Ρεπορτάζ του Κωνσταντίνου Πουλή
Η εισαγγελέας ξεκίνησε αναφέροντας ότι τα έννομα αγαθά που προστατεύει ο νόμος στην προκειμένη περίπτωση είναι όλα προσωποπαγή, είναι τα έννομα συμφέροντα του παθόντος, του Βασίλειου Μάγγου. Οι κληρονόμοι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, δεν νομιμοποιούνται όταν αποκτούν αξίωση αποζημίωσης κατά τρόπο παράγωγο, δεν μεταφέρεται δηλαδή το δικαίωμα αν δεν έχει ήδη ασκηθεί μήνυση. Επίσης, οι γονείς δεν αναφέρονται στο άρθρο 64, ισχυρίζονται ορθώς, συνέχισε, ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν μία υφιστάμενη έγκληση.
Όσον αφορά την αλλαγή του κατηγορητηρίου, που ζήτησε η συνήγορος της οικογένειας, πρόκειται για έγκλημα που απαιτεί όχι μόνο πρόθεση για βασανιστήρια αλλά και αμέλεια στο αποτέλεσμα που επήλθε, δηλαδή θα έπρεπε να μπορούν να προβλέψουν το αποτέλεσμα του θανάτου. Όμως η αιτία θανάτου είναι η λήψη ναρκωτικών ουσιών, που είχε ως αποτέλεσμα την πνευμονική εμβολή.
Θα έπρεπε δηλαδή να προβλέψουν ότι ο παθών, λόγω των βασανιστηρίων θα έπεφτε πάλι στη χρήση ναρκωτικών και έτσι θα επερχόταν ο θάνατος. Γι’ αυτό πιστεύω, εξηγεί, ότι δεν μπορεί να πληρωθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος, διότι ο θάνατος δεν έχει προκύψει ως αποτέλεσμα των ενεργειών των δραστών. Αν παρασταθούν προς υποστήριξη κατηγορίας παρά τον νόμο, αυτός θα είναι λόγος απόλυτης ακυρότητας.
Στη συνέχεια πήρε τον λόγο ο Θ. Καππάτος, εκ μέρους της οικογένειας του Β. Μάγγου. Υποστήριξε ότι σύμφωνα με το άρθρο 63 δικαιούνται παράσταση όσοι δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ανέφερε ότι με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο του Βόλου δεν θεώρησε νόμω αβάσιμη την αγωγή, δεν απέρριψε την αξίωση, αλλά ζήτησε τη διερεύνηση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του βασανισμού και του θανάτου του Β. Μάγγου. Όμως έχουμε τα στοιχεία ότι ο Β. Μάγγος μετέβη σε κλινική και μίλησε για αϋπνία, έντονο άγχος και συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ είχε διακόψει τη χρήση για δύο χρόνια πριν τον βασανισμό του, συνεπώς ο βασανισμός οδήγησε αιτιωδώς στον θάνατο.
Η Άννυ Παπαρρούσου άνοιξε την αγόρευσή της λέγοντας ότι το δικαστήριο καλείται να λύσει το ζήτημα σύμφωνα με μια λογική κατάταξη των πραγμάτων. Τα βασανιστήρια πλήττουν την αξιοπρέπεια, την τιμή, την υπερηφάνεια του θύματος, δημιουργούν ψυχικά παράγωγα, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν και στον θάνατο.
Είναι σαφές ότι ο θάνατος οφείλεται στον βασανισμό του, η απόφαση πρέπει να συμφωνεί με τη λογική της ζωής. Είναι δυνατόν η οικογένεια του θανόντος να μην έχει λόγο σε αυτή τη δίκη; Είμαστε εδώ μετά από πρωτοβουλίες της οικογένειας, που δεν θα μπορεί να εξετάσει τους μάρτυρες.
Ως προς το ζήτημα της καταγγελίας του Β. Μάγγου στο Facebook: σε άλλη δίκη όπου εγώ αναρωτήθηκα πώς μπορεί να κινείται το δικαστήριο μετά από ανώνυμο τηλεφώνημα, το δικαστήριο απάντησε ότι ο εισαγγελέας μπορεί να κινηθεί με οποιαδήποτε αφορμή, ακόμη και φήμη.
Αυτά δεν εκτιμώνται δικαστικά; Δεν έπρεπε να κινηθεί νομικά η εισαγγελία; Υπάρχει μια βασική αρχή του δικαίου που λέει ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα. Ας μην ασχοληθούμε, συνέχισε, με τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών – ως υπόθεση εργασίας. Είναι λάθος να το συνδέουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο και είναι προφανές ότι ο θάνατος προήλθε από βασανιστήρια.
Πήραν τον λόγο οι συνήγοροι υπεράσπισης των αστυνομικών:
Ο Σκαλίμης είπε ότι συντάσσεται με την πρόταση της εισαγγελέως. Η πλευρά της οικογένειας, συνέχισε, θεωρεί ότι τα αδικήματα είναι δεδομένα, αυτά θα τα δούμε κατά τη διερεύνηση, και κατέληξε λέγοντας ότι το δικαστήριο δεν δικάζει με βάση το συναίσθημα, αλλά με συγκεκριμένους κανόνες.
Ο Καραγιάννης πήρε τον λόγο στη συνέχεια ερμηνεύοντας το αίτημα της οικογένειας ως προσπάθεια να αλλάξει η κατηγορία (από βασανιστήρια σε βασανιστήρια που προκάλεσαν τον θάνατο), προκειμένου ακριβώς να μπορέσουν να παρασταθούν. Ως προς την ανάρτηση του Β. Μάγγου στο Facebook, ισχυρίστηκε ότι στο κείμενο δεν περιέχεται δήλωση προς υποστήριξη κατηγορίας, ενώ η σχετική διάταξη προβλέπει “διατυπωθείσα” υποστήριξη κατηγορίας. Ως προς το τελευταίο, με παρόμοιο τρόπο επιχειρηματολόγησε και ο Β. Καπερνάρος, εξηγώντας ότι οι καταγγελίες πρέπει να στρέφονται εναντίον φυσικών προσώπων, όχι εναντίον της αστυνομικής κτηνωδίας.
Όμως υπάρχει η κακή συνήθεια των βασανιστών να μη συστήνονται με τα πλήρη στοιχεία τους πριν να σαπίσουν στο ξύλο τα θύματά τους. Ας σκεφτούμε τι είχε γίνει με τους βασανιστές του Παπαζαχαρουδάκη, που του ζητούσαν μετά να τους αναγνωρίσει παρότι φορούσαν κουκούλες. Ο Β. Μάγγος παρ’ όλ’ αυτά στην ανάρτησή του δίνει λεπτομερή περιγραφή των ρόλων, μιλά για τον ασφαλίτη που φαίνεται στο βίντεο να ανοίγει την πόρτα από το όχημα και καταγγέλει ότι τον κρατούσαν άνδρες της ΟΠΚΕ και αυτός τον χτυπούσε. Δίνει στοιχεία ταυτοποίησης δηλαδή, στο μέτρο του δυνατού, με βάση τη δράση που αποτυπώνεται στο βίντεο. Έδωσε επαρκή στοιχεία ταυτοποίησης, που αξιοποιήθηκαν και επιβεβαιώθηκαν στην πορεία.
Στη συνέχεια ο δικηγόρος Καπερνάρος είπε ότι το κείμενο στρέφεται εντελώς γενικόλογα και αοριστολογικά κατά την αστυνομίας, «ποιητικό είναι περισσότερο», συμπλήρωσε.
Δεν ξέρω ποια είναι η σχέση του Β. Καπερνάρου με την ποίηση και τι αντιλαμβάνεται ως ποιητικό. Να όμως μερικοί στίχοι που έχουν γραφτεί από τον Μάγγο:
«Φαντάζεσαι να έγραφα όλα αυτά που λέω πως σκέφτομαι και νιώθω στο Facebook; Θα με θεωρούσαν πιο τρελό απ’ ό,τι αν τα επαναλάμβανα χιλιάδες φορές τριγυρνώντας στους δρόμους, κρατώντας ένα φανάρι τη μέρα».
(κατά τον δαίμονα εαυτού, Βασίλειος Μάγγος)
Ο συνήγορος Σινέλης, μιλώντας για την αιτιώδη σχέση μεταξύ βασανισμού και θανάτου (που σχετίζεται με την αναβάθμιση του κατηγορητηρίου) επανέλαβε τον ισχυρισμό που είχε διατυπώσει και στην προηγούμενη δικάσιμο, ότι «οι περισσότεροι νοσηλευτές και γιατροί έχουν καταθέσει ότι ήταν χρήστης». Ο Γιάννης Μάγγος φώναξε “λες ψέματα”, ο Σινέλης απάντησε ότι αντλεί στοιχεία από τη δικογραφία και εκεί θα λέγαμε ότι ήταν μάλλον εύκολο να δούμε τι εννοούσε: διαβάζει από τη δικογραφία τη φράση “ο ίδιος μου είπε ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών”, οπότε ακούγεται δυνατά από το ακροατήριο η φράση “ήταν!”. Ο Μάγγος δεν ήταν ενεργός χρήστης ναρκωτικών ουσιών, θεώρησε απλώς ιατρικώς κρίσιμη πληροφορία προς τους γιατρούς ότι έχει υπάρξει χρήστης.
Στο σημείο αυτό έγινε διακοπή.
Μετά από μία ώρα και δέκα λεπτά το δικαστήριο συνέχισε και πολυ λιτά η πρόεδρος ανακοίνωσε ότι το δικαστήριο δέχεται τις αντιρρήσεις και αποβάλλει την υποστήριξη της κατηγορίας.
Ακούγεται η φωνή του Γ. Μάγγου να ρωτά: Τι δίκη είναι αυτή που θα γίνει;
Πρόεδρος: θα το δείτε στην πορεία.
Στη συνέχεια υποβάλλονται ενστάσεις, επανέρχεται το ζητημα του κατηγορούμενου που έχει και την ιδιότητα του μάρτυρα. Είχαμε εξηγήσει και στην προηγούμενη δικάσιμο ότι αυτό είναι φυσικά αδύνατο, καθώς ο μάρτυρας έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης.
Σήμερα ο συνήγορος Καραγιάννης υποστήριξε ότι θα έπρεπε να έχει αφαιρεθεί η κατάθεση ήδη από την προδικασία, τώρα δεν αρκεί να αφαιρεθεί διότι θα την έχουν όλοι υπόψη τους. Δεν θα είναι αρκετό να αφαιρεθεί από τα αναγνωστέα.
Επενέβη και ο Β. Καπερνάρος για να πει ότι και μόνο που είναι στη δικογραφία, απαγορεύεται, ενώ ο Σινέλης επανέλαβε τα επιχειρήματα που είχε ήδη αναπτύξει, στην προηγούμενη δικάσιμο (μαζί με τις ανεκδοτολογικές πληροφορίες για τα τηλεφωνήματά του με έγκριτο καρδιτσιώτη ποινικολόγο) ότι τώρα πια δεν αρκεί η αφαίρεση της σχετικής μαρτυρικής κατάθεσης, αλλά πρέπει να αλλάξει η σύνθεση. Το δικαστήριο διέκοψε και πάλι προκειμένου να αποφασίσει για την ένσταση.
Μετά τη διακοπή η εισήγηση της εισαγγελέως ήταν να προχωρήσει κανονικά η δίκη, διότι δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητας, καθώς δεν έχει ξεκινήσει η αποδεικτική διαδικασία, συνεπώς αρκεί η εξαίρεση των εν λόγω καταθέσεων.
Οι συνήγοροι υπεράσπισης επανήλθαν λέγοντας ότι η τοποθέτηση αυτή θα ήταν ορθή πριν την τροποποίηση του ΚΠΔ του 2019. Η πρόταση είναι contra legem (ενάντια στον νόμο), οι μαρτυρικές καταθέσεις είναι μέρος της δικογραφίας, ενώ αυτό απαγορεύεται. Είναι λόγος απόλυτης ακυρότητας. Ο Β. Καπερνάρος διάβασε δυνατά τη σχετική φράση “Απαγορεύεται να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας” και αναρωτήθηκε ποιο άρθρο επικαλείται η εισαγγελέας για να υποστηρίξει ότι δεν έχει ξεκινήσει η διαδικασία; Είπε ότι δεν έχει αρχίσει η δίκη. Ποιος το ισχυρίζεται αυτό; Υπάρχει νομολογία;
Ο Καραγιάννης είπε ότι μέχρι το 2019 απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση, ενώ σήμερα λέμε απαγορεύεται η παραμονή στη δικογραφία. Δεν συναρτάται με τον χρόνο της διαδικασίας, με το επιχείρημα δηλαδή της εισαγγελέως ότι δεν έχει ξεκινήσει η αποδεικτική διαδικασία. «Εσείς αν διαβάσατε ότι ο κατηγορούμενος είπε ότι έπινε καφέ απέναντι για να αθωώσει τον εαυτό του, δεν θα είχε μείνει στο μυαλό σας; αυτό προσπαθεί να αποφύγει ο νομοθέτης».
Το δικαστήριο διέκοψε και πάλι και επανήλθε τρία λεπτά πρις τις 3 για να ανακοινώσει η πρόεδρος ότι: Δεν καταλήξαμε στη διάσκεψή μας.
Οπότε δεν ξέρουμε αν θα συνεχιστεί η δίκη με αυτή τη σύνθεση, διότι εκκρεμεί η απάντηση του δικαστηρίου για το ζήτημα με τον μάρτυρα/κατηγορούμενο. Η συνέπεια είναι ότι έχουμε περάσει μία χρονιά περίπου από την πρώτη δικάσιμο, έχουμε δει μια αναβολή να δίνεται γιατί κάποιος είχε αναπνευστικά προβληματάκια και πήγε σε ιδιωτική κλινική, μία φορά γιατί ο ένας από τους δύο συνηγόρους έλειπε αλλά ήθελαν να είναι και οι δύο, τέλος πάντων, ας μη συνεχίσουμε, έχουμε να κάνουμε με ένα θρασυτατο ροκάνισμα του χρόνου και της υπομονής της οικογένειας, καθώς έχει περάσει ένας χρόνος και πάλι θα περιμένουμε να δούμε αν θα ξεκινήσουμε από την αρχή.
Εξαιρώ μόνο μία στιγμή από αυτή την αποκαρδιωτική διαδικασία. Όταν η εισαγγελέας ανέγνωσε το κατηγορητήριο, ακούσαμε για λίγο ξανά για ποιον λόγο βρισκόμαστε εκεί. Κοιτούσες αυτά τα πρόσωπα των κατηγορουμένων, από το πιο αγαθό, περίπου με παρουσιαστικό εταιρικού στελέχους, μέχρι το πιο επιθετικό, του κατηγορούμενου που κραύγαζε ότι η αλήθεια θα φανεί στο τέλος, λες και είναι θύμα κάποιας παράλογης σκευωρίας, και μπορούσες να αντιστοιχίσεις τα πρόσωπα με τις πράξεις. Γιατί αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι θα ακούσουμε πολλές φορές ακόμα τον Καπερνάρο να εξηγεί τα νομικά στην έδρα, θα ακούσουμε ενστάσεις, (αυτό είναι το αντικείμενο της επόμενης δικασίμου στις 30 Απριλίου) αλλά κάποια στιγμή θα ακουστεί και το γιατί βρέθηκαν αυτοί οι αστυνομικοί στο εδώλιο.
Όπως διάβαζε η εισαγγελέας:
Οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν σε βασανιστήρια πρόσωπο που βρισκόταν στην εξουσία τους, με κοινό στόχο να τιμωρήσουν αυτόν.
Τον χτύπησαν αρχικά κατά την αποχώρηση και την επιβίβαση σε άλλο όχημα. Κατά τη διαδρομή οι κατηγορούμενοι ενεργώντας με πρόθεση από κοινού και κατόπιν συναπόφασης και έχοντας απόλυτο έλεγχο, τον έπληξαν προκαλώντας του εσκεμμένες κακώσεις, με κοινό σκοπό να τιμωρήσουν για την προηγηθείσα συμπεριφορά του, η δε βία δεν ήταν η απολύτως αναγκαία. Κατά τη διαδρομή, από τις τέσσερις έως τις τέσσερις και δέκα, τον έπληξαν εκ νέου, χτυπώντας τον με τα χέρια τους στα ίδια σημεία που τον είχαν πλήξει και εξωθεν του δικαστικού μεγάρου. Τρίτη φορά, ενώ βρισκόταν υπό την πλήρη εξουσία τους, τον έπληξαν εκ νέου, πέραν των χτυπημάτων που είχε δεχτεί έξω από το δικαστήριο και μέσα στο αυτοκίνητο, στα ίδια ακριβώς σημεία που τον είχαν πληξει και προηγουμένως.
Ενώ τον είχαν ακινητοποιημένο και με δεμένα τα χέρια πίσω από την καρέκλα, προσέβαλαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του θύματος, του είπαν φράσεις όπως «γιατί κλαις τώρα, μόνο οι αδερφές κλαίνε, είσαι αδερφή;» του αρνήθηκαν νερό, τον χλεύαζαν γιατί δεν κατάφερνε να πιει νερό από αυτόν τον ψύκτη. Δεν του παρείχαν ιατρική περίθαλψη παρότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Του στέρησαν την ελευθερία του και τον οδήγησαν σε μη προσδιορισμένο χώρο.
Για όλα αυτά βρισκόμαστε στο δικαστήριο, επειδή οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί βασάνισαν τον Βασίλειο Μάγγο. Όσος καιρός και αν περάσει, όσους κύκλους γύρω από το δικαστήριο και αν κάνουμε για να παίζουμε καθυστερήσεις, αυτό συνέβη και αυτό θα κριθεί.