Στα τέλη Δεκεμβρίου, η ισραηλινή κυβέρνηση είχε δώσει τελεσίγραφο 60 ημερών σε 37 διεθνείς οργανισμούς, ανάμεσά τους οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα και το Νορβηγικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, ζητώντας τους είτε να συμμορφωθούν με νέους κανονισμούς είτε να διακόψουν τη δράση τους στη Γάζα και την κατεχόμενη Δυτική Όχθη.

Το επίμαχο σημείο των νέων κανονισμών ήταν η υποχρέωση των οργανώσεων να παραδώσουν στο Ισραήλ πλήρη κατάλογο με τα στοιχεία των Παλαιστίνιων εργαζομένων τους. Η ισραηλινή πλευρά υποστήριζε ότι το μέτρο είναι απαραίτητο για να διασφαλιστεί ότι η ανθρωπιστική βοήθεια δεν καταλήγει σε ένοπλες ομάδες, ενώ παράλληλα κατηγορούσε μέλη των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για «διασυνδέσεις με τρομοκρατικές οργανώσεις».

Οι ΜΚΟ αντέδρασαν άμεσα, προσφεύγοντας στο Ανώτατο Δικαστήριο. Υποστήριξαν ότι η παράδοση των προσωπικών δεδομένων των Παλαιστίνιων συναδέλφων τους θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή τους, ειδικά σε μια περίοδο που εκατοντάδες εργαζόμενοι στον ανθρωπιστικό τομέα έχουν ήδη σκοτωθεί ή τραυματιστεί στη Γάζα.

Οι οργανώσεις τόνισαν ότι η συμμόρφωση με την ισραηλινή απαίτηση θα παραβίαζε τόσο την αρχή της ουδετερότητας της ανθρωπιστικής δράσης όσο και την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινή διαταγή που επιτρέπει στις ΜΚΟ να συνεχίσουν τις περισσότερες δραστηριότητές τους, μέχρι να εξεταστεί σε βάθος η υπόθεση. Η απόφαση εκφράζει ουσιαστικά την ανάγκη στάθμισης μεταξύ των ισχυρισμών της κυβέρνησης περί ασφάλειας και του κινδύνου κατάρρευσης της ανθρωπιστικής βοήθειας στον θύλακα.

Η Άθινα Ρέιμπερν, εκτελεστική διευθύντρια της AIDA, δήλωσε ότι οι οργανώσεις περιμένουν τώρα να δουν πώς θα ερμηνευτεί η δικαστική εντολή από την κυβέρνηση, σημειώνοντας πάντως ότι η κατάσταση στη Γάζα παραμένει «καταστροφική».

Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις καλύπτουν σήμερα πάνω από το 50% της επισιτιστικής βοήθειας στη Γάζα, το 60% των επιχειρήσεων των νοσοκομείων πεδίου και το σύνολο της θεραπείας παιδιών με σοβαρό οξύ υποσιτισμό.