του Θάνου Καμήλαλη

Με τον πόλεμο κατά του Ιράν να συνεχίζεται για δεύτερη εβδομάδα, φαίνεται ότι η κρισιμότητα των γεγονότων είναι αντιστρόφως ανάλογη της σοβαρότητας της δημόσιας συζήτησης στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, γίνεται μεγάλη προσπάθεια να μην υπάρξει καμία συζήτηση. Ό,τι χειρότερο δηλαδή για μία χώρα που εμπλέκεται όλο και περισσότερο σε συγκρούσεις μακριά από τα σύνορά της, όλο και συχνότερα (Γάζα, Ιράν) στο πλευρό του επιτιθέμενου. Είμαστε σε ένα σημείο που ακούμε τα καμπανάκια, ακόμα και από τα βρετανικά εδάφη στην Κύπρο, αλλά δεν έχουμε συνέπειες. Είμαστε σε απόσταση ασφαλείας, αλλά γεωγραφικά πολύ κοντά στο drone που έπεσε. Παρακολουθούμε ιστορικά γεγονότα που δεν συμβαίνουν σε κάποια μακρινή, άγνωστη γωνιά του πλανήτη, αλλά δίπλα μας, σαν να τα βλέπουμε με τα μάτια μας κοιτώντας κάποιες σκιές στο βάθος του ορίζοντα. Χρειάζεται ψυχραιμία, σοβαρότητα, γνώση και ουσία.

Μιλώντας στη Βουλή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απαίτησε από την αντιπολίτευση συναίνεση, «έναντι των συνθημάτων που διχάζουν». Μίλησε ειρωνικά για «επαγγελματίες ανησυχούντες, πότε για την υπεύθυνη θέση της χώρας και πότε για το Διεθνές Δίκαιο». Κάλεσε αυτούς τους κακούς ανησυχούντες να αντιληφθούν ότι «η εξωτερική και η αμυντική πολιτική δεν ασκείται με ιδεολογικά αλλά ασκείται με εθνικά κριτήρια». Δηλαδή η πλήρης πρόσδεση στα συμφέροντα ΗΠΑ και Ισραήλ δεν είναι απλά πολιτική της κυβέρνησης. Είναι κάτι πολύ ανώτερο, «εθνική πολιτική» που σημαίνει, η μόνη αποδεκτή. Η αντιπολίτευση, σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό δεν μπορεί να διαφωνεί γιατί «διχάζει», οφείλει μόνο να συναινεί, αλλιώς είναι ανόητη και ιδεοληπτική. Οι χούλιγκαν της Νέας Δημοκρατίας θα προσέθεταν εδώ το «προδοτική».

Φυσικά δεν πάει έτσι. Δεν υπάρχει ένα de facto «εθνικό κριτήριο», υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές και απόψεις για το πώς θα επιτευχθεί το καλύτερο για την οποιαδήποτε χώρα. Η Ισπανία για παράδειγμα, με τον Πέδρο Σάντσεθ πρωθυπουργό κάνει μια διαφορετική επιλογή. Δεν επιτρέπει τη χρήση στρατιωτικών βάσεων για επιθέσεις των ΗΠΑ στο Ιράν, πριν μερικούς μήνες ήταν η μόνη χώρα που δεν αποδέχτηκε τον νέο στόχο που έθεσε το ΝΑΤΟ για αύξηση των «αμυντικών» δαπανών στο 5% του ΑΕΠ μέχρι το 2030, δηλώνοντας ότι θέλει να εστιάσει στο κοινωνικό κράτος, ενώ είναι η πιο έντονη ευρωπαϊκή φωνή κριτικής στο Ισραήλ για τη γενοκτονία στη Γάζα, λαμβάνοντας μια σειρά από διπλωματικά, οικονομικά και νομικά μέτρα. Η στάση της συνοψίζεται στο “No a la guerra” (Όχι στον πόλεμο), όπως είπε ο Σάντσεθ σε διάγγελμά του.

Οι λυσσαλέες αντιδράσεις υποστηρικτών της ελληνικής κυβέρνησης κατά του Ισπανού Πρωθυπουργού καταδεικνύουν ότι η στάση υπέρ της ειρήνης θεωρείται πλέον ένα είδος επαναστατικής πράξης. Καταδεικνύουν επίσης ότι οποιαδήποτε αντίθετη φωνή θα στοχοποιείται χυδαία και έξαλλα, στο δίπολο του «ή είσαι μαζί μας ή εναντίον μας». Ο Σαντσεθ, ένας κεντροαριστερός πολιτικός των Σοσιαλιστών, χαρακτηρίστηκε μαζικά στην Ελλάδα ως «υποστηρικτής μουλάδων» και «φιλότουρκος», με τον Δημήτρη Οικονόμου του ΣΚΑΙ να φωνάζει «με το Ιράν να είμαστε και με τον Σάντσεθ;»  και να χαρακτηρίζει ως «καραγκιόζηδες» όσους εξήραν τη στάση του. Είναι φοβερό το πώς χιλιάδες άνθρωποι και δεκάδες δημοσιολογούντες σκέφτηκαν ταυτόχρονα το ότι η Ισπανία εξάγει όπλα στην Τουρκία, αλλά παρέλειψαν φυσικά να αναφέρουν ότι το ίδιο κάνουν η Γερμανία, η Βρετανία και φυσικά οι ΗΠΑ. Μετά άρχισαν τα περί «κωλοτούμπας» όταν η Ισπανία ανακοίνωσε ότι θα στείλει φρεγάτα στην Κύπρο, μια χώρα της Ε.Ε., στο πλαίσιο ευρωπαϊκού συντονισμού. Δεν μιλάμε τώρα για τις ακραίες, περιθωριακές φωνές κριτικής προς την Ισπανία. Αυτές ήταν όλες οι φωνές.

Φυσικά, ο λόγος που η Ισπανία ενόχλησε τους Έλληνες πολέμαρχους είναι το ότι έδειξε ότι γίνεται. Ότι μπορεί ένα κράτος – μέλος του ΝΑΤΟ, να υιοθετήσει μία ουσιωδώς διαφορετική στάση στα πιο κρίσιμα ζητήματα. Να μιλήσει για την πραγματικότητα, για τον παράνομο πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ, για το Διεθνές Δίκαιο την Ειρήνη κι απλά να πει ένα «όχι στο όνομά μου». Σε κανονικές συνθήκες, η στάση της ισπανικής κυβέρνησης (που δεν ξέρουμε πόσο θα κρατήσει) θα ήταν απλώς μετριοπαθής. Σήμερα προπαγανδίζεται ως τουλάχιστον αδιανόητη, για να μην παίρνουμε ιδέες.

Αν το αίτημα για ειρήνη και μη συμμετοχή θεωρηθεί επανάσταση, ουτοπία ή προδοσία, είμαστε σε πολύ επικίνδυνα μονοπάτια.

Φυσικά εμείς εδώ έχουμε πιο σοβαρά πράγματα να συζητήσουμε από τις στρατηγικές επιλογές της χώρας που την εμπλέκουν σε πολέμους. Όπως το ότι «ο Κίμωνας επέστρεψε στην Κύπρο μετά από 2.500 χρόνια». Πρόκειται για μια «είδηση» που αναπαράχθηκε σε άρθρα, τηλεοπτικά ρεπορτάζ, με κορυφαία ίσως στιγμή την ανάρτηση του βουλευτή της ΝΔ και καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, Άγγελου Συρίγου. Μια προσπάθεια σύνδεσης του αρχαιοελληνικού παρελθόντος και των Περσικών πολέμων με το σήμερα, βάσει του ονόματος της νέας φρεγάτας, προς τόνωση του «εθνικού φρονήματος». Μία μόνο από τις πολλές γελοιότητες που γράφονται, λέγονται, αναπαράγονται, σε μια ξεκάθαρη προσπάθεια να κυριαρχήσει η αποδοχή του πολέμου.

.Εδώ και χρόνια, υπάρχουν δύο βασικά επιχειρήματα γύρω από την εξωτερική πολιτική της χώρας, σε μια περίοδο όλο και εντεινόμενων πολεμικών συγκρούσεων: Το ηθικό και το ρεαλιστικό – συμφεροντολογικό. Το ηθικό επιχείρημα μεσουράνησε την περίοδο της παράνομης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και έχει να κάνει με τη στάση της χώρας στη «σωστή πλευρά της ιστορίας», όπως λεγόταν τότε καθημερινά. Γρήγορα όμως αυτή η επίκληση στην ηθική ξέφτισε, παράλληλα με την επίκληση του «δικαιώματος του Ισραήλ στην αυτοάμυνα», μετά τα δύο χρόνια γενοκτονίας στη Γάζα, τα εγκλήματα και την κατοχή στη Δυτική Όχθη, την επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα με την απαγωγή του Προέδρου της και τώρα την παράνομη επίθεση στο Ιράν. Τα προπαγανδιστικά δίπολα που επιστρατεύονται για να διατηρήσουν το «ηθικό πλεονέκτημα», όπως το «δημοκρατία εναντίον καθεστώτων» και το «δυτικός πολιτισμός εναντίον βαρβάρων», δεν μπορούν να κρύψουν το ότι η χώρα βρίσκεται συχνά με την πλευρά των επιτιθέμενων, παρέχοντας άνευ όρων στήριξη σε εκκωφαντικές παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου. Το γεγονός ότι οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες κατάντησαν να σέρνονται πίσω από τους Τραμπ και Νετανιάχου σίγουρα δεν βοηθάει όσους επιμένουν να παρουσιάζουν τη γεωπολιτική με απλοϊκούς όρους «καλών εναντίον κακών».

Έμεινε λοιπόν το πραγματιστικό επιχείρημα, που λέει ότι τα συμφέροντα της χώρας εξυπηρετούνται μόνο με την άνευ όρων στήριξη σε ΗΠΑ και Ισραήλ, στη λογική του προβλέψιμου συμμάχου. Πλέον, θα πρέπει να γίνει σαφές ότι αυτή η επιλογή, που υποτίθεται διασφαλίζει την ασφάλεια, ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Οι αμερικανικές βάσεις και η συστηματική προσπάθεια να εμφανίζεται η Ελλάδα ως πρωτοπαλίκαρο του ΝΑΤΟ σημαίνουν βαθύτατη, πρωτοφανή εμπλοκή. Η συνεχής αύξηση των πολεμικών εξοπλισμών, με τον Πρωθυπουργό μάλιστα να πρωτοστατεί σε αυτά τα καλέσματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα φέρει περισσότερες περικοπές στο κοινωνικό κράτος. Όσο κι αν η ΝΔ επιμένει να παρουσιάζει αυτή την κουβέντα ως παρωχημένη ή εκτός πραγματικότητας, τα χρήματα βγαίνουν από τα ίδια ταμεία και το λεφτόδεντρο δεν υπάρχει. Τέλος, η ιδέα ότι σε μια κρίσιμη στιγμή, οι ΗΠΑ θα ταχθούν στο πλευρό του πιο πιστού «συμμάχου», λειτουργώντας με όρους ηθικής και ανταπόδοσης, είναι εκτός πραγματικότητας, ειδικά μετά την αλλαγή στάσης στο παγκόσμιο ζήτημα της Ουκρανίας.

Όλα αυτά θα έπρεπε να αποτελούν αντικείμενο σοβαρής και υπεύθυνης πολιτικής συζήτησης, μακριά από πολεμικούς παροξυσμούς, «εθνικούς» μονόδρομους, πανηγυρισμούς για βόμβες και ψευδαισθήσεις μεγαλείου. Μιας συζήτησης που δεν φαντασιώνεται θριάμβους, αλλά μεριμνά για να μην αποδεχτούμε τα «φέρετρα με σημαία», όπως θα ήθελε ο Υπουργός Άμυνας, Νίκος Δένδιας, που ζήτησε προ λίγων μηνών την «αλλαγή κουλτούρας» στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η αντίδραση στον πόλεμο φαίνεται να είναι ισχυρότερη στην κοινωνία και στα ΜΜΕ των ΗΠΑ, από ό,τι στη χώρα μας. Οι επιθέσεις σε σχολεία και σε δομές Υγείας αποτελούν, στην καλύτερη, μικρές υποσημειώσεις.

Εμείς εδώ δεν μπορούμε καν να συμφωνήσουμε για το ποιος επιτίθεται και ποιος αμύνεται στον πόλεμο στο Ιράν. Αφιερώνονται ώρες τηλεοπτικών πάνελ με το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν στο επίκεντρο και αναλογικά ελάχιστος χρόνος στα πραγματικά κίνητρα της επίθεσης και τον έλεγχο των επιτιθέμενων. Το όψιμο ενδιαφέρον για τα δικαιώματα του ιρανικού λαού δεν επιβεβαιώνεται ούτε καν από τις δηλώσεις της κυβέρνησης Τραμπ, ενώ παραβλέπεται το στοιχειώδες δικαίωμα κάθε λαού να μην πέφτουν βόμβες στο κεφάλι του. 

Ακόμα κι αν υποθέσουμε, παραβλέποντας την απουσία διεθνούς νομιμοποίησης, ότι η επίθεση γίνεται για κάποιο «ανώτερο καλό», την απελευθέρωση του λαού του Ιράν από το καθεστώς, δηλαδή ακόμα και αν από εύλογο, πραγματικό ενδιαφέρον για τα κοινωνικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες αναγνωρίσουμε ψεύτικα, ανθρωπιστικά κίνητρα σε ΗΠΑ και Ισραήλ, θα πρέπει να εξηγηθεί πότε στο παρελθόν πήγε καλά αυτό το σχέδιο. Στο Ιράκ; Στο Αφγανιστάν; Στη Λιβύη; Στη Συρία;

Η ιστορία πάντα είναι διδακτική και δεν χρειάζεται να βυθιστούμε στα βιβλία και τα ντοκιμαντέρ για να καταλάβουμε τι γίνεται όταν η δημοκρατία εξάγεται με βομβαρδισμούς. Πότε η κοινωνική επανάσταση επιτεύχθηκε με επίθεση ξένου κράτους;  Υπάρχουν ιστορικά πρόσφατες εμπειρίες και γεγονότα, ούτε μια εικοσαετία δεν έχει περάσει. Υπάρχει κάποια ουσιώδης αλλαγή, που δείχνει ότι αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά; Βλέποντας ότι σήμερα οι «δυνάμεις του καλού» είναι ένας αμερικανός πρόεδρος με ροπή προς φασιστικές πρακτικές και ένας διεθνώς καταζητούμενος για εγκλήματα πολέμου η απάντηση είναι σίγουρα αρνητική.

«Γυναίκα, ζωή, ελευθερία» ήταν το σύνθημα των μεγάλων κινητοποιήσεων των Ιρανών το 2022, μετά τον θάνατο της Μάχσα Αμινί στα χέρια της «αστυνομίας ηθών», που προκάλεσαν διεθνή υποστήριξη. Η ιδέα ότι θα επιτευχθεί το πρώτο σημείο, τα δικαιώματα των γυναικών, παραβιάζοντας τα άλλα δύο, είναι στην καλύτερη πρόχειρη, στη χειρότερη υποκριτική. Μοιάζει πιο πιθανό σενάριο, η ξένη επίθεση να θάψει τα κοινωνικά αιτήματα, είτε μέσω της ισχυροποίησης του καθεστώτος στο εσωτερικό, είτε μέσω ενός παρατεταμένου εμφύλιου πολέμου. 

«Προσπαθούν να καβαλήσουν το κύμα των δίκαιων διαμαρτυριών του λαού και να εκτρέψουν το αντιδικτατορικό κίνημα από τον σωστό του δρόμο» εγραφε το ιρανικό κομμουνιστικό κόμμα Tudeh στις 12 Ιανουαρίου, αναφερόμενο στο σενάριο στρατιωτικής επέμβασης, εν μέσω των μεγάλων αιματηρών διαδηλώσεων. Οι ανακοινώσεις του το τελευταίο δίμηνο μοιάζουν ενδεικτικές του πώς αντιμετωπίζουν οι αντικαθεστωτικές δυνάμεις τα διαδοχικά κρίσιμα γεγονότα, «Στις σημερινές εξαιρετικά κρίσιμες και αποφασιστικές περιστάσεις, η κινητοποίηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης για τον τερματισμό της στρατιωτικής επιθετικότητας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και της εγκληματικής ισραηλινής κυβέρνησης κατά του Ιράν, καθώς και για την επίτευξη άμεσης κατάπαυσης του πυρός, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα που αντιμετωπίζουν όλες οι προοδευτικές, εθνικές και φιλειρηνικές δυνάμεις» τονίζει το Tudeh στις 6 Μαρτίου. «Στις δύσκολες αυτές συνθήκες, υπερασπιζόμενος το δικαίωμα της χώρας στην εθνική κυριαρχία, ο λαός του Ιράν επιζητεί πάνω απ’ όλα τον τερματισμό του πολέμου και την εγκαθίδρυση της ειρήνης, ώστε να μπορεί να καθορίσει το μέλλον της χώρας ελεύθερος από κάθε ξένη παρέμβαση. Ζητά τη διάνοιξη ενός δρόμου προς μια εθνική και δημοκρατική κυβέρνηση, την άμεση και χωρίς όρους απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων, καθώς και τη δημιουργία των προϋποθέσεων που θα του επιτρέψουν να διαδραματίσει έναν ενεργό και ουσιαστικό ρόλο στον καθορισμό του δικού του πεπρωμένου» προσθέτει.

 Φυσικά το ενδιαφέρον της κυρίαρχης αφήγησης για την ιρανική κοινωνία είναι υποκριτικό, όπως συμβαίνει κάθε φορά που επικρατούν τα δύο μέτρα και σταθμά. Αν δεν ήταν, θα είχε αμφισβητηθεί έστω η συμμαχία των δυτικών κρατών με μοναρχίες όπως η Σαουδική Αραβία και θα υπήρχε έντονη καταγγελία για τη διολίσθηση της δημοκρατίας στις ΗΠΑ επί Τραμπ. Αν υπήρχε πραγματικό ενδιαφέρον, οι πρόσφυγες θα αντιμετωπίζονταν πλειοψηφικά ως κατατρεγμένοι που διακινδυνεύουν τις ζωές τους για να ξεφύγουν από πολέμους, φυλακίσεις  και βασανιστήρια, όχι ως «εισβολείς» και «εθνική απειλή».

Αλλά είμαστε στην περίοδο του «ό,τι πιάσει». Ανθρωπισμός και μισαλλοδοξία, δημοκρατία και εθνικισμός, ρεαλισμός και μάχες αρχαίων Ελλήνων μπαίνουν όλα στο μπλέντερ με σκοπό την παθητική αποδοχή «αναπόφευκτων» συγκρούσεων και εγκλημάτων. Χωρίς συνοχή, χωρίς λογική, με μόνο στόχο τη διάλυση κάθε αμφισβήτησης και τη δημιουργία συναίνεσης στον όλεθρο. Οι οθόνες δείχνουν όλο και συχνότερα πόλεμο, αλλά δεν είναι βιντεοπαιχνίδι, ούτε ταινία του Χόλιγουντ, ούτε ποδοσφαιρικό ντέρμπι. Είναι φρίκη, καταστροφή, χαμένες ζωές για τους νεκρούς, χαμένη ζωή για τους ζωντανούς.