Ο Πρωθυπουργός ανέφερε συγκεκριμένα
«Και τώρα ερχόμαστε στην ατζέντα του υπουργικού συμβουλίου, διότι στα μέτρα στήριξης της κοινωνίας, σήμερα θα συναποφασίσουμε τη νέα αύξηση του κατώτατου, του βασικού μισθού, από 1η Απριλίου. Θέλω να θυμίσω ότι είναι η έκτη διαδοχική αύξηση στον κατώτατο μισθό, τον οποίον είχαμε παραλάβει το 2019 στα 650 ευρώ. Η εισήγηση της υπουργού και θα εξηγήσει στη συνέχεια αναλυτικά το σκεπτικό πίσω από αυτή την εισήγηση, είναι ο κατώτατος μισθός να ανέλθει στα 920 ευρώ. Είναι μια μηνιαία αύξηση 40 ευρώ από πέρσι. Με άλλα λόγια, η σωρευτική αύξηση στον κατώτατο μισθό από το 2019 ξεπερνάει το 41%. Είναι περισσότερο από 3.780 ευρώ το χρόνο».
«Και βέβαια, να θυμίσουμε ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν αφορά μόνο τους συμπολίτες μας οι οποίοι βρίσκονται σε αυτό το μισθολογικό επίπεδο, συμπαρασύρει ανοδικά τις τριετίες, τα κλιμάκια στο δημόσιο και φυσικά πολλά επιδόματα» πρόσθεσε. « Αξίζει πάντα να θυμίζουμε ότι το 2019 κεντρική μας δέσμευση ήταν η μείωση της ανεργίας και η δημιουργία πολλών νέων θέσεων απασχόλησης. Σήμερα, κάνοντας πια τον απολογισμό μας, αυτή την τελευταία εξαετία έχουν προστεθεί 563.000 νέες θέσεις εργασίας στη χώρα μας. Επαναλαμβάνω: 563.000 νέες θέσεις εργασίας. Παραλάβαμε την ανεργία στο 18%, τον Ιανουάριο βρέθηκε στο 7,7%» ανέφε στη συνέχεια. «Προσθέστε σε αυτή την, νομίζω, πολύ επιτυχημένη πολιτική το γεγονός πια ότι προστατεύουμε τους εργαζόμενους μέσα από την ψηφιακή κάρτα εργασίας, η οποία διασφαλίζει απόλυτα τα δικαιώματά τους. Την επεκτείνουμε, μάλιστα, σε πέντε ακόμα κλάδους, από την ιδιωτική υγεία μέχρι τις τηλεπικοινωνίες και τις εταιρείες καθαριότητας. Η περίμετρος, πλέον, θα ξεπερνά τα 2,3 εκατομμύρια εργαζόμενους. Νομίζω ότι και αυτή η πρωτοβουλία μας έχει δικαιωθεί από τα πραγματικά στοιχεία τα οποία βλέπουμε, με τη σημαντική αύξηση των δηλωμένων υπερωριών και με μία πολύ καλύτερη προστασία του εργαζομένου απέναντι σε οποιαδήποτε δυνητική εργοδοτική αυθαιρεσία. Θα μιλήσουμε όμως γι’ αυτά πιο αναλυτικά στη συνέχεια της συνεδρίασής μας».
Ο Πρωθυπουργός απέφυγε να αναφερθεί στην αλματώδη αύξηση των τιμών σε βασικά είδη διατροφής, όπως ψωμί, λάδι, κρέας, αλλά και στη δραματική αύξηση των ενοικίων, από το 2019. Ενδεικτικά, όπως ανέφερε σε πρόσφατο ρεπορτάζ του το Reuters, στην Αθήνα, τα ενοίκια αυξήθηκαν άνω του 50% την περίοδο 2019-2024, έναντι 26% στη Μαδρίτη και 14% στο Παρίσι. Την ίδια περίοδο, οι μέσοι μισθοί στην Ελλάδα αυξήθηκαν περίπου 27%. Η ιδιοκατοίκηση υποχώρησε κάτω από το 70% το 2024 – το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί. Παρά τις επιδοτήσεις ενοικίου για χαμηλόμισθους, πάνω από το 83% των Ελλήνων δηλώνει ότι δεν μπορεί να αποταμιεύσει, ενώ το 40% περιόρισε δαπάνες για εστίαση και ψυχαγωγία.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat, που δόθηκαν στη δημοσιότητα χθες, 25 Μαρτίου, η Ελλάδα και η Βουλγαρία βρίσκονται στην τελευταία θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές τιμών), 32% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Στην περσινή κατάταξη η Ελλάδα ήταν προτελευταία, ωστόσο, η Βουλγαρία ανέβηκε από το 66 στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και η χώρα μας έπεσε από το 69% στο 68%.