1Ρεπορτάζ της Ηλιάνας Ζερβού & της Νεκταρίας Ψαράκη
Όπως αναφέρει ο καθηγητής Επιδημιολογίας του Τμήματος Διαιτολογίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, Δημοσθένης Παναγιωτάκος, φαινομενικά η παχυσαρκία θεωρείται 100% ατομική ευθύνη, αν προσεγγιστεί το ζήτημα απλοϊκά, εξετάζοντας μόνο την ισορροπία μεταξύ του τι ενέργεια προσλαμβάνουμε και πόση δαπανάμε. «Άρα, λέγεται ότι είναι δική σου ευθύνη το αν γυμνάζεσαι, το αν καταναλώνεις παχυσογόνα τρόφιμα. Υπάρχει και η γενετική ευθύνη, η οποία θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι και αυτή δική σου ευθύνη, μιας και είναι τα γονίδια που κουβαλάς. Όμως, η παχυσαρκία, όπως και σχεδόν κανένα νόσημα, δεν είναι ατομική ευθύνη όσο και αν θέλουμε να την παρουσιάζουμε ως τέτοια».
Ο καθηγητής μας καλεί να αναλογιστούμε σε ποιο επίπεδο βρίσκεται η εκπαίδευση της διατροφής, αφού ως μαθητές, από το Δημοτικό ως το Λύκειο, πέραν ορισμένων ευκαιριακών σεμιναρίων, απουσιάζουν σε επίπεδο συστηματικών, οργανωμένων προγραμμάτων σπουδών, τα μαθήματα για τη σωστή διατροφή, ενώ παραγκωνίζεται εντελώς και η άσκηση. Ήδη λοιπόν, η ευθύνη αρχίζει να μοιράζεται, και να φεύγει από το ίδιο το άτομο. «Πηγαίνει στην ίδια την κοινωνία και στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Έχουμε επανειλημμένα μαθήματα ιστορίας, μαθηματικών, Φυσικής σε όλο το Γυμνάσιο, το Λύκειο και το Δημοτικό και δεν έχουμε ούτε ένα μάθημα διατροφικής αγωγής ώστε οι μαθητές να αρχίσουν να καταλαβαίνουν την αξία του μόνου φαρμάκου που παίρνουμε σε όλη μας τη ζωή, που είναι η τροφή. Για το ρόλο της άσκησης, τον έχουμε καταλάβει στην εκπαίδευση ως παιχνίδι. Γυμναστείτε, πάρτε μια μπάλα. Νομίζουμε ότι είναι ψυχοκοινωνική απλά σύνδεση και δεν έχει να κάνει με την υγεία», εξηγεί.
Αφιλόξενη η χώρα για δωρεάν, δημόσια άθληση
Εκτός από τη διατροφική εκπαίδευση και τη διατροφική αγωγή, μία άλλη διάσταση είναι το ίδιο το αστικό περιβάλλον, το οποίο είναι, τουλάχιστον στην Ελλάδα, εντελώς αφιλόξενο και έχει επισημανθεί και από την επιστημονική κοινότητα. «Αν κάποιος θέλει να γυμναστεί και δεν έχει στην γειτονιά του ή στην κοντινή περιοχή του ένα αθλητικό χώρο, να μπορέσει ελεύθερα, δημόσια και δωρεάν να γυμναστεί, αν δεν έχει ανθρώπους να τον καθοδηγήσουν, έχει απόλυτη σημασία», τονίζει, αναδεικνύοντας την έλλειψη δημοτικών γυμναστών οι οποίοι θα καθοδηγούν και θα επιβλέπουν οργανωμένα προγράμματα άσκησης. «Τώρα πώς θα γυμναστεί κανείς; Πού; Στα πεζοδρόμια που δεν μπορείς να περάσεις; Στους δημόσιους αθλητικούς χώρους που σχεδόν δεν υπάρχουν, και όταν υπάρχουν πρέπει να χρησιμοποιήσεις αυτοκίνητο ή μέσο μαζικής μεταφοράς για να πας; Δεδομένου ότι και στην ύπαιθρό παρατηρείται η παχυσαρκία, εστιάζω στο ότι την ευθύνη την έχει και η τοπική αυτοδιοίκηση, διότι εκτός του ότι δεν δημιουργούν τους πυλώνες να βρουν χώρους, δεν έχουν και τους ανθρώπους για να γυμνάσουν τον κόσμο ώστε να δοθεί το κίνητρο της άσκησης στην κοινότητα σε κάθε ηλικία», ξεκαθαρίζει.
Πολύ φθηνότερη η υγιεινή διατροφή – «Μείωση της φορολογίας στα υγιεινά τρόφιμα»
Το μεγαλύτερο πρόβλημα ωστόσο είναι η ακρίβεια, και η εύκολη πρόσβαση σε ανθυγιεινές επιλογές. Ο κ. Παναγιωτάκος αναφέρεται στις μελέτες οι οποίες αποδεικνύουν ότι η ανθυγιεινή διατροφή είναι αφενός πολύ φθηνότερη σε σχέση με την υγιεινή, ενώ αφετέρου, η μεσογειακή διατροφή δεν είναι όσο φθηνή θα έπρεπε να είναι στο πιάτο μας. «Στην Ελλάδα πρέπει να πάρουμε πολύ γενναίες αποφάσεις. Πραγματικά. Μείωση της φορολογίας στα υγιεινά τρόφιμα, έτσι ώστε να δώσουμε και ένα κίνητρο παραπάνω. Και χωρίς αυτή τη μείωση της φορολογίας φυσικά να διατηρήσει τις τιμές αυξημένες, αφήνοντας περιθώρια υπερκέρδους. Μείωση της φορολογίας, σημαίνει μείωση της τιμής στο τέλος, ώστε ο κόσμος να έχει πρόσβαση και να τα προτιμά στο ράφι του σούπερ μάρκετ», προτείνει.
Ο καθηγητής θίγει και τον παράγοντα ενός πολύ δύσκολου αντιπάλου: του άγχους, το οποίο σχετίζεται με την παχυσαρκία με «έναν μηχανισμό αρκετά ξεκάθαρο: Αυξημένα επίπεδα άγχους οδηγούν σε ταχυφαγία, απορρύθμιση του μεταβολισμού και εν μέρη και στην παχυσαρκία, χωρίς να σημαίνει ότι είναι ο καταλυτικός παράγοντας», εξηγεί.
Πολλές φορές, η συζήτηση στρέφεται γύρω από το μάρκετινγκ των βιομηχανιών τροφίμων. Για το πώς η διαφήμιση μπαίνει στα σπίτια, και κατά κάποιο τρόπο επικρατεί ένας πανικός γύρω από το ζήτημα, το οποίο φυσικά και υπάρχει, φυσικά και επηρεάζει, όμως όπως αναφέρει ο κ. Παναγιωτάκος «δεν μπορούμε να κάνουμε ηθική στη διαφήμιση παρά μόνο αν ξεπερνά κάποιους κανόνες. Το θέμα δεν είναι να απαγορεύσουμε το μάρκετινγκ της ανθυγιεινής διατροφής και κουλτούρας, αλλά να εκπαιδεύσουμε τον κόσμο ώστε να καταλαβαίνει και να αφήνει στην άκρη αυτό που άλλοι προσπαθούν να του πουλήσουν».
Στα 450 ευρώ μηνιαίως η υγιεινή διατροφή – «Δεν είναι ουτοπική η έννοια του κοινοτικού διαιτολόγου»
O καθηγητής θυμίζει μελέτη της ΕΛΣΤΑΤ, η οποία αναφέρει ότι η υγιεινή διατροφή στην Ελλάδα κοστίζει περίπου 450 ευρώ. Ακόμη, δεν υπάρχει πρόσβαση σε δημόσιο διαιτολόγο, οι οποίοι είναι ελάχιστοι στα δημόσια νοσοκομεία – και όχι σε όλα -, και τα ραντεβού είναι δυσεύρετα. Η πολιτεία, τα τελευταία χρόνια, έχει προχωρήσει σε κάποιες πρωτοβουλίες – εθνικές δράσεις – εκμεταλλευόμενη εθνικά ή ευρωπαϊκά κονδύλια, οι οποίες όμως, όπως αναφέρει ο κ. Παναγιωτάκος, δεν θα πρέπει να είναι «πυροτέχνημα», αλλά να μπουν στην κοινωνία ως συνείδηση.
Παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος ο κ. Παναγιωτάκος με την ομάδα του έχουν προχωρήσει σε μελέτες που έχουν δείξει ότι η παχυσαρκία παρουσιάζεται σε άτομα χαμηλότερου ή μεσαίου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, διότι μεταξύ άλλων τα άτομα υψηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου έχουν πρόσβαση στην άθληση, στο ποιοτικό φαγητό και στην αντίληψη του τι είναι ανθυγιεινό, εκείνος δε θα έλεγε ότι η παχυσαρκία είναι ταξική υπόθεση. «Έχει μία σχέση κοινωνικοοικονομική, αλλά έχω διαφορετική προσέγγιση στη δική μου αντίληψη για το τι είναι ταξικό και τι όχι», απαντά.
Νωρίτερα, είχε διευκρινίσει ότι η έννοια του «κοινοτικού διαιτολόγου» δεν είναι ουτοπική. «Θα πρέπει να θεσπισθεί ο όρος κοινοτικός διαιτολόγος. Η Ελλάδα είναι γεμάτη κέντρα υγείας», προσθέτει και προτείνει όπως υπάρχουν στα κέντρα υγείας καρδιολόγοι ή πνευμονολόγοι για ιατρικό έλεγχο, αντίστοιχα να εξετάζουν και διαιτολόγοι. Ακόμη, επαναλαμβάνει τη σημασία της θέσπισης του κοινοτικού γυμναστή, ο οποίος θα μπορεί να απευθύνει δημόσιο κάλεσμα συγκεκριμένες ημέρες για συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες. «Δεν είναι θέμα ταξικό, γιατί η Ελλάδα δείχνει ότι είναι για όλους και όχι για τους λίγους», είπε, εκφράζοντας την άποψη ότι στη χώρα η πρόσβαση στην υγεία και στα φάρμακα είναι καθολική.
Πόσο εύκολα μία βιομηχανία τροφίμων θα επιτρέψει ετικέτες στα προϊόντα της που δείχνουν ξεκάθαρα ότι είναι ανθυγιεινά;
Ως προς τα κίνητρα, πέρα από τη μείωση της φορολογίας στα υγιεινά τρόφιμα, μία ακόμη λύση θα ήταν η υπερφορολόγηση των ανθυγιεινών τροφών. «Υπάρχουν χώρες στην Ευρώπη και αλλού που έχουν αυξήσει το φόρο στα ανθυγιεινά τρόφιμα, ενώ άλλες βάζουν ετικέτες με συγκεκριμένο χρωματάκι έτσι ώστε ο κόσμος να καταλαβαίνει εύκολα χωρίς να ψάχνει τα ψιλά γράμματα» τι είναι υγιεινό και τι όχι. Για παράδειγμα, όπως εξηγεί ο καθηγητής, το χρώμα πράσινο σηματοδοτεί μία υγιεινή τροφή, ενώ το κόκκινο όχι. «Δεν έχει υιοθετηθεί στη χώρα μας μία τέτοια προσέγγιση και είμαι από τους ανθρώπους που την υποστηρίζουν πάρα πολύ. Είναι ένας έμμεσος τρόπος να εκπαιδεύσεις τον κόσμο. Εδώ όμως καταλαβαίνετε ότι πρέπει ουσιαστικά να δουλέψεις απέναντι και στη βιομηχανία των τροφίμων. Διότι πόσο εύκολα θα δεχθεί μία βιομηχανία να βάζεις χρωματάκια στα προϊόντα τους, τα οποία με πολύ ξεκάθαρους διατροφικούς κανόνες θα λες ότι αυτό είναι καλό, αυτό είναι μέτριο, αυτό είναι κακό;», διερωτάται.
Επισιτιστική ανασφάλεια σε χώρες μετρίου ή υψηλού εισοδήματος: Όταν δεν μπορεί να είναι επιλογή η ποιοτική τροφή
Ακόμη και στη Δύση, η επισιτιστική ανασφάλεια είναι υπαρκτή, αλλά με διαφορετική μορφή. Η διαιτολόγος – διατροφολόγος, Ρένια Τερζάκη, προσεγγίζει στην αρχή της συζήτησης ως προς το ζήτημα της ευθύνης: «Το κομμάτι της επισιτιστικής ανασφάλειας δεν είναι πολύ γνωστό στον κόσμο. Είναι όντως ένα τρίτο θέμα και ελπίζω ότι θα πούμε κάποια πράγματα που θα βοηθήσουν ένα παραπάνω στο να κατανοήσουμε ότι η παχυσαρκία και γενικώς τα χρόνια νοσήματα (σ.σ. ή αλλιώς μεταβολικά νοσήματα: διαβήτης, καρδιαγγειακά, υπέρταση και γενικώς νοσήματα που συνδέονται με την παχυσαρκία), δεν είναι ατομική επιλογή. Δεν είναι ατομική ευθύνη».
Όπως εξηγεί η διαιτολόγος, η επισιτιστική ανασφάλεια στις χώρες χαμηλού εισοδήματος είναι συνδεδεμένη με τη στέρηση, με την έλλειψη τροφής, με την πείνα. «Περνάνε μία ολόκληρη μέρα, πιθανότητα, χωρίς φαγητό και δεν έχουν πρόσβαση σε ασφαλές φαγητό», αναφέρει και προσθέτει: «Σε μία χώρα μετρίου εισοδήματος, όπως η Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η επισιτιστική ανασφάλεια διακυβεύει την ποιότητα του φαγητού. Πλέον δε μιλάμε για πείνα, αλλά μιλάμε για πρόσβαση σε ένα υγιεινό φαγητό που θα υποστηρίξει την υγεία μας και θα προλάβει νόσους. Βλέπουμε ότι λόγω της επισιτιστικής ανασφάλειας δεν είναι επιλογή ενός ατόμου το τι θα φάει, αλλά πολλές φορές ζήτημα επιβίωσης. Φεύγουμε λοιπόν από την πολυτέλεια του να επιλέξουμε ποιοτικό φαγητό και αυτό που κινεί το κύριο κριτήριο της αγοράς και τις επιλογές τροφίμων είναι το κόστος και η κάλυψη της πείνας. Είναι πολύ διαφορετικά αυτά τα δύο κίνητρα».
«Θα εξασφαλίσω πρώτα το να φάει το παιδί μου, και μετά εγώ»
Η Ρένια Τερζάκη προχώρησε σε μία μελέτη «μικρής» κλίμακας, στην οποία οδηγήθηκε από τα βιώματα και τις μαρτυρίες των ανθρώπων. Εκείνη την περίοδο, το πρωί, εργαζόταν σε δημόσιες δομές μέσω προγραμμάτων για την πρόληψη του διαβήτη και του προδιαβήτη, αρχικά στο κέντρο υγείας της Καλλιθέας και αργότερα και στο Τζάνειο, ενώ το απόγευμα εργαζόταν σε ιδιωτικό διαιτολογικό γραφείο στο Μαρούσι. «Έρχονταν οι ασθενείς στο Τζάνειο, επισκέπτονταν τον διαβητολόγο τους, και στη συνέχεια έρχονταν σε εμένα για τις συστάσεις. Έλεγα αυτά που έπρεπε να πω και στην πορεία συναντούσα εμπόδια, τελείως διαφορετικά προβλήματα από αυτά που έβλεπα στο Μαρούσι. Στο Τζάνειο ή σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια δομή έρχονταν άνθρωποι που δεν είχαν πρόσβαση (σ.σ. στο φαγητό που θέλουν), που βασίζονται σε συσσίτια, που υποβαθμίζουν την ποιότητα της διατροφής τους γιατί προέχουν άλλα έξοδα. Aπό την άλλη, το απόγευμα στα βόρεια προάστια είχα άλλες αφηγήσεις: έχουμε ταξίδι με τη δουλειά, μας κερνάνε στο γραφείο… οπότε να διαχωρίσουμε ότι τα χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα δεν έχουν τα ίδια μέσα να αντιμετωπίσουν τη νόσο όπως έχουν τα υψηλότερα», περιγράφει.
Οι συστάσεις που έδινε η Ρένια, δεν ήταν avocado toasts και σολομός. «Μιλάμε για μία μεσογειακή διατροφή στην οποία υπάρχει το ελαιόλαδο, καλής ποιότητας πρωτεΐνες και υδατάνθρακες, φρούτα και λαχανικά – και εδώ εντοπίζαμε το μεγαλύτερο πρόβλημα: στα φρέσκα τρόφιμα. Υπήρχαν κυρίως γυναίκες, μαμάδες, που όταν τους δίναμε την εξής απλή σύσταση “δυο τρία φρούτα την ημέρα”,, έλεγαν ότι θα εξασφαλίσω πρώτα να έχει το παιδί μου να καταναλώσει, και αν περισσέψει κάτι, τότε θα φάω. Οπότε αμέσως καταλαβαίνουμε ότι δεν μπορεί αυτό να είναι στο χέρι του ατόμου», εξηγεί, προσθέτοντας ότι οποιαδήποτε αναφορά σε ξηρούς καρπούς και ψάρια, ήταν «σχεδόν αστεία», με αρνητικό πρόσημο.
Μεγαλύτερη η πιθανότητα εμφάνισης παχυσαρκίας σε άτομα χαμηλού κοινωνικοοικονομικού επιπέδου – «Είναι πιο φθηνό το κρουασάν από το μήλο;»
Πολύ συχνό ήταν οι άνθρωποι να λένε πως επιλέγουν τρόφιμα μακράς διαρκείας, τα οποία δεν ενέχουν το ρίσκο να χαλάσουν. Ακριβώς επειδή δεν ήταν βέβαιο ότι αυτά τα 3 ευρώ θα υπάρχουν και την επόμενη εβδομάδα ώστε να ανανεωθούν στο ψυγείο τα φρέσκα τρόφιμα. «Όταν μιλάμε για προγραμματισμό γευμάτων σε μία οικογένεια που δεν ξέρει την επόμενη μέρα τι χρήματα έχει, δεν είμαστε ρεαλιστές, δεν καταλαβαίνουμε το τι βιώνουν. Και πάντα μου έλεγαν ότι θα δούμε αύριο τι λεφτά θα υπάρχουν στο σπίτι και ανάλογα με αυτά τα χρήματα θα ψωνίσουμε. Δεν υπάρχει ο προγραμματισμός, δεν υπάρχει το ότι θα πάρω φρέσκα φρούτα και λαχανικά και άμα χαλάσει κάτι θα το πετάξω. Όχι, θα πάρω συσκευασμένα, θα πάρω κονσερβοποιημένα, θα πάρω κατεψυγμένα», εξηγεί.
Διευκρινίζει ακόμη, ότι η συγκεκριμένη μελέτη δεν απευθυνόταν σε άτομα χαμηλού εισοδήματος. Επρόκειτο για ένα δείγμα πολιτών, εντελώς αυθόρμητο.
Η Ρένια, έχοντας ως αφετηρία τα στοιχεία ερευνών που δείχνουν ότι στις 20 του μήνα τελειώνει ο μισθός, προσθέτει ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο: «Ξέρουμε ότι τα άτομα χαμηλού κοινωνικοοικονομικού επιπέδου με επισιτιστική ανασφάλεια, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν παχυσαρκία και άλλα χρόνια νοσήματα όπως διαβήτη. Όταν ένα άτομο έχει κύκλους στέρησης και υπερφαγίας, τι κάνει στην ουσία; Στις αρχές του μήνα που συνήθως έχει τα περισσότερα χρήματα, τρώει όσο περισσότερο μπορεί για να εξασφαλίσει ότι έχει λάβει ενέργεια, και στο τέλος του μήνα αυτό χάνεται: περνάει στον κύκλο της στέρησης. Μεταβολικά, αυτό είναι καταστροφικό για έναν άνθρωπο. Αμερικανική μελέτη έδειξε ότι άτομα με διαβήτη παρουσίαζαν περισσότερα επεισόδια υπογλυκαιμίας στο τέλος του μήνα. Εκεί που τα τρόφιμα τελειώνουν. Εκεί που ο άνθρωπος δεν μπορεί να ρυθμίσει την υπογλυκαιμία του».
Οι συνιστώσες της επισιτιστικής ανασφάλειας είναι πολλές. Υπάρχει ο ψυχολογικός παράγοντας, με τη Ρένια να προσθέτει ότι μελέτη αποδεικνύει πως τα μεγαλύτερα επίπεδα κατάθλιψης και άγχους είναι σε εκείνα τα άτομα, «οπότε εξ αρχής η ενασχόληση με την υγεία, τη ρύθμιση της νόσου και την πρόληψη είναι μειωμένη». Επόμενη συνιστώσα, είναι το οικονομικό. Και εκεί έρχεται συχνά η ερώτηση: «πιο ακριβό είναι ένα κιλό μήλα, από ένα κιλό κρουασάν;», και η απάντηση είναι: «ναι, ανά θερμίδα. Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, χορταίνουν το άτομο περισσότερο, και έχουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Κάπως έτσι προκύπτει το παράδοξο της επισιτιστικής ανασφάλειας και της παχυσαρκίας», δηλαδή άτομα με επισιτιστική ανασφάλεια να ζουν με παχυσαρκία και να νοσούν με χρόνια νοσήματα τα οποία σχετίζονται με την παχυσαρκία.
Το παράδοξο: Έχει συνδεθεί λανθασμένα η αφθονία με την παχυσαρκία και η επισιτιστική ανασφάλεια με τη στέρηση – Το ποιοτικό φαγητό είναι η πρώτη ανάγκη που θα περικοπεί
«Έχουμε συνδέσει την παχυσαρκία με την αφθονία και την επισιτιστική ανασφάλεια με τη στέρηση. Όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Είναι απλώς ότι το κόστος μπαίνει ως πρωταρχικός παράγοντας επιλογής, αντί να μπαίνει η θρέψη ή η ποιότητα της διατροφής. Και κάπως έτσι οδηγούμαστε σε αυτά τα αποτελέσματα. Μία άλλη ενδιαφέρουσα πληροφορία που έδιναν συγκεκριμένα άτομα, ήταν ότι το φαγητό είναι μία ανάγκη που μπορεί να πάρει περικοπές, ενώ κάποιες άλλες, όπως το ενοίκιο και οι λογαριασμοί είναι φιξ. Φαίνεται κιόλας και από τη βιβλιογραφία ότι είναι η πρώτη βασική ανάγκη του ανθρώπου που θυσιάζεται σε συνθήκες οικονομικής δυσχέρειας», προσθέτει.
Ρωτήσαμε και τη Ρένια αν θεωρεί πως η παχυσαρκία είναι και ταξική υπόθεση: «Όταν δεν υπάρχουν τα ίδια μέσα πρόληψης και αντιμετώπισης της νόσου; Πως θα την χαρακτηρίσουμε όταν βλέπουμε ότι η παχυσαρκία είναι συχνότερη στα χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα; Όταν βλέπουμε μάλιστα ότι στις χώρες όπου η απόκλιση φτωχών και πλουσίων είναι μεγαλύτερη, το προσδόκιμο ζωής μειώνεται; Δεν ξέρω πως αλλιώς να το χαρακτηρίσω…», προσθέτοντας ότι άτομα με χρόνια νοσήματα έχουν ακόμη μεγαλύτερα επίπεδα ανασφάλειας, λόγω των εξόδων φαρμάκων κλπ.
Το 7% του γενικού πληθυσμού ζει με επισιτιστική ανασφάλεια – «Δεν είναι μόνο άνεργοι…»
Η Ρένια κατέληξε, ότι δε γίνεται οι διαιτολόγοι να ακούν αυτές τις μαρτυρίες, τόσο συχνά και να τις αγνοούν. «Κάπως έπρεπε να καταγραφεί, και ιδανικά να δράσουμε κιόλας. Αποφάσισα να τους ρωτάω εγώ, γιατί πολλές φορές είναι πολύ ευαίσθητο θέμα για να το θίξουν από μόνοι τους το “δεν έχω χρήματα να ακολουθήσω τις συστάσεις”, αν και για εμένα είναι πολύ θαρραλέο να το πουν, και το εκτιμούσα. Χρησιμοποίησα ένα εγκεκριμένο ερωτηματολόγιο 8 ερωτήσεων για να δω τις διαφορετικές πτυχές της επισιτιστικής ανασφάλειας. Όσο προχωρούν οι ερωτήσεις κλιμακώνεται και η σοβαρότητα. Οπότε η πρώτη ερώτηση ήταν αν υπάρχει ανησυχία για την ύπαρξη φαγητού στο σπίτι. Και μόνο δηλαδή αυτό το αίσθημα της ανησυχίας. Προχωρώντας ρωτούσαμε αν έχουν φάει μόνο συγκεκριμένα είδη τροφίμων, γιατί και η ποικιλία είναι πολύ σημαντικό συστατικό της υγιεινής διατροφής, αν λόγω έλλειψης χρημάτων αναγκάστηκαν να παραλείψουν ένα γεύμα, αν έφαγαν λιγότερο από όσο νόμιζαν ότι θα μπορούσαν ή από όσο θα ήθελαν, αν πέρασαν μία ολόκληρη μέρα χωρίς φαγητό και αν το νοικοκυριό τους ξέμεινε από φαγητό. Τις συγκεκριμένες ερωτήσεις τις χρησιμοποιεί και η ΕΛΣΤΑΤ που από το 2019 μετρά την επισιτιστική ανασφάλεια, η οποία στον γενικό πληθυσμό αριθμεί στο 7%. Καθόλου μικρός αριθμός: πάνω από 700.000 άνθρωποι. Το 1,6% είχε σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια, δηλαδή πέρασε μέρα χωρίς φαγητό. χρησιμοποιεί και η ΕΛΣΤΑΤ. Να πούμε εδώ ότι από το 2019 μετράει την επισιτιστική ανασφάλεια. Πόσοι λέτε ότι είναι στον ελληνικό πληθυσμό; 7%. Καθόλου μικρός αριθμός είναι 700.000 άτομα. Πάνω από 700.000 άτομα», είπε.
Σημειώνει επίσης ότι οι περισσότεροι δεν ήταν άνεργοι. «Αυτό είναι και το τραγικό της υπόθεσης. Δεν ήταν μόνο άνεργοι. Ήταν άνθρωποι εργαζόμενοι κανονικότατα, χαμηλά αμειβόμενοι, με εισόδημα κάτω από 10.000 ευρώ το χρόνο. Με το βασικό μισθό, με ανήλικα μέλη στο σπίτι. Βλέπαμε ότι οι μαμάδες είναι οι πρώτες που θυσιάζουν το φαγητό τους για να φροντίσουν ότι η υπόλοιπη οικογένεια θα τραφεί», αναφέρει.
Οι μαρτυρίες των ατόμων – «Πώς θα απαιτήσουμε από ένα άτομο να πηγαίνει σε ειδικό διατροφής για να του πει τι θα φάει, ενώ δεν μπορεί να τα αγοράσει;»
Από την έρευνα μικρής κλίμακας, προέκυψε ότι το 40,7% των συμμετεχόντων βρίσκονταν σε επισιτιστική ανασφάλεια. «Το δείγμα ήταν μικρό, όμως τυχαίο. Ακόμη, γνωρίζαμε εξ αρχής ότι χρησιμοποιούν δημόσιες δομές, ότι πάσχουν από χρόνιο νόσημα, οπότε εκεί ούτως ή άλλως ανεβαίνουν κάπως οι πιθανότητες. Δεν είναι σαν τον γενικό πληθυσμό. Αλλά και πάλι είναι μεγάλο το ποσοστό. Πιο σοβαρή μορφή αντιμετωπίζουν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, που είναι μόνοι τους, που στηρίζονταν περισσότερο σε συσσίτια. Εκεί ήταν και μία κυρία που μου είπε ότι ντράπηκε να πει στο γιατρό ότι δεν έχει ψυγείο να βάλει την ινσουλίνη. Και σε εμένα έπρεπε να το πει, γιατί της έδινα συμβουλές διατροφής. Θυμάμαι με ρώτησε, και τώρα που σας τα είπα τι θα κάνετε; Καλή ερώτηση. Τουλάχιστον να το αναγνωρίσουμε, να το λάβουμε υπόψιν ότι υπάρχουν και αυτοί οι παράγοντες που δεν είναι τόσο σπάνιο όσο νομίζουμε», εξηγεί.
Η εμπειρία της κυρίας που δεν έχει ψυγείο για να βάλει την ινσουλίνη της, δεν είναι η μόνη. Κατά τη μελέτη της η Ρένια άκουσε εμπειρίες όπως «αραιώνω το φρέσκο γάλα για να κρατήσει περισσότερο», «παραλείπω γεύμα για να μου μείνει την επόμενη μέρα», «δεν τρώω φρούτα για να φτάσουν για το παιδί μου» και άλλα παραδείγματα. «Παραδείγματα βγαλμένα από τη ζωή. Λέμε πράγματα που έχουμε ακούσει από τα άτομα που αναλαμβάνουμε και δυστυχώς η κατάσταση χειροτερεύει όσο χειροτερεύει η ακρίβεια», τονίζει.
Ρωτήσαμε τη Ρένια, υπό αυτές τις συνθήκες, πώς ένα άτομο με επισιτιστική ανασφάλεια θα αντιμετωπίσει το χρόνιο νόσημά του. Επικράτησε σιωπή. «Δεν ξέρω να σας πω. Για αυτό είπαμε ότι δεν είναι ευθύνη δική του. Πώς ένα άτομο το οποίο δεν έχει χρήματα να θρέψει την οικογένειά του, θα απαιτήσουμε να πηγαίνει σε ειδικό διατροφής για να του πει τι θα φάει, ενώ δεν μπορεί να τα αγοράσει; Φεύγει η ευθύνη και από τους επαγγελματίες υγείας».
Αυτοτιμωρία
Πολλοί άνθρωποι ωστόσο δεν κατανοούν ότι η ευθύνη δεν τους βαραίνει και ότι πρόκειται για κοινωνικό πρόβλημα. «Οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας είχαν θυμό, γιατί ένιωθαν αβοήθητοι, για το ότι δεν υπάρχει ένα υποστηρικτικό δίκτυο, κάπου κάπου να πουν το πρόβλημά τους, κάπου κάποιος να τους βοηθήσει πέρα από το συσσίτιο. Όμως από ό, τι μπορώ να θυμηθώ, το έριχναν στους ίδιους. “Εγώ δεν έχω δουλειά, τα χρήματά μου δε φτάνουν, εγώ φταίω που το παιδί μου δεν έχει δραστηριότητες το απόγευμα και πρέπει να είμαι σπίτι μαζί του”, πολλά τέτοια», περιγράφει.
Η Ρένια θυμίζει ότι στις νόσους συχνά ξεχνάμε την επίδραση των κοινωνικών προσδιοριστών της υγείας – των μη ιατρικών παραγόντων. «Τις συνθήκες στις οποίες γεννιόμαστε, ζούμε, μεγαλώνουμε, εργαζόμαστε, γηράσκουμε. Φαίνεται ότι μπορούν σε μεγάλο ποσοστό να καθορίσουν την υγεία μας, τη νόσο, την παχυσαρκία, σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι μπορεί ακόμα και το γενετικό υπόβαθρο. Αυτό που λέμε ότι “ο ταχυδρομικός μας κώδικας είναι κάποιες φορές ισχυρότερος στο να προβλέψει αν θα νοσήσουμε, από το γενετικό μας κώδικα”», τονίζει.
«Οι επιλογές μας δεν είναι ακριβώς όσο ελεύθερες νομίζουμε ότι μπορούν να είναι…»
Η ερώτηση όμως παραμένει: παρά τη βιβλιογραφία, τη διεθνή και εγχώρια εμπειρία, τις προσωπικές μαρτυρίες των ανθρώπων, η παχυσαρκία εξακολουθεί να θεωρείται ατομική ευθύνη. Η Ρένια έχει μία εξήγηση: «Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι έχουμε μια ελευθερία επιλογής σε ένα περιβάλλον, σε ένα σύστημα που καθορίζεται από πολύ ισχυρές δυνάμεις, από την κοινωνικοοικονομική μας κατάσταση, από τη βιομηχανία τροφίμων. Δηλαδή επιλέγουμε σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο. Οι επιλογές μας δεν είναι ακριβώς όσο ελεύθερες νομίζουμε ότι μπορούν να είναι. Και αυτή είναι η ψευδαίσθηση γενικώς που υπάρχει. Ότι επειδή τα μέσα είναι διαθέσιμα, τότε όλοι μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε αυτά».
Σήμερα, που έχει μπει στο προσκήνιο το στίγμα της παχυσαρκίας, «προσπαθούμε να διώξουμε την ατομική ευθύνη και να τη γυρνάμε πίσω στην πολιτεία. Πλέον λέμε ότι η παχυσαρκία είναι πολυπαραγοντικό νόσημα, νόσος υποτροπιάζουσα. Δεν το αφήνουμε στην ατομική ευθύνη. Δεν ξέρω αν ακούτε εσείς κάτι διαφορετικό, αλλά θεωρώ ότι γίνονται βήματα στο να αρνηθούμε την ατομική ευθύνη», προσθέτει.
Στόχος το αυτονόητο: «Ίση πρόσβαση για όλους σε υγιεινή διατροφή»
Στόχος είναι το αυτονόητο, το οποίο φαντάζει ουτοπικό: «πρέπει να εξασφαλίσουμε μία πρόσβαση ίση για όλους σε υγιεινή διατροφή. Πώς; Με μείωση του ΦΠΑ σε υγιεινά τρόφιμα, για να εξασφαλιστεί ότι είναι φθηνότερο και άρα θα χρειαστούμε λιγότερα χρήματα. Το άλλο πολύ βασικό είναι να μένουν περισσότερα χρήματα. Για να μπορούμε να επενδύσουμε σε τρόφιμα. Αν δεν λύσουμε το ζήτημα του κόστους ζωής, το πόσο τοις εκατό του μισθού που χρειαζόμαστε για κάλυψη των βασικών μας αναγκών, τότε δεν μπορούμε να ρυθμίσουμε τα υπόλοιπα», τονίζει η Ρένια.
«Προσπαθούμε να τραφούμε υγιεινά, να έχουμε έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής σε μία καθημερινότητα που δεν είναι ισορροπημένη. Η υπερεργασία δεν είναι ισορροπημένη. Το να τρέχουμε δέκα ώρες τη μέρα δεν είναι ισορροπημένο. Όλο αυτό το σύστημα, δεν μας επιτρέπει αυθόρμητα να έχουμε έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής. Είναι αδιανόητο να διαπραγματευόμαστε την επαρκή πρόσβαση σε υγιεινή τροφή. Δεν θα έπρεπε να είναι προϊόν διαπραγμάτευσης ή πολυτέλειας», καταλήγει.