Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή ανακοίνωσε μια απόφαση που επαναφέρει πρακτικές δεκαετιών πριν: για πρώτη φορά μετά το 1996, η συμμετοχή στα γυναικεία αγωνίσματα θα εξαρτάται από χρωμοσωμικό έλεγχο.

Σύμφωνα με τη νέα πολιτική, δικαίωμα συμμετοχής στις γυναικείες κατηγορίες θα έχουν μόνο άτομα «βιολογικού γυναικείου φύλου» χωρίς το γονίδιο SRY. Η επιλογή αυτή ουσιαστικά αποκλείει όλες τις τρανς αθλήτριες, καθώς και σημαντικό ποσοστό ίντερσεξ αθλητών, από τους Ολυμπιακούς Αγώνες Λος Άντζελες 2028.

Οι Αγώνες έχουν προγραμματιστεί να διεξαχθούν από τις 14 έως τις 30 Ιουλίου 2028 στην Καλιφόρνια, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ θα βρίσκονται υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει εξαπολύσει δεκάδες επιθέσεις κατά των τρανς ατόμων και έχει επιχειρήσει τον αποκλεισμό τους με κάθε μέσο και τρόπο.

Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση διασφαλίζει «δικαιοσύνη, ασφάλεια και ακεραιότητα στις γυναικείες κατηγορίες». Διευκρινίζει επίσης ότι δεν θα έχει αναδρομική ισχύ και δεν θα εφαρμοστεί στον ερασιτεχνικό αθλητισμό.

Η επιλεξιμότητα θα επιβεβαιώνεται μέσω εξέτασης για το γονίδιο SRY, το οποίο, σύμφωνα με τη ΔΟΕ, αποτελεί «σταθερό δείκτη» ότι «ένα άτομο έχει αναπτύξει ανδρικά χαρακτηριστικά κατά την εφηβεία». Ο έλεγχος θα πραγματοποιείται μία μόνο φορά.

Εξαιρέσεις προβλέπονται για περιπτώσεις όπως το Σύνδρομο Πλήρους Ανευαισθησίας στα Ανδρογόνα και ορισμένες σπάνιες διαφοροποιήσεις φύλου (DSDs), όταν δεν προκύπτει πλεονέκτημα από την τεστοστερόνη. Όσοι έχουν θετικό SRY θα μπορούν να αγωνίζονται μόνο σε ανδρικές, μικτές ή «ανοιχτές» κατηγορίες.

Η πρόεδρος της Επιτροπής, Κίρστι Κόβεντρι, δήλωσε ότι η απόφαση βασίζεται στην… ιατρική επιστήμη και αποσκοπεί «στη διασφάλιση ίσων όρων για τις γυναίκες αθλήτριες». Έφτασε ακόμη και στο σημείο να ισχυριστεί ότι σε ορισμένα αθλήματα «η συμμετοχή ατόμων που έχουν αναπτύξει ανδρικά φυσιολογικά χαρακτηριστικά ενδέχεται να επηρεάσει και την ασφάλεια».

Παράλληλα, ανέφερε ότι οι αθλήτριες «θα αντιμετωπίζονται με σεβασμό και ότι η διαδικασία των ελέγχων θα είναι όσο το δυνατόν πιο διακριτική, συνοδευόμενη από ενημέρωση και ιατρική υποστήριξη».