειγμα, δεν αντέστρεψε ούτε την αντι-μεταναστευτική πολιτική ούτε τους δασμούς που είχαν επιβάλλει η πρώτη κυβέρνηση Trump.

Σήμερα

Και οι τρεις πυλώνες σήμερα της Αμερικανικής υψηλής στρατηγικής, ή, για να είμαι πιο ακριβής, πτυχές αυτών των πυλώνων, είναι σε ανεπίστρεπτη κρίση.

Το φαντασιακό του Σοβιετο-Ρωσικού εχθρού έχει παντελώς καταρρεύσει για τις ΗΠΑ. Όχι ότι δεν μπορεί να επανέλθει, αλλά προς το παρόν δεν είναι ενεργό. Ο Τραμπ σήμερα επιδιώκει Αμερικανο-Ρωσική λύση στο Ουκρανικό παραμερίζοντας παντελώς την Ευρωπαϊκή Ένωση – οι μόνοι που έχουν ακόμα ως σημαία το φαντασιακό-αντι-Ρωσικό μένος είναι η ΕΕ και, κυρίως, η Αγγλία. Οι δομές Gladio δεν έχουν εξαφανιστεί αλλά δεν έχουν την ίδια οργανωτική δύναμη. Ακόμη, έχουν αλλάξει κατεύθυνση, δεν στηρίζονται πλέον στην απώθηση του κομμουνιστικού κινδύνου διότι αυτός δεν υπάρχει και, επιπρόσθετα, έχει εισχωρήσει ως ισχυρό σημείο ταυτότητας η υπεράσπιση του Ευρώ και της Γερμανικής Ευρώπης. Αυτό το σημείο φάνηκε καθαρά στην Ελληνική κρίση χρέους την περίοδο του δημοψηφίσματος το καλοκαίρι του 2015: υπήρχε όντως κίνδυνος Ευρω-πραξικοπήματος αν η Ελλάδα πτώχευε εκτός Ευρωζώνης. Η αλήθεια είναι ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν την δυνατότητα να χρηματοδοτούν τις δομές Gladio και τους διεθνείς οργανισμούς που αυτές έφτιαξαν από την δεκαετία του 1940 μέχρι σήμερα – αυτό είναι το μύνημα του Trump όταν βλέπει ότι η Αμερική έχει 7% επί του ΑΕΠ έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό. Επίσης το χρέος των ΗΠΑ αγγίζει τα $40 τρις και το χρέος στο διμερές εμπόριο με τη Κίνα να είναι στα $300 δις. Ο παγκόσμιος Νότος και η Κίνα είναι αυτές που παράγουν. Από το 2000 μέχρι το 2025 στις ΗΠΑ έκλεισαν 70,000 βιομηχανικές μονάδες. Η παραγωγή έχει πάει στην Ασία και τον παγκόσμιο Νότο.

Οι ΗΠΑ σήμερα κυριαρχούν στο παγκόσμιο χρήμα (αποθεματικό νόμισμα) και, ακόμα, κυριαρχούν σε επίπεδο ισχύος. Αμερικανικές βάσεις υπάρχουν σχεδόν σε όλον τον πλανήτη. Ελέγχουν τα πυρηνικά της Γερμανίας, της Αγγλίας και όλων των ΝΑΤΟϊκών κρατών. Ο κόσμος μας είναι πλέον πολυπολικός αλλά οι ΗΠΑ έχουν ακόμα τα πρωτεία χρήματος και ισχύος. Άρα έχουμε ένα πολυπολικό κόσμο με δύο Αμερικανικές δεσπόζουσες – το χρήμα (δολλάριο) και την ισχύ. Ωστόσο, οι τρεις πυλώνες έχουν πλέον τεράστιες ρωγμές που δεν επουλώνουν. Έχει αρχίσει η αποσύνθεσή τους, και αυτό ήταν κάτι που είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1960, επιτάθηκε την δεκαετία του 1970, ανέκαμψε μερικώς στην συνέχεια την περίοδο της νεο-φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης (1980-2007), αλλά έχει σήμερα φτάσει σε ένα σημείο μεγάλης καμπής και νέας κρίσης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των υπερχρεωμένων εταιρειών που έχουν επενδύσει στην τεχνητή νοημοσύνη και οι οποίες βλέπουν πτωτικές τάσεις στα ποσοστά των κερδών τους. Ακόμη, υπάρχει μια σχετική αποσύνθεση του Ευρω-ατλαντισμού, που δεν ανάγεται αναγκαστικά στην πολιτική του οικονομία: για παράδειγμα, ενώ Ευρω-ατλαντικά κεφάλαια εξακολουθούν να δίνουν την εικόνα του πιο δυναμικού γεω-οικονομικού μπλοκ στον κόσμο, οι ΗΠΑ παραμερίζουν την Ευρώπη και την Αγγλία στην λύση του Ουκρανικού ζητήματος και προσπαθούν να συγχρονιστούν με την Ρωσία.

Η Ελλάδα

Ποια είναι η θέση της Ελλάδας σήμερα μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα της αργής και μακρόσυρτης παρακμής του νέου Αμερικανικού ιμπεριαλισμού;

Η ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ το 1952 ήταν ιεραρχημένη. Δεν υπήρχε ισοτιμία. Η Τουρκία, σύμφωνα με εκθέσεις του Γενικού Επιτελείου των ΗΠΑ τέλη της 10ετίας του 1940, είχε σαφέστατα μεγαλύτερη γεω-στρατηγική βαρύτητα απ’ ότι η Ελλάδα. Η πρακτική συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν ότι σε κρίσιμα ζητήματα των Ε/Τ διαφορών που έμελε να προκύψουν – Κυπριακό, Αιγαίο, Ελληνισμός Κων/πολης, μειονότητα Θράκης, Ίμβρος/Τένεδος – τα εθνικά αιτήματα της Τουρκίας είχαν το πραβάδισμα. Αυτό όμως το οποίο επίσης ίσχυε από την αρχή ήταν ότι ποτέ οι δύο χώρες δεν έπρεπε να φτάσουν σε πόλεμο – πρόκειται για το «δόγμα μη-πολέμου» το οποίο ισχύει από το 1952. Μ’ αυτή την έννοια, το σχετικό πλεονέκτημα που, υπό προϋποθέσεις, μπορούσε να στηρίξει την Ελλάδα (ή την Κυπριακή Δημοκρατία) ήταν όταν τολμούσε να φέρει τα πράγματα στα άκρα, χωρίς να ενδίδει στις πιέσεις της Τουρκίας για εκχωρήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αυτό μπορεί να αποκαλεστεί ως «πολιτική στρατηγική των ορίων». Τέτοια πολιτική ήταν σε θέση να ασκήσουν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Η εκτίμηση των ΗΠΑ για την Ανατολική Μεσόγειο δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα, κι αυτό μπορεί να το δει κανείς τόσο σε κείμενα και εκθέσεις του Πενταγώνου, όσο και στις πράξεις των Αμερικανικών ελίτ και του ίδιου του Προέδρου Trump σήμερα. Αν κάτι έχει αλλάξει είναι ότι η θέση της Ελλάδας – τόσο των λαϊκών στρωμάτων όσο και των επιχειρηματικών τάξεων – έχει αδυνατίσει πάρα πολύ με τα μνημόνια και την διαρκή λιτότητα ενώ η θέση της Τουρκίας έχει ενισχυθεί αφάνταστα, τόσο σε διεθνές οικονομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ισχύος και εξαγωγής ισχύος – γιαυτό και ο ορθός ορισμός της Τουρκίας είναι αυτός της περιφερειακής ιμπεριαλιστικής χώρας.   

 

 

*Ο Βασίλης Κων/νου Φούσκας είναι καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου και συγγραφέας του: Το μελάνωμα της Κύπρου. Οι ευθύνες των Κων/νου Καραμανλή και Ευάγγελου Αβέρωφ για την Κυπριακή τραγωδία (Επίκεντρο, 2024). Το παρόν κείμενο αντλεί από την εισήγηση του συγγραφέα που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Μπάτση με θέμα «Γεωστρατηγική και διεθνείς εξελίξεις» στις 17 Φεβρουαρίου 2026.