Δύο αδέρφια τα χωρίζει ο Εμφύλιος. Ο ένας φυγαδεύτηκε σε χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, ο άλλος μένει πίσω, ενώ ο γιος του αδελφού που έμεινε εδώ, που τους κινηματογραφεί τώρα που έχουν ενωθεί ξανά,  προσπαθεί να ανιχνεύσει τις δικές του ρίζες μέσα από τις διαδρομές της μνήμης, καταθέτοντας ολιγοσέλιδες αφηγήσεις, προσωπικές, και σε πρώτο χρόνο κάπως ασύνδετες με την κινηματογράφηση του θείου και του πατέρα του.

Στο βιβλίο του Καρκανέβατου η διήγηση διακλαδώνεται σε δυο ξεχωριστά κανάλια: ένα που στηρίζεται στη μνήμη (ο γιος)  και ένα που βασίζεται στην Ιστορία (τα αδέλφια).  Από τη μια έχουμε λοιπόν μια ντοκουμενταρίστικη σχεδόν καταγραφή των περιπετειών των δυο αδελφών, και ενδιαμέσως –ή όχι γιατί δεν γνωρίζουμε ποια είναι η κύρια αφήγηση- παρατίθενται κάποιες καταθέσεις του γιου, θραύσματα στοχασμού και αναπόλησης, γραμμένα σε μια γλώσσα καθαρά λογοτεχνική σε σχέση με την προφορικότητα των δυο αδελφών. Η αντίστιξη αυτών των δύο αφηγήσεων δημιουργούν το ποθητό «παραξένισμα» που έχουμε ανάγκη από κάθε λογοτεχνικό έργο για να ξεχωρίζει.

Μνήμη και ιστορία λοιπόν ως μυθοπλασία. Πώς σχετίζονται; Τι όρια μπαίνουν ανάμεσα στο βίωμα και στη λογοτεχνία; Θα αναζητήσουμε αυτή τη σχέση ξεκινώντας κάπως παράδοξα, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από την πρόσφατη συμβολή του Γιάννη Αντιόχου  στο αφιέρωμα του περιοδικού Φρέαρ (Ιανουάριος 2026), με θέμα Η γενιά μου. Ιστορίες Ενηλικίωσης:  

«Γεννημένος το 1969, δεν έχω κάποιο μεγάλο εθνικό αφήγημα να με καθορίζει. Έμαθα νωρίς να κοιτάζω τη μνήμη με μισό βλέμμα καχυποψίας και μισό βλέμμα βαθιάς τρυφερότητας. Η χούντα με προσπέρασε σαν σκιά στην άκρη της παιδικής μου ηλικίας — ένας ψίθυρος στις κουβέντες των γονιών μου …

Μεγαλώνοντας στην πόλη, έζησα τη διαδοχή εποχών που υπόσχονταν κάτι που δεν ερχόταν ποτέ. Κι αυτό το «ποτέ» έμαθα να το διαχειρίζομαι με υπομονή, ειρωνεία και περιστασιακή αυταπάτη. Δεν μεγάλωσα με ρήξεις. Όχι επειδή όλα ήταν καλά, αλλά επειδή τίποτα δεν με ανάγκασε να σταθώ απέναντι. Ζούσα μια κανονικότητα που έμοιαζε δεδομένη, ακόμα κι όταν το σπίτι μου οικονομικά δυσπραγούσε — σε μια πόλη που με κράτησε με στοργή και μυστήριο, χωρίς να μ’ απαιτήσει.

Δεν είχα μνήμες καταδίωξης, ούτε λόγους να εξεγερθώ, πέρα από τις μαθητικές κινητοποιήσεις που ξήλωναν τους υπουργούς Παιδείας τον έναν μετά τον άλλον. Κι αν θυμάμαι κάτι με ένταση, είναι οι ελλείψεις της δεκαετίας του ʼ70. Δεν μας έλειψαν όλα, αλλά δεν μας περίσσεψε τίποτα. Τα πανάκριβα βιβλία των αγγλικών, οι εγκυκλοπαίδειες σε δόσεις, τα πρώτα τζιν παντελόνια —αντικείμενα σπανιότητας, όχι καθημερινότητας. Ό,τι αποκτούσαμε, το αποκτούσαμε με οικογενειακό σχέδιο, προσπάθεια και αναμονή».

Ο ποιητής Γιάννης Αντιόχου ανήκει στην ίδια γενιά με την Γιάννη Καρκανέβατο. Και αυτό που καταμαρτυρεί ο Αντιόχου στο παραπάνω απόσπασμα, αφορά ένα ζήτημα που με τον τρόπο του θίγει και ο Καρκανέβατος στο βιβλίο του: πως περάσαμε από το συλλογικό στο ατομικό, δηλαδή από την Ιστορία στη μνήμη.  Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ως η γενιά που ακολούθησε τον εμφύλιο δεν έζησε γεγονότα, έζησε και παραέζησε, ωστόσο δεν βίωσε αυτό που θα ονομάζαμε Συμβάντα, δηλαδή ρήξεις που γεννούν νέες αλήθειες.  Έτσι αναγκαστικά άρχισε αυτή η γενιά να παρατηρεί περισσότερο τον εαυτό της και νομίζω πως αυτό -εντελώς σχηματικά και σαφώς παρακινδυνευμένα ως υπόθεση- αποτυπώνεται στα μεταπολιτευτική πεζογραφία.

Για να επιστρέψουμε στο βιβλίο. Η αντιπαραβολή μνήμης/ιστορίας στο Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά προκαλεί αφενός  σασπένς, καθώς η μια υπεισέρχεται στην άλλη,  και αφετέρου υποστυλώνει ένα είδος υπόγειας έντασης σε όλες τις σελίδες του τόμου, σαν να υπάρχει ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στις αφηγήσεις για το ποια θα καταθέσει πιο πειστικά την αλήθεια της. Και εδώ ερχόμαστε στο κρίσιμη διαφορά μνήμης/ιστορίας. Η μνήμη μπορεί να είναι πλανερή, μπορεί να ανασκευάσει και να δημιουργήσει αφηγήσεις, η ιστορία όμως είναι σχεδόν επιστημονική, μπορεί να τεκμηριωθεί ή όχι. Και είναι ο δομικός καθρεφτισμός της ιστορίας και της μνήμης που απογειώνει το βιβλίο του Καρκανέβατου. Γιατί  το συγγραφικό μοντάζ μάς οδηγεί πότε στην αφήγηση του πατέρα και του θείου του αφηγητή και πότε στις «καταθέσεις» του ίδιου του αφηγητή,  οι οποίες ωστόσο ποτέ δεν βγαίνουν από το λυκόφως μιας υποψίας∙ είναι πραγματικότητα ή όχι. Έχουμε να κάνουμε με τις μνήμες του αφηγητή; Ή είναι μυθοπλασία υποκρινόμενη τη μνήμη;

Προφανώς ο Καρκανέβατος, επειδή είναι εξαιρετικός συγγραφέας, δεν γράφει κάποιο ημερολόγιο. Αξιοποιεί τη μνήμη όχι για να ανακαλέσει αλλά για να συνθέσει. Χρησιμοποιεί σπαράγματα εικόνων, αισθημάτων, λέξεων για να δημιουργήσει μυθοπλασία.  Ανασυνθέτει διαρκώς τις αναμνήσεις σε κάτι διαφορετικό, σε λογοτεχνία, καθώς πιστεύω πως η λογοτεχνία τεκμαίρεται σε έναν υπαινιγμό. Όταν παρουσιάζει κάτι σαν πραγματικότητα! Λογοτεχνία δηλαδή είναι ο κροκόδειλος που διαφεύγει στον Υμηττό. Ή το ψάρι που ίσως τη γλιτώνει από το σιφόνι. ‘Η το γράμμα από τον Γ. Παπαδόπουλο, για να αναφέρω μερικά μόνο παραδείγματα από το βιβλίο.

Ταυτοχρόνως, ο συγγραφέας δεν αρδεύει μόνο, αλλά και θεματοποιεί τις έννοιες της μνήμης και Ιστορίας, δηλαδή προβληματίζεται πάνω σε αυτές. Πετυχαίνει τη θεματοποίηση αυτή με τρεις τρόπους: α) Με το κινηματογραφικό μοντάζ, β)  με την υποψία που γεννιέται στο μυαλό μας για αυτά που περιγράφει ο αφηγητής,  και γ) από την ένταση στην οποία αναφέρθηκα στην αρχή, τοποθετώντας τη μνήμη και την ιστορία πλάι πλάι. Βέβαια ανάμεσα στους δύο ανταγωνιστές υπάρχει ένας διάλογος. Για παράδειγμα η βαλίτσα της πρώτης αφήγησης – μια μεταφορά της προσωπικής ιστορίας-  μας κατευθύνει στην πρώτη καταγραφή του πατέρα και του θείου, ενώ το τελευταίο κείμενο, το τυφλό ελάφι, συγκεντρώνει και επικυρώνει όλη τη θεματική του «κυνηγημένου» που διαπερνά ειδικά την ιστορία των αδελφών.

Σε μία από αυτές τις αφηγήσεις, μάλλον η πιο προσωπική –προσοχή εδώ, προσωπικό δεν σημαίνει και πραγματικό- στη Λευκή Τίγρη, ο αφηγητής αναφέρει ένα επεισόδιο από τις σπουδές του στην σχολή Σταυράκου, όπου και ως νεαρός σπουδαστής διαφωνεί με έναν δάσκαλό του για τον Θ. Αγγελόπουλο, και πιο συγκεκριμένα για τον Θίασο. Θα έλεγα πως αυτό το απόσπασμα μαρτυρά περισσότερα από όσα θα ήθελε ο συγγραφέας για τις επιρροές, τις προθέσεις και κυρίως για τον τρόπο που πλαισιώνει τις αφηγήσεις του∙ γιατί ο Αγγελόπουλος, ο πρώτος Αγγελόπουλος τουλάχιστον, είναι ο Έλληνας σκηνοθέτης που καταπιάνεται πιο πολύ από κάθε άλλον με την ίδια την έννοια της Ιστορίας. Και δεν εννοώ  πως απλώς να αναπτύσσει μια πλοκή μέσα σε ένα ιστορικό πλαίσιο, αλλά πως ανατέμνει και στοχάζεται πάνω στους ίδιους τους μηχανισμούς της ιστορία.  Γι’ αυτό και η ταινία κλειδί-πιστεύω- για μια γόνιμη «διακειμενικότητα» ανάμεσα σε διαφορετικά είδη  (σε ένα βιβλίο και μια ταινία) είναι το Ταξίδι στα Κύθηρα. Ο σκηνοθέτης μετατρέπεται σε πρωταγωνιστή της δικής του ιστορίας, ενώ παράλληλα μαρτυρείται και η πραγματική ιστορία των πληγών του Εμφυλίου (δεν είναι τυχαίο πως συνεργάτης του Αγγελόπουλου υπήρξε ο Βαλτινός).

Ολοκληρώνοντας, ένα τελευταίο σχόλιο πάνω στα όρια της γραφής με το βίωμα. Σε μια από της διηγήσεις του αφηγητή, αναθυμάται έναν παλιό συμμαθητή, τον Σ., του οποίου τα ίχνη είχαν χαθεί. Τελευταία ανάμνηση του αφηγητή από τον Σ. είναι πως κόντεψε να τους σκοτώσει, όταν ψευδώς τους είπε πως το φανάρι στο οποίο είχαν σταματήσει έχει ανάψει πράσινο. «Γράφει» μαθαίνει ο αφηγητής από έναν ξάδελφο του Σ. κάμποσο αργότερα. Στο τέλος του αφηγήματος, ο γιος καταλαβαίνει πως ο τελευταίος ενοικιαστής του Μπαρτλεμπυ ο Γραφιάς από τη βιβλιοθήκη ήταν ο Σ.! Και ποια είναι η πασίγνωστη φράση που επαναλαμβάνει ο Μπάρτλεμπυ; «Θα προτιμούσα να μην…» Έστω και συνειρμικά αυτή η άρνηση του Μπάρτλεμπυ παραπέμπει σε μια άρνηση που υπάρχει στον ίδιο τον τίτλο του βιβλίου: «ο πατέρας δεν μιλούσε για αυτά». Τόσο ο Μπάρτλεμπυ, όσο και ο πατέρας και ο θείος του αφηγητή,  βίωσαν  – με διαφορετικό βέβαια τρόπο- έναν τρόμο (μιας ανατέλλουσας καπιταλιστικής εποχής ο ένας, του εμφυλίου ο άλλος) τον οποίο αποφάσισαν να αποσιωπήσουν, είτε με τη σιγή, είτε με την άρνηση. Σαν μια εμπειρία που πρέπει να παραμείνει απόκρυφη. Είναι λοιπόν τόσο τραυματικά κάποια γεγονότα για τα οποία καλό θα ήταν να μη μιλούσαμε για αυτά; Ή η γραφή θεραπεύει με κάποιον τρόπο αυτή την ηθελημένη σιγή;

(εκδοχή του κειμένου διαβάστηκε στην εκδήλωση που έγινε στη βίλα Μαρίκας Κοτοπουλη στο πλαίσιο του θεσμού Χαρτογραφήματα (Ιανουάριος -Μαρτιος 2Ο26 ) του Δήμου Ζωγράφου)