Η πλειοψηφία των γυναικών της Εθνικής Ομάδας ποδοσφαίρου του Ιράν, εν τέλη αποχώρησε από την Αυστραλία χωρίς έξι – εν τέλει – μέλη της. Όπως ανέφεραν Αυστραλοί αξιωματούχοι, «έκαναν φρενήρεις προσπάθειες για να βεβαιωθούν ότι οι παίκτριες κατανοούσαν πως τους προσφερόταν άσυλο».
Καθώς πλησίαζε η ώρα της πτήσης το βράδυ της Τρίτης, κάθε παίκτρια οδηγήθηκε ξεχωριστά για να συναντήσει αξιωματούχους, οι οποίοι μέσω διερμηνέων τους εξήγησαν ότι μπορούσαν να επιλέξουν να μην επιστρέψουν στο Ιράν. Επτά από τις γυναίκες είχαν ήδη αποδεχθεί ανθρωπιστικές βίζες που τους επέτρεπαν να παραμείνουν μόνιμα στην Αυστραλία.
Ωστόσο, μετά από «συγκινητικές» συναντήσεις, όπως τις χαρακτήρισε ο Αυστραλός υπουργός Εσωτερικών Τόνι Μπερκ, καμία άλλη παίκτρια δεν δέχθηκε την πρόταση, και η ομάδα αναχώρησε τελικά με τα υπόλοιπα μέλη, ενώ μία εκ των επτά γυναικών, άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να επιστρέψει.
Υπενθυμίζεται ότι η γυναικεία εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Ιράν βρέθηκε στο επίκεντρο διεθνούς ενδιαφέροντος κατά τη διάρκεια της συμμετοχής της στο Ασιατικό Κύπελλο Γυναικών 2026 που διεξάγεται στην Αυστραλία.
Η υπόθεση ξεκίνησε μετά τον πρώτο αγώνα της ομάδας απέναντι στη Νότια Κορέα, όταν οι Ιρανές παίκτριες παρέμειναν σιωπηλές κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου. Η στάση αυτή ερμηνεύτηκε από πολλούς ως πράξη διαμαρτυρίας κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, ενώ άλλοι τη θεώρησαν ένδειξη πένθους.
Το περιστατικό σημειώθηκε λίγες ημέρες μετά από στρατιωτικές επιθέσεις των Ηνωμένες Πολιτείες και του Ισραήλ εναντίον της Τεχεράνη, γεγονός που ενέτεινε το πολιτικό κλίμα. Στους επόμενους δύο αγώνες του τουρνουά οι παίκτριες τραγούδησαν κανονικά τον ύμνο, χωρίς να εξηγήσουν δημόσια την αρχική τους στάση.
Παράλληλα, ένας παρουσιαστής της ιρανικής κρατικής τηλεόρασης χαρακτήρισε τις παίκτριες «προδότες σε καιρό πολέμου», γεγονός που προκάλεσε ανησυχίες ότι ενδέχεται να αντιμετωπίσουν συνέπειες αν επιστρέψουν στο Ιράν. Μετά το περιστατικό, η διεθνής ένωση ποδοσφαιριστών FIFPRO ζήτησε από την Ασιατική Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία και τη FIFA να διασφαλίσουν την προστασία της ομάδας.
Μετά τον αποκλεισμό της ομάδας από το τουρνουά, η κυβέρνηση της Αυστραλίας προσέφερε τη δυνατότητα ασύλου στα μέλη της αποστολής. Ο υπουργός Εσωτερικών της χώρας, Τόνι Μπερκ, δήλωσε ότι οι παίκτριες ενημερώθηκαν ξεχωριστά ότι μπορούσαν να παραμείνουν στη χώρα μέσω ανθρωπιστικής βίζας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μόνιμη εγκατάσταση.
Αρχικά, πέντε παίκτριες έλαβαν άσυλο:
- η αρχηγός Ζάχρα Γκανμπάρι
- η Φατέμε Πασαντίδε
- η Ζάχρα Σαρμπάλι Αλίσαχ
η Μόνα Χαμούδι - και η Ατέφε Ραμεζανιζάντεχ.
Στη συνέχεια, ακόμη δύο μέλη της αποστολής, μία παίκτρια και ένα μέλος του υποστηρικτικού προσωπικού, αποφάσισαν επίσης να παραμείνουν στην Αυστραλία. Με τη βοήθεια της Αυστραλιανής Ομοσπονδιακής Αστυνομίας αποχώρησαν από την υπόλοιπη αποστολή και ολοκλήρωσαν τη διαδικασία για ανθρωπιστική βίζα μέσα σε μία νύχτα.
Ωστόσο, μία από αυτές τις γυναίκες αποφάσισε αργότερα να επιστρέψει στο Ιράν, μειώνοντας τον τελικό αριθμό σε έξι.
Η υπόλοιπη αποστολή αναχώρησε από το Αεροδρόμιο του Σίδνεϊ. Οι παίκτριες ταξίδεψαν προς την Κουάλα Λουμπούρ της Μαλαισία, όπου θα παραμείνουν προσωρινά σε ξενοδοχείο μέχρι να καθοριστεί η επιστροφή τους.
Η προπονήτρια της ομάδας, Μαρζιέ Τζαφαρί, είχε δηλώσει ότι «οι παίκτριες επιθυμούν να επιστρέψουν το συντομότερο δυνατό στη χώρα τους», τονίζοντας τη δυσκολία να αγωνίζονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις οικογένειές τους, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κρίσης.
Από την πλευρά της ιρανικής κυβέρνησης, αξιωματούχοι προσπάθησαν να καθησυχάσουν τις ανησυχίες. Ο πρώτος αντιπρόεδρος της χώρας, Μοχαμάντ Ρεζά Αρέφ, δήλωσε ότι το Ιράν «υποδέχεται τα παιδιά του με ανοιχτές αγκάλες». Παρόμοια δήλωση έκανε και ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαΐ, καλώντας τις παίκτριες να επιστρέψουν «με ειρήνη και εμπιστοσύνη».
Η υπόθεση προκάλεσε διεθνείς πολιτικές αντιδράσεις. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κατηγόρησε δημόσια την αυστραλιανή κυβέρνηση ότι δεν προσφέρει επαρκή προστασία στις αθλήτριες, αν και αργότερα έγινε γνωστό ότι οι συζητήσεις για άσυλο πραγματοποιούνταν ήδη ιδιωτικά.
Οι έξι γυναίκες που τελικά παρέμειναν στην Αυστραλία έχουν μεταφερθεί σε ασφαλή τοποθεσία. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, θα λάβουν υποστήριξη για στέγαση, υγειονομική περίθαλψη και μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα.