Οι μόνιμοι αντιπρόσωποι στον ΟΗΕ από το Μπαχρέιν, τη Δανία, τη Γαλλία, την Ελλάδα, τη Λετονία, το Πακιστάν, τη Σομαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με κοινή τους δήλωση, επαναβεβαιώνουν ότι, «καθοδηγούμενοι από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών» και υπενθυμίζοντας τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, διατηρούν τη «σταθερή αντίθεσή τους στην προσάρτηση οποιουδήποτε μέρους των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών», καθώς και σε κάθε «αναγκαστικό εκτοπισμό του παλαιστινιακού λαού».

Τονίζουν ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει καταδικάσει ενέργειες που επιδιώκουν την αλλαγή της «δημογραφικής σύνθεσης, του χαρακτήρα και του καθεστώτος» των παλαιστινιακών εδαφών που βρίσκονται υπό κατοχή από το 1967, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ. Υπογραμμίζουν ότι τέτοιες πρακτικές «παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο», «υπονομεύουν τις συνεχιζόμενες ειρηνευτικές προσπάθειες», αντιβαίνουν στο «ειρηνευτικό σχέδιο» και απειλούν την προοπτική «δίκαιης και διαρκούς ειρήνης».

Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνουν ότι το Συμβούλιο έχει ζητήσει από το Ισραήλ να «τερματίσει αμέσως και πλήρως όλες τις εποικιστικές δραστηριότητες» στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, περιλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, και να συμμορφωθεί πλήρως με τις νομικές του υποχρεώσεις.

Παράλληλα, χαρακτηρίζουν την «παράνομη εποικιστική πολιτική» και τις «συνεχείς και κλιμακούμενες επιθέσεις» ισραηλινών εποίκων κατά παλαιστινίων αμάχων ως απαράδεκτες. Προσθέτουν ότι η βία εις βάρος παλαιστινιακών κοινοτήτων, «συμπεριλαμβανομένου του πρόσφατου σκοτωμού παιδιών Παλαιστινίων από ισραηλινές δυνάμεις», πρέπει να σταματήσει άμεσα και οι υπεύθυνοι να «λογοδοτήσουν».

Οι οκτώ χώρες επαναλαμβάνουν επίσης τη σημασία διατήρησης του «ιστορικού status quo» στους ιερούς τόπους της Ιερουσαλήμ, εκφράζοντας ταυτόχρονα «βαθιά ανησυχία» για τη δύσκολη ανθρωπιστική και οικονομική κατάσταση στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στους «σοβαρούς περιορισμούς στην κίνηση και την πρόσβαση», καθώς και στην παρακράτηση παλαιστινιακών φορολογικών εσόδων από το Ισραήλ, ζητώντας να αντιμετωπιστούν «επειγόντως».

Επιπλέον, υπογραμμίζουν ότι η «Διακήρυξη της Νέας Υόρκης» αντικατοπτρίζει μια συλλογική δέσμευση για «συγκεκριμένα μέτρα», σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ και τη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 2024. Στόχος είναι να διασφαλιστεί το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του παλαιστινιακού λαού και να αντιμετωπιστούν πολιτικές και απειλές «αναγκαστικού εκτοπισμού και προσάρτησης».

Τέλος, επαναβεβαιώνουν τη δέσμευσή τους για «δίκαιη και διαρκή ειρήνη» στη βάση των σχετικών ψηφισμάτων του ΟΗΕ, των όρων της Μαδρίτης και της Αραβικής Πρωτοβουλίας Ειρήνης. Επισημαίνουν ότι απαιτείται «τερματισμός της ισραηλινής κατοχής» και υλοποίηση της λύσης των δύο κρατών, με ένα «ανεξάρτητο και κυρίαρχο» παλαιστινιακό κράτος και το Ισραήλ να συνυπάρχουν «δίπλα-δίπλα εν ειρήνη και ασφάλεια» μέσα σε ασφαλή και αναγνωρισμένα σύνορα, στη βάση των γραμμών του 1967, περιλαμβανομένης της Ιερουσαλήμ, ως «η μόνη βιώσιμη οδός» για ασφάλεια, σταθερότητα και βιώσιμη ειρήνη στην περιοχή.