Της Σύνθιας-Ελένης Μαλακάση, Κοινωνικής Ανθρωπολόγου

Το τελευταίο διάστημα έχει μπει έντονα στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα του «γάμου» [1] και της γονεϊκότητας των Ρομά ανηλίκων. Από τις αρχές του καλοκαιριού 2025, οι ανήλικοι γάμοι και η εφηβική γονεϊκότητα των Ρομά έχουν αποτελέσει το θέμα μιας σειράς άρθρων σε εφημερίδες και ειδησεογραφικές ιστοσελίδες. Στα δημοσιεύματα αυτά, οι εφηβικοί γάμοι και η ανήλικη γονεϊκότητα παρουσιάζονται ως πρακτικές που απορρέουν από εγγενή χαρακτηριστικά των Ρομά, αλλά και ως βασικές αιτίες των πολλαπλών δεινών που πλήττουν τις κοινότητες τους στην Ελλάδα – από τη σχολική διαρροή έως εγκληματικές ενέργειες που στρέφονται ενάντια στις ίδιες τις κοινότητες και τα πιο ευάλωτά τους μέλη.

Μια παράγραφος από άρθρο σε ειδησεογραφική ιστοσελίδα είναι ενδεικτική του ύφους και της λογικής που διατρέχει το σύνολο των δημοσιευμάτων:

Οι γάμοι μεταξύ παιδιών κι οι εγκυμοσύνες στην εφηβεία που αποτελούν παράδοση και πολιτισμική κουλτούρα στους Ρομά, εμποδίζουν την εκπαίδευση, την επαγγελματική αποκατάσταση, την ισότητα των δικαιωμάτων και την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, ενώ διαιωνίζουν την φτώχεια, την γκετοποίηση, την έμφυλη βία, το τράφικινγκ και τις παράνομες υιοθεσίες των παιδιών που γεννιούνται από μητέρες παιδιά ακόμα οι ίδιες. [2]

Αφορμή για τα δημοσιεύματα αυτά στάθηκε μια σειρά από δράσεις μη κυβερνητικών φορέων, με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και στόχο την εξάλειψη των ανήλικων γάμων και της εφηβικής γονεϊκότητας των Ρομά στην Ελλάδα. Οι δράσεις αυτές υποστηρίζουν την ίδια αιτιακή αλληλουχία που προβάλλεται στα προαναφερθέντα δημοσιεύματα: τους ανήλικους γάμους ως πηγή μιας σειράς δεινών, ενώ οι ίδιοι οι γάμοι και η εφηβική τεκνοποίηση παρουσιάζονται να απορρέουν από μια αυθύπαρκτη «κουλτούρα».

Κι ενώ εκπρόσωπος των ίδιων των Ρομά, στον οποίο παραπέμπει το ως άνω δημοσίευμα, εντοπίζει ως αιτία διαιώνισης των ανήλικων γάμων τη σχολική διαρροή και τον συστημικό της χαρακτήρα, οι μη Ρομά που αποφάσισαν ν’ ασχοληθούν με το ζήτημα εμμένουν στην οικοδόμηση της αντίστροφης αιτιακής σχέσης, σύμφωνα με την οποία οι ανήλικοι γάμοι, προϊόν «κουλτούρας», ευθύνονται για τη σχολική διαρροή, αλλά και για το πλήθος των δεινών που πλήττουν έφηβα Ρομά.

Η αιτιακή αλυσίδα αυτή δεν ευσταθεί. Κατ’ αρχάς, την αμφισβητούν τα ίδια τα Ρομά, που εστιάζουν στις συνθήκες ζωής των κοινοτήτων και στους συστημικούς αποκλεισμούς που τις πλήττουν, όπως θα αναδείξω παρακάτω. Επιπλέον, η φυσικοποίηση της κουλτούρας ως μιας απτής ουσίας που καθορίζει τις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές μιας ομάδας και τη διαφοροποιεί από την υπόλοιπη ανθρωπότητα αποτελεί προϊόν αλλά και εργαλείο σχέσεων εξουσίας. Με άλλα λόγια, αποδίδουμε πρακτικές ομάδων στην κουλτούρα – ή, ακόμα χειρότερα, στην «παράδοσή» τους – τόσο για να τις αποκλείσουμε από τον «ορθολογισμό» που χαρακτηρίζει «προηγμένες» κοινωνίες, αλλά κυρίως για να αποκλείσουμε άβολες εξηγήσεις που συνήθως εμπλέκουν και «εμάς». Δεκαετίες ερευνητικού και θεωρητικού μόχθου στις κοινωνικές επιστήμες, όμως, έχουν δείξει ότι η κουλτούρα δεν εξηγεί· αντίθετα, αναζητά εξήγηση σε υλικές συνθήκες, σε σχέσεις εξουσίας και σε ιστορικές μεταβολές, μεταξύ άλλων.

Στόχος του παρόντος άρθρου δεν είναι να ασκήσει ενδελεχή κριτική σε ανθρωπιστικού τύπου παρεμβάσεις· η βιβλιογραφία άλλωστε από μελέτες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι εκτενής και κατατοπιστική. [3] Προτεραιότητά μου αποτελεί να αναδείξω ότι ο στόχος της εξάλειψης των εφηβικών γάμων και της ανήλικης γονεϊκότητας – εκτός από ουτοπικός, με τον τρόπο με τον οποίο επιδιώκεται – χάνει και την ουσία. Πρώτον, ακριβώς γιατί η πρακτική των ανήλικων γάμων είναι άμεσα συνυφασμένη με τους δομικούς αποκλεισμούς και τις συστημικές ανισότητες που πλήττουν κοινότητες Ρομά, οι οποίες και στα Ρομά, όπως και σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, παράγουν έμφυλη εμπειρία και νόρμες έμφυλης συμπεριφοράς. Δεύτερον, γιατί οι ανήλικοι γάμοι δεν σχετίζονται μόνο με τον φόβο και τον καταναγκασμό – είτε των γονιών να «τακτοποιήσουν» τα παιδιά τους είτε των παιδιών να συμμορφωθούν με τις επιταγές των ενηλίκων. Οι ανήλικοι γάμοι είναι και προϊόν επιθυμίας όλων των εμπλεκόμενων μερών· εκτός από τις δυσμενείς τους πτυχές, προκαλούν και μια αίσθηση ασφάλειας και έμφυλης αυτοπραγμάτωσης, κυρίως με δεδομένη την απουσία εναλλακτικών. Και τρίτον, γιατί η έμφαση στους ανήλικους γάμους και στην εφηβική γονεϊκότητα συσκοτίζει μια σειρά από άλλες μορφές βίας, καταπίεσης και εκμετάλλευσης, οι οποίες διαπερνούν τα ούτως ή άλλως ασαφή όρια ενδοκοινοτικών διαδικασιών, εμπλέκοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό την κυρίαρχη ομάδα. [4]

Η αμφιθυμία των συνομιλητριών μου

Η δική μου ενασχόληση με το ζήτημα των ανήλικων γάμων και της εφηβικής γονεϊκότητας προκύπτει από την έρευνά μου γύρω από την αναπαραγωγική περίθαλψη και τις αναπαραγωγικές πρακτικές γυναικών Ρομά στην Αττική. Θεωρητικά και στη βάση του πολιτικού της προσήμου, η μελέτη μου έχει πλαισιωθεί από το εννοιολογικό και αναλυτικό πρίσμα της αναπαραγωγικής δικαιοσύνης, που αναπτύχθηκε από μαύρες φεμινίστριες στις Η.Π.Α. τη δεκαετία του 1990. Η αναπαραγωγική δικαιοσύνη ως θεωρητική έννοια αλλά και ως πολιτικό αίτημα, προκρίνει την έμφαση στις συστημικές ανισότητες – στους τομείς της εργασίας, της στέγης, της εκπαίδευσης, της περίθαλψης και ούτω καθεξής – που διαμορφώνουν τις δυνατότητες διαφορετικών υποκειμένων για αξιοπρεπή και ασφαλή γονεϊκότητα.

Από τη μελέτη μου αυτή προκύπτει ότι το ζήτημα των ανήλικων γάμων δεν είναι ένα ζήτημα που δεν απασχολεί και τις ίδιες τις κοινότητες – όχι όμως με τον σχηματικό, ουσιοκρατικό κι εν τέλει φυλετικοποιητικό τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται στον δημόσιο λόγο. Τη συζήτηση για το ζήτημα αυτό την έκανα εκτενώς με τέσσερις συνομιλήτριες στον Δήμο Φυλής το καλοκαίρι του 2024, αφού είχαν προηγηθεί τέσσερις μήνες πυκνής εθνογραφικής διάδρασης. Οι γυναίκες αυτές – ηλικίας από 26 έως 48 χρονών την περίοδο της συζήτησής μας, όλες μητέρες κοριτσιών και πεθερά 16χρονου κοριτσιού η μία – εκπροσωπούν διακριτές ταξικές κατηγορίες μέσα στον ευρύ Ρομά πληθυσμό του Δήμου Φυλής. Οι θέσεις τους γύρω από τους ανήλικους γάμους όμως συνέκλιναν σχεδόν απόλυτα.

Στη συζήτηση του θέματος, λοιπόν, με την καθεμιά από τις τέσσερις ξεχωριστά, κατόπιν σε ομάδες των δύο και τέλος σε μια σύναξη με τρεις γενιές γυναικών της ίδιας οικογένειας, αναδύθηκε μια θεμελιώδης αμφιθυμία, η οποία προδίδει την άρρηκτη σχέση των ανήλικων γάμων με την ακραία περιθωριοποίηση των Ρομά. Οι συνομιλήτριές μου περιέγραψαν τους εφηβικούς γάμους ως πρόβλημα, ως μια πρακτική η οποία καθιστά τα κορίτσια ευάλωτα σε έμφυλη βία, αλλά και διακόπτει την εκπαίδευσή τους. Επιπλέον, τα εγκλωβίζει στον σχηματισμό μιας προκαθορισμένης, πειθήνιας έμφυλης υποκειμενικότητας, η οποία, εκτός των άλλων, εσωτερικεύει την ευθύνη της σχεδόν εξ ολοκλήρου ανάληψης του φόρτου της κοινωνικής αναπαραγωγής της ευρύτερης οικογένειας, αλλά και στη διαιώνιση της διαμόρφωσης της υποκειμενικότητας αυτής από μάνα σε κόρη και κυρίως από πεθερά σε νύφη.

Ταυτόχρονα, όμως, οι συνομιλήτριές μου, ενώ αναγνωρίζουν τους κινδύνους που έχει ο ανήλικος γάμος ιδίως για τα κορίτσια, ήταν και πολύ σαφείς ως προς τον δισταγμό τους να εναντιωθούν στην πρακτική αυτή και να προωθήσουν ή να υιοθετήσουν κάποιο άλλο μοτίβο. Ο δισταγμός αυτός εμπεριέχει φόβο, εμπεριέχει όμως και επιθυμία. Το να παντρευτεί μια νεαρή κοπέλα σε μια «καλή οικογένεια» – «να έχει τον άνδρα της, να έχει την πεθερά της», όπως το έθεσε η μία εκ των δύο μεγαλύτερων γυναικών – αποτελεί φαντασίωση αυτοπραγμάτωσης, η οποία, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, απαντά και σε όχι μικρό αριθμό των υπόλοιπων κατοίκων της χώρας, έστω για μεγαλύτερες ηλικίες. Η ένταξη αυτή όμως στην οικογένεια του συζύγου αποτελεί και μια μορφή οχύρωσης· με άλλα λόγια, οι συνομιλήτριές μου περιέγραψαν τους ανήλικους γάμους ως μια δομή που προστατεύει τα κορίτσια από το κοινωνικό στίγμα και από άλλες μορφές έμφυλης βίας άμεσα συνυφασμένες με τον χωρικό και κοινωνικοοικονομικό αποκλεισμό των κοινοτήτων. Επιπλέον, εξέφρασαν ηχηρά και σθεναρά την αντίθεσή τους στην τάση της πλειοψηφίας των υπόλοιπων Ελλήνων να τεκνοποιεί σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία – μια αντίθεση όχι ανοίκεια με τον κυρίαρχο λόγο τουλάχιστον των τελευταίων ετών γύρω από την ηλικία τεκνοποίησης της μέσης Ελληνίδας.

Χωρίς να εκθέσω τα διλήμματα και τις προσωπικές και οικογενειακές δυσκολίες των συνομιλητριών μου, η ουσία της παραδοχής τους ήταν ότι θα συνέχιζαν την πρακτική των ανήλικων γάμων κυρίως όσο θα συνέχιζαν να διαβιούν σε συνθήκες χωρικού αποκλεισμού και των συνδυαστικών συνεπειών του. Πέρα από την άμεση σχέση του με τη σχολική διαρροή και συνεπώς τον φραγμό μιας άλλης πιθανής πορείας ζωής, ο αποκλεισμός των κοινοτήτων επιτείνει τον κοινωνικό έλεγχο, με έμφυλες βεβαίως διαστάσεις, αλλά και περιορίζει τη δεξαμενή πιθανών συντρόφων, με αποτέλεσμα μια χρονική «καθυστέρηση» να κινδυνεύει να τον περιορίσει ακόμα περισσότερο.

Όπως το έθεσε σε συζήτησή μας και η ερευνητική μου συνεργάτιδα, δικηγόρος και ακτιβίστρια των δικαιωμάτων των Ρομά, αλλά και τσιγγάνα η ίδια, Αλεξάνδρα Καραγιάννη:

«Στην πραγματικότητα, για τους γάμους δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα. Θ’ αρχίσουν να εξαλείφονται, όταν βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων και όταν ενταχθούν ομαλά στον αστικό ιστό.»

Αντίστοιχη και η τοποθέτηση άλλου Ρομά με μακρόχρονη εμπειρία, ως κοινωνικού διαμεσολαβητή, στους πολλαπλούς αποκλεισμούς που υφίστανται οι τσιγγάνοι, του Χρήστου Μαρτζέλου, που αμφισβήτησε ευθέως το αφήγημα της «κουλτούρας» ως βασικής αιτίας των ανήλικων γάμων σε πρόσφατη δημόσια εκδήλωση: [5]  «Η απομόνωση επιφέρει αυτά τα θέματα».

Η πολιτική λειτουργία του «προβλήματος»

Για να επανέλθω όμως στις ερευνητικές μου συνομιλήτριες, η αμφιθυμία τους, πέρα από το ότι αναδεικνύει την πολυπλοκότητα του ζητήματος, θέτει και υπό σοβαρή αμφισβήτηση την «υπονοούμενη συναίνεση», [6] όπως εύστοχα έχει τονιστεί στη μετα-αποικιακή φεμινιστική θεωρία, γύρω από την ιεράρχηση των έμφυλων καταπιέσεων που απαιτούν συλλογική δράση και αντιμετώπιση. Μετά την πρώτη μου συνέντευξη με τις γυναίκες μιας εκτεταμένης οικογένειας την άνοιξη του 2024 στον Δήμο Φυλής, μία από τις συνομιλήτριές μου, η Κατερίνα, [7] με συνόδευσε ως τη στάση του λεωφορείου. Στον δρόμο, επέλεξε να μου εκμυστηρευτεί μια εμπειρία της άσχετη με το θέμα της αναπαραγωγικής περίθαλψης που ήξερε ότι ερευνούσα. Πριν λίγο καιρό, μου είπε, η ίδια και η γυναίκα του αδερφού της είχαν βρει δουλειά, ορισμένου χρόνου και ανεπίσημη, σε συνεργείο καθαρισμού. Μετά το πέρας της συμφωνημένης περιόδου όμως και την ολοκλήρωση του έργου που είχαν αναλάβει, ο εργολάβος αρνήθηκε να τις πληρώσει. Για να πάρουν τα χρήματά τους, αναγκάστηκαν να παρέμβουν οι άνδρες τους και ο εργολάβος πείστηκε να τους καταβάλει τα μισά. Τα υπόλοιπα χάθηκαν και οι γυναίκες δεν είχαν τρόπο να τα διεκδικήσουν.

Η κίνηση της Κατερίνας να μοιραστεί μαζί μου, χωρίς να ερωτηθεί ή να προσδοκά κάτι, τη βία που δέχτηκε στο πεδίο της εργασίας, τονίζει ακριβώς την αυθαίρετη ιεράρχηση των προβλημάτων των Ρομά από την κυρίαρχη ομάδα. Με άλλα λόγια, είναι σαφές ότι η τελευταία ιεραρχεί τους ανήλικους γάμους και την εφηβική γονεϊκότητα ως τα σοβαρότερα προβλήματα των Ρομά και κυρίως των γυναικών, αλλά δεν είναι και δεν οφείλει να είναι καθόλου δεδομένο ότι για τις ίδιες τις τσιγγάνες αυτά αποτελούν τις σοβαρότερες μορφές βίας και καταπίεσης. Οφείλουμε λοιπόν να διερωτηθούμε κατά πόσον η προβολή τους ως το κύριο πρόβλημα των Ρομά, ιδίως των γυναικών, συσκοτίζει μια σειρά από άλλες διαθεματικές καταπιέσεις και συστημικές μορφές αποκλεισμού και εκμετάλλευσης, οι οποίες εμπλέκουν την ευρύτερη κοινωνία πολύ περισσότερο από τους ανήλικους γάμους, οι οποίοι παρουσιάζονται ως κάτι που το κάνουν οι Ρομά στα Ρομά, στα παιδιά τους και αποτελεί μέρος της «κουλτούρας» τους και άρα όχι προϊόν των ευρύτερων κοινωνικών δομών, σχέσεων και διαδικασιών στις οποίες εμπλέκονται.

Με άλλα λόγια, σε ένα πλαίσιο όλο και πιο ωμού «φυλετικού καπιταλισμού», [8] η μαρτυρία της Κατερίνας φωτίζει τις πολλαπλές διαστάσεις της εκμετάλλευσης.  Μέσα από την εντατική ερευνητική μου εμπλοκή στον Δήμο Φυλής από την άνοιξη του 2024 έως και τώρα, έχω διαπιστώσει ότι όλο και μεγαλύτερος αριθμός γυναικών Ρομά της περιοχής απασχολείται, τα τελευταία χρόνια, σε εποχικές δουλειές στη βιομηχανία του τουρισμού, ενώ κάποιες ξεκινάνε και από ανήλικες. Γιατί η εργασιακή τους εκμετάλλευση – που εμπλέκει αναπόδραστα και την κυρίαρχη ομάδα – αποσιωπάται, ενώ οι ανήλικοι γάμοι μεσουρανούν στη δημόσια συζήτηση;

Καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας, συζητούσα τις σκέψεις μου από το πεδίο με οικείο μου πρόσωπο, το οποίο μου εξέφραζε συνεχώς, την εξής – ειλικρινή και καλοπροαίρετη – απορία: Πώς είναι δυνατόν να μην καταγγέλλω, υπέρ των τσιγγάνων συνομιλητριών μου, μια πρακτική που τους στερεί τις ευκαιρίες που είχα εγώ – της μόρφωσης, της προσωπικής εξέλιξης, της αυτονομίας και ούτω καθεξής;

Η απάντηση στην απορία αυτή είναι διττή και οφείλει να εκφραστεί ρητά και χωρίς περιθώρια παρερμηνείας. Πρώτον, οι ανήλικοι γάμοι αποτελούν, στη χειρότερη των περιπτώσεων, έναν από τους δομικούς παράγοντες της συστημικής καταπίεσης γυναικών Ρομά, ενώ κατά πάσα πιθανότητα αποτελούν προϊόν της πολλαπλής περιθωριοποίησης των κοινοτήτων τους. Στην περίπτωση των Ρομά γυναικών στην Ελλάδα, ο εφηβικός γάμος και οι συνθήκες ζωής που αυτός συνεπάγεται δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι περιλαμβάνουν καταπίεση που υπερβαίνει την καταπίεση του συστημικού ρατσισμού σε εχθρικά σχολικά περιβάλλοντα ή σε μια επισφαλή αγορά εργασίας. Αν το ζητούμενο λοιπόν ήταν να συναχθεί ένα συμπέρασμα ως προς τα αίτια των ανήλικων γάμων, θα έλεγα μάλλον ότι αποτελούν μια μορφή προστασίας, κυρίως ενάντια στην έλλειψη της δυνατότητας αυτόνομου βιοπορισμού για τα νεαρά Ρομά, στα οποία όχι μόνο δεν δίνεται η δυνατότητα επαγγελματικής κατάρτισης μέσα από την εκπαίδευση, αλλά βιώνουν και σημαντική επισφάλεια και εκμετάλλευση στο ευρύ πεδίο της ανειδίκευτης εργασίας.

Δεύτερον, η έμφαση στους ανήλικους γάμους στον δημόσιο λόγο και σε επίπεδο πολιτικών «ένταξης» ή «συμπερίληψης» το μόνο που εξυπηρετεί είναι να εντείνει τη φυλετικοποίηση των Ρομά – την κατασκευή τους δηλαδή ως ανθρώπων ριζικά διαφορετικών από «εμάς» – παρουσιάζοντάς τους να διαβιούν σε μια πολιτισμική στασιμότητα εκτός του ιστορικού χρόνου, αλλά και εκτός ενός «χωρικού φαντασιακού» [9] προηγμένων και χειραφετητικών έμφυλων προτύπων. Όπως υποστηρίζει άλλο ένα από τα δημοσιεύματα που ανέφερα στην αρχή του άρθρου:

Τα παιδιά που γεννούν άλλα παιδιά δεν είναι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται μόνο σε περιοχές της Αφρικής ή της Ασίας. Απαντώνται σε καταυλισμούς και οικισμούς Ρομά και στη χώρα μας και συνδέεται άμεσα με τους πρώιμους γάμους […]. [10]

Στη χώρα βέβαια που αποπειράθηκε να οργανώσει «Συνέδριο Γονιμότητας», όπου το δικαίωμα στην άμβλωση καταστρατηγείται μαζικά, [11] ή όπου προβεβλημένα μέλη της κυρίαρχης ομάδας σχετικοποιούν ανερυθρίαστα τη σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων, όπως στην περίπτωση της 12χρονης από τον Κολωνό ή της 19χρονης (όταν αποκαλύφθηκε το μαρτύριό της) από την Ηλιούπολη, η φαντασίωση ότι η έμφυλη καταπίεση αποτελεί ζήτημα που έχει λυθεί καταρρίπτεται εύκολα – καθώς και η φαντασίωση ότι ο κρατικός μηχανισμός, με τις σχέσεις εξουσίας στις οποίες εμπλέκεται, επιθυμεί ή επιτυγχάνει την ουσιαστική προστασία των γυναικών ή των ανηλίκων. Παρουσιάζοντας όμως την έμφυλη καταπίεση ως ίδιον των Ρομά δίνει τη δυνατότητα στην κυρίαρχη ομάδα να φανταστεί και να κατασκευάσει την εαυτή της ευνοϊκά, σε αντιδιαστολή με τους τσιγγάνους, τους οποίους αυτόκλητα αδράχνει το δικαίωμα να περιγράψει ως υποανάπτυκτους, βίαιους και δέσμιους μιας στατικής «κουλτούρας»· ως ανθρώπους που η αδιανόητη κακοποίηση των παιδιών τους τούς καθιστά ριζικά διαφορετικούς, και κατώτερους από «εμάς». Και βεβαίως νομιμοποιεί, έμμεσα αλλά αποτελεσματικά, την εντεινόμενη κρατική βία που υφίστανται οι κοινότητές τους.

 

 

Στη φωτογραφία βλέπουμε δύο από τα τρία παιδιά της Κατερίνας, της ερευνητικής συνομιλήτριας που αναφέρεται, με ψευδώνυμο βεβαίως, στο άρθρο, στην πρωινή τους διαδρομή για το σχολείο. Ζητήσαμε από την Κατερίνα να συμβάλει με φωτογραφικό υλικό από την ζωή της στον Δήμο Φυλής. Άνεργη ξανά μετά από μήνες εποχικής, χειρωνακτικής απασχόλησης που ξεκινούσε ξημερώματα, η Κατερίνα συνοδεύει τα παιδιά της, παρότι η έλλειψη δουλειάς και δομημένης καθημερινότητας πολλές φορές την κρατάει άυπνη. Για την Κατερίνα, η δουλειά είναι το μείζον· θα ήθελε η κόρη της να τελειώσει το σχολείο, αλλά κυρίως να αποκτήσει εργαλεία ανεξάρτητου βιοπορισμού.

 

Ευχαριστίες: Θερμές ευχαριστίες στην συναδέλφισσα ανθρωπολόγο Σίσσυ Θεοδοσίου, την ερευνητική μου συνεργάτιδα, νομικό και ακτιβίστρια, Αλεξάνδρα Καραγιάννη, τη δημοσιογράφο Τζένη Τσιροπούλου και την αγαπημένη φίλη ηθοποιό Νάνσυ Σιδέρη για τα σχόλια και τις παρατηρήσεις τους πριν τη δημοσίευση του άρθρου. Οι θερμότερες των ευχαριστιών βεβαίως οφείλονται στις τσιγγάνες συνομιλήτριές μου στον Δήμο Φυλής, που με έχουν τιμήσει με τον χρόνο, τη συνεργασία και την εμπιστοσύνη τους.

Τα ευρήματα και τα επιχειρήματα του άρθρου έχουν προκύψει από την ερευνητική μελέτη Γεννώντας Άλλους, Μεγαλώνοντας Πολίτες; Μαιευτική Περίθαλψη, Αναπαραγωγική Δικαιοσύνη και Διαθεματική Ιδιότητα του Πολίτη των Ρομά της Αθήνας, η οποία χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της 3ης Προκήρυξης για την Ενίσχυση Μεταδιδακτορικών Ερευνητών/τριών και στεγάστηκε στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

[1] Τα εισαγωγικά γύρω από τη λέξη «γάμος» παραπέμπουν στο γεγονός ότι πρόκειται για εθιμοτυπικούς και όχι επίσημους γάμους.

[2]Insider. 2025. «Διαιώνιση του Κύκλου Φτώχειας, Τράφικινγκ και Παράνομων Υιοθεσιών – Οι Καταναγκαστικοί γάμοι των Παιδιών Ρομά». 21 Ιουνίου. https://www.insider.gr/ygeia/369360/diaionisi-toy-kykloy-ftoheias-trafikingk-kai-paranomon-yiothesion-oi-katanagkastikoi.

[3] Βλ. κυρίως τη δουλειά των Ana Ivasiuc, Angéla Kóczé, Mihai Surdu και Huub van Baar

[4] Ως κυρίαρχη ομάδα στις κοινωνικές επιστήμες ορίζεται το τμήμα εκείνο του πληθυσμού μιας κοινωνίας που απολαμβάνει τα περισσότερα υλικά και συμβολικά προνόμια, ελέγχει την πλειοψηφία των συλλογικών πόρων και επιβάλλει τα κοινωνικά και πολιτισμικά του πρότυπα ως «κανονικά». Ιδιότητες που συγκροτούν την κυρίαρχη ομάδα είναι συνηθέστερα το φύλο, η φυλή και η τάξη. Στην Ελλάδα ως κυρίαρχη ομάδα θα οριζόταν κατ’ αρχάς το εθνοτικά ελληνικό τμήμα του πληθυσμού, με ισχυρότερους ανάμεσά του τους εύπορους άνδρες.

[5] Παρουσίαση των αποτελεσμάτων της δράσης ROMA Child Voice, που υλοποιείται από το Ινστιτούτο Prolepsis με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και με εταίρο την Ένωση Ελλήνων Ρομά Διαμεσολαβητών.

[6] Mohanty, Chandra. 1984. “Under Western Eyes: Feminist Scholarship and Colonial Discourses.” boundary 2 12 (3): 333-358. [Μεταφρασμένο στα ελληνικά το άρθρο είναι διαθέσιμο ως το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου Φεμινισμός χωρίς Σύνορα: Αποαποικιοποίηση της Θεωρίας και Αλληλεγγύη στην Πράξη.

[7] Το όνομα της συνομιλήτριάς μου έχει αλλαχθεί στο πλαίσιο της προστασίας των προσωπικών της δεδομένων.

[8] dëcoloиıze hellάş (επιμ.). 2023. Ελληνικές Αποικιακότητες. Αθήνα: Rosa Luxemburg Stiftung.

[9] Rao, Rahul. 2014. “The Locations of Homophobia.” London Review of International Law 2 (2): 169-199

[10] Μπουλούτζα, Πέννυ. 2025. «Κοινότητες Ρομά: Το Φαινόμενο των «Παιδιών που Γεννούν Άλλα Παιδιά»». Η Καθημερινή, 19 Ιουνίου. https://www.kathimerini.gr/society/563669509/koinotites-roma-to-fainomeno-ton-paidion-poy-gennoyn-alla-paidia

[11] Σουφλέρη, Ευτυχία. 2026. «Αμβλώσεις: 46 Δημόσια Νοσοκομεία Αρνούνται στις Γυναίκες τη Διακοπή Κύησης». News 24/7, The Magazine, 15 Φεβρουαρίου. https://www.news247.gr/magazine/reportage/amvloseis-46-dimosia-nosokomeia-arnountai-stis-ginaikes-ti-diakopi-kiisis/