Το Δ. Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι το ελληνικό Δημόσιο, έχει αστική ευθύνη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, λόγω παράλειψης εποπτείας του σιδηροδρομικού δικτύου και το υποχρεώνει μάλιστα να καταβάλει αποζημίωση στους συγγενείς του θύματος, εντόκως από την ημέρα κατάθεσης της αγωγής και έως την εξόφλησή της.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, με πρόεδρο τον πρόεδρο Πρωτοδικών Χρήστο Μουσούρο και εισηγήτρια την πρωτοδίκη Δήμητρα Ντισλίδου, μελετώντας τα στοιχεία της δικογραφίας και του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε ότι «αν λειτουργούσε πλήρως το σύστημα GSM-R, ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας IC 62 θα είχε τη δυνατότητα, μόλις αντιλήφθηκε ότι κινείται στη γραμμή καθόδου, να επικοινωνήσει με το μηχανοδηγό του αντίθετα κινούμενου εμπορικού συρμού 63503 και να συνειδητοποιήσουν και οι δυο ότι βρίσκονται σε συγκρουσιακή πορεία».

Ακόμα, το Δ. Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι «το Ελληνικό Δημόσιο δια του υπουργείου υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί».

Στην δικαστική απόφαση αναφέρεται επίσης ότι το ελληνικό Δημόσιο, δια του αρμόδιου υπουργείου υποδομών και Μεταφορών, και ανεξαρτήτως της ειδικότερης πληροφόρησής του από φορείς του σιδηροδρομικού φορέα, όφειλε, σε κάθε περίπτωση, να γνωρίζει την μη ύπαρξη, λειτουργικών συστημάτων ασφαλείας στο σιδηρόδρομο.

Επισημάνθηκε μάλιστα ότι η υποχρέωση αυτή του Δημοσίου «επιτείνεται από το γεγονός ότι τόσο η μη λειτουργία των συστημάτων αυτών στο σιδηρόδρομο όσο και η ανεπαρκής, αναποτελεσματική και ανεπιτυχής άσκηση εποπτείας από την ΡΑΣ στον ΟΣΕ σε θέματα ασφαλείας στον (ήδη επιβαρυμένο και με σημαντικά παρωχημένο τεχνολογικό εξοπλισμό όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πορίσματα) σιδηρόδρομο, εκδηλωνόταν επί μακρόν, διακυβεύοντας τα απολύτως προστατευόμενα έννομα αγαθά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των χρηστών και των εργαζομένων του σιδηρόδρομου».

«Παρά ταύτα, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αδράνησε, παραλείποντας να ασκήσει την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα και στο πλαίσιο αυτής τον εγγυητικό του ρόλο για τη διασφάλιση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών, ήτοι μεριμνώντας, εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου, για την λήψη των κατάλληλων μέτρων για την επίκαιρη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας στον σιδηρόδρομο, εποπτική αρμοδιότητα που πάντως ασκείται και αφορά και σε δημόσια επιχείρηση που παρέχει ζωτικής- κοινής ωφέλειας- υπηρεσίες, τελούσα διαρκώς υπό την εξάρτηση, την εποπτεία και τη νομική εγγύηση του κράτους, αποριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο» υπογραμμίσθηκε ακόμα στην απόφαση και συμπληρώθηκε:

«Μετά από το σιδηροδρομικό δυστύχημα, άλλωστε, το υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών ξεκίνησε μια εκτεταμένη εκστρατεία για την αναβάθμιση, την ανανέωση και σε ορισμένες περιπτώσεις την επέκταση της υπάρχουσας σιδηροδρομικής υποδομής, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, της προσαρμογής του συστήματος σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης, καθώς και της εγκατάστασης του αυτόματου συστήματος για τις αμαξοστοιχίες (ETCS)».