Ρεπορτάζ του Κωνσταντίνου Πουλή 

Με το ξεκίνημα της διαδικασίας αναφέρθηκε και πάλι ασθένεια ενός εκ των συνηγόρων υπεράσπισης και διατυπώθηκε αίτημα διακοπής, για 6η (!) φορά. Ο Γιάννης Μάγγος φώναξε «προβλήματα πάλι;», αλλά η πρόεδρος επεδίωξε να δοθεί εξουσιοδότηση στους παρόντες συνηγόρους προκειμένου να γίνει τουλάχιστον η κλήρωση των ενόρκων και η νομιμοποίηση των διαδίκων. 

Ο πρώτος εκ των συνηγόρων ζήτησε να εξεταστεί κατά προτεραιότητα ένσταση που αφορά το κλητήριο θέσπισμα (άρθρο 321), υποστηρίζοντας ότι πάσχει νομικά και στερεί από τους κατηγορουμένους το υπερασπιστικό δικαίωμα.

Κατά την ανάπτυξη της ένστασης, υποστήριξε ότι υπάρχει αντίφαση ως προς τη νομική θεμελίωση της κατηγορίας περί βασανιστηρίων. Ενώ παραπέμπονται οι αστυνομικοί διότι υπέβαλαν σε βασανιστήρια με κοινό σκοπό να τιμωρήσουν το θύμα, στη συνέχεια, στη σ. 85, όπου γίνεται μνεία των διατάξεων, αναφέρεται το άρθρο 137.1.Γ, όπου περιγράφεται ότι ο δράστης υποβάλει σε βασανιστήρια με σκοπό να εκφοβίσει αυτόν ή τρίτα πρόσωπα, όχι να τιμωρήσει. 

Σε αυτή τη φάση για πρώτη φορά μίλησε στο δικαστήριο η Άννυ Παπαρούσου, η οποία παρέστη προς υποστήριξη κατηγορίας, με εντολείς τους γονείς και κληρονόμους του Βασίλειου Μάγγου, Γιάννη Μάγγο και Αικατερίνη Ευδοξία Μουρτζοπούλου. 

Θυμίζουμε ότι στο δικαστήριο του Βόλου η οικογένεια δεν εκπροσωπήθηκε ως υποστήριξη κατηγορίας στο δικαστήριο, ακριβώς διότι ο Βασίλειος Μάγγος δεν είχε καταθέσει μήνυση πριν τον θάνατό του. 

Με βάση το άρθρο 88 παρ.1 υπέβαλε την αίτηση στο δικαστήριο, καθώς, όπως εξήγησε, ο Μάγγος είχε καταγγείλει στο διαδίκτυο με ανάρτησή του την κακοποίηση που υπέστη στα χέρια της αστυνομίας και είχε κυκλοφορήσει σχετικό βίντεο που είχε λάβει δημοσιότητα. Με αυτά τα δεδομένα, είναι σημαντικό ότι δεν κινητοποιήθηκε η εισαγγελία, παρότι ο εισαγγελέας μπορεί να αξιοποιήσει οποιαδήποτε καταγγελία, ακόμα και φήμη, εξήγησε η Παπαρούσου. Ότι ο Βασίλειος σκόπευε να κινηθεί νομικά τεκμαίρεται και από το ότι ρώτησε το όνομα ενός από τους αστυνομικούς που τον χτυπούσε. 

Η δικηγόρος παρουσίασε στο δικαστήριο τον νομικό ισχυρισμό που έχει διατυπώσει και στις δημόσιες τοποθετήσεις της, ότι ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα. Ο Βασίλειος είχε ένα δικαίωμα που αποτελεί αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής, συνεπώς ασκείται νόμιμα και παραδεκτά από τους κληρονόμους του. 

Το δεύτερο ζήτημα που έθεσε είναι η μεταβολή της κατηγορίας από το 137Α σε 137Α παρ. 5, όπου αναφέρεται ότι «Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων επέφεραν τον θάνατο του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών», διότι ο βασανισμός του είχε ως συνέπεια τον θάνατο. Αυτό είναι ένα ζήτημα που μας οδήγησε σε μια συζήτηση επί της ουσίας, για πρώτη φορά σε αυτό το δικαστήριο, καθώς εξήγησε ότι τα βασανιστήρια τον οδήγησαν σε χρήση ουσιών που προκάλεσαν τον θάνατο. Υπάρχει λοιπόν αιτιώδης συνάφεια, καθώς την περίοδο του ξυλοδαρμού απείχε από τη χρήση, ενώ στη συνέχεια έπασχε από κατάθλιψη που βεβαιώνεται και από ψυχίατρο. 

Στη συνέχεια προσκόμισε μια προδικαστική απόφαση του πρωτοδικείου Βόλου, το οποίο διατάσσει έρευνα για περισσότερες αποδείξεις. 

Η υπεράσπιση αντέδρασε με τον πρώτο δικηγόρο να υποστηρίζει ότι επιφέρει απόλυτη ακυρότητα η παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στο δικαστήριο, διότι μόνο ο ίδιος ο φορέας του δικαιώματος που έχει προσβληθεί, εκείνος ο οποίος ζημιώθηκε άμεσα ή υπέστη ψυχική οδύνη από την πράξη, όχι αυτός που βλάπτεται έμμεσα, μπορεί να το κάνει. Όσο για την ανάρτηση του Βασίλειου Μάγγου, ανέπτυξε το επιχείρημα ότι δεν έχει χαρακτήρα έγκλησης ή έστω αναφοράς. Σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του βασανισμού και του θανάτου, ο δικηγόρος Γιώργος Σινέλης ισχυρίστηκε ότι κατά τον τραυματισμό του οι γιατροί διαπίστωσαν ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών, που ήταν μια καλή αφορμή για να ξαναθυμηθούμε πόσο κρίσιμη θα είναι η απουσία των δικηγόρων της οικογένειας στο δικαστήριο, διότι αυτό δεν αληθεύει. 

Στο σημείο αυτό ο Γιάννης Μάγγος φώναξε «δώσε μας μία απόδειξη γι’ αυτό». 

Πρόεδρος: Πρέπει να προχωρήσει η διαδικασία. 

Σινέλης: Εγώ σέβομαι τον πατέρα. 

Μάγγος: Δεν θέλω σεβασμό από κανέναν, να μην αναφέρεται σε μένα. 

Σινέλης: ο θάνατος οφείλεται σε χρήση ναρκωτικών, αυτό είναι ξεκάθαρο. 

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι υπόλοιποι συνήγοροι υπεράσπισης, ο δεύτερος λέγοντας ότι ο θάνατος δεν έχει σχέση οργανικά με τον βασανισμό (το επιχείρημα όμως αφορά την ψυχική παράμετρο, όχι την οργανική) και ότι ο ιατροδικαστής Γαλεντέρης δεν είναι αρμόδιος γιατί δεν είναι ψυχίατρος, αλλά απλώς έριξε ένα πυροτέχνημα (δεν είναι όμως μόνο δική του θέση). 

Το επιχείρημα αυτό επανέλαβε και ο τρίτος δικηγόρος, ότι δηλαδή όσα αναφέρει ο Γαλεντέρης εκφεύγουν της αρμοδιότητάς του και στο τέλος ένας εκ των συνηγόρων επανέλαβε αυτή την επιχειρηματολογία, προσθέτοντας ότι αν το δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση προς παράσταση κατηγορίας κάποιοι συνάδελφοι θα το αναφέρουν όχι ως δικονομικό ατόπημα, αλλά ως δικονομικό πραξικόπημα. 

Πριν το κλείσιμο της διαδικασίας ο συνήγορος υπεράσπισης Σινέλης πρόσθεσε κάτι που είχε φανεί κατά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων, δηλαδή ότι ένας εκ των κατηγορουμένων έχει και την ιδιότητα του μάρτυρα, κάτι που είναι νομικά απαράδεκτο, με δεδομένο ότι ως κατηγορούμενος προστατεύεται από την αυτοενοχοποίηση και έχει το δικαίωμα της σιωπής. 

Τέλος, το δικαστήριο προχώρησε σε κλήρωση ενόρκων.

Η δίκη θα συνεχιστεί τη Μεγάλη Τρίτη στις 9, όπου θα ακουστούν οι ενστάσεις και έχουν κληθεί και οι πρώτοι μάρτυρες. 

Η εγκάρδια υποδοχή των κατηγορουμένων από τους συναδέλφους τους στην αίθουσα αποτελεί αδιάψευστο τεκμήριο της συστημικής φύσης της αστυνομικής βαρβαρότητας. Αν ήταν μεμονωμένα περιστατικά οι βασανισμοί, οι κατηγορούμενοι (τρεις από τους οποίους έχουν ήδη καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό στο δικαστήριο του Βόλου) θα ήταν παρίες και δακτυλοδεικτούμενοι μέσα στο σώμα. Αντιμετωπίζονται όμως με την εγκαρδιότητα των συναδέλφων που ταλαιπωρούνται σε δικαστήρια και έχουν την πλήρη συμπαράσταση της ελληνικής αστυνομίας. Αυτό δεν αποτυπώνεται λεκτικά μόνο, αλλά κυρίως φαίνεται στην αίθουσα.

Μετά τη λήξη της διαδικασίας ακολούθησε, όπως πάντα, πορεία από συλλογικότητες και άτομα που ζητούν να αποδοθεί δικαιοσύνη. Στην πορεία, ο Γιάννης Μάγγος βρισκόταν πίσω από το πανό που έγραφε «Στους δρόμους αναπνέει το δίκιο. Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη/δεν θα ξεχαστεί τι κάναν στον Βασίλη. Ένοχοι Lafarge και κρατικές αρχές/να καταδικαστούν οι βασανιστές».

Δείτε τις δηλώσεις που έκαναν στο TPP η Άννυ Παπαρούσου και ο Γιάννης Μάγγος και τον σχολιασμό στην εκπομπή Φάρμα των Ζώων

 

*Η μετάβαση και διαμονή στην Καρδίτσα κοστίζει, σχεδόν 200 ευρώ τη φορά, και είμαστε ήδη στην έκτη επίσκεψη. Δεν ζητάμε χρήματα για τις αποστολές εσωτερικού, αλλά σας ζητάμε να στηρίζετε την ανεξάρτητη δημοσιογραφία του TPP. Λόγω της απόστασης, η δημοσιογραφική κάλυψη από άλλα Μέσα είναι εξαιρετικά περιορισμένη, λοιπόν βοηθήστε μας κάνοντας μια συνδρομή ή δίνοντας μια έκτακτη δωρεά εδώ