Ρεπορτάζ της Σύνθιας Μπούσιου
Η πρώτη μάρτυρας υπεράσπισης του Νίκου Ρωμανού, η σύντροφός του, Στεφανία, ξεκίνησε την κατάθεσή της παραθέτοντας την κοινή καθημερινότητά τους το διάστημα μεταξύ της αποφυλάκισής του και της εκ νέου σύλληψής του. Η Στεφανία ανέφερε πως μετά την αποφυλάκισή του, ο Νίκος με επιτυχία επανεντάχθηκε στο κοινωνικό σύνολο και ένα από τα πρώτα του μελήματα ήταν η εύρεση εργασίας, καθώς ήθελε να ξεκινήσει να συνεισφέρει οικονομικά στα έξοδα της οικογένειάς του και να μην την επιβαρύνει.
Σύντροφος Ν. Ρωμανού: . «Ο Νίκος στην πραγματικότητα είναι ο πιο τρυφερός, ήρεμος και γλυκός άνθρωπος που ξέρω»
Ο Νίκος Ρωμανός γνώριζε ότι υπάρχουν διετή προγράμματα εργασίας για αποφυλακισμένα άτομα κι άρχισε να ψάχνει εργασία, κι έτσι τον Αύγουστο του 2020 προσλήφθηκε ως αποθηκάριος. «Είχε την επιθυμία να είναι πάντα κοντά στους γονείς του» ανέφερε. Η μάρτυρας, επίσης, σημείωσε πως ο Ν. Ρωμανός έπρεπε να παραμένει κοντά στο σπίτι του λόγω περιοριστικών όρων, οι οποίοι μεταξύ άλλων τού απαγόρευαν την έξοδο από τη χώρα και του επέβαλαν να δηλώνει «παρών» στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του κάθε 1η και 16η του μηνός.
Έπειτα, η Στεφανία περιέγραψε πως το διάβασμα είχε κερδίσει τον Νίκο, καθώς προσπαθούσε να ανακτήσει τον χρόνο που έχασε με τους δικούς του ανθρώπους όσο βρισκόταν στη φυλακή. Την περίοδο πριν τη σύλληψή του, ο Ν. Ρωμανός και η σύντροφός του είχαν αποφασίσει να συγκατοικήσουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους, αφήνοντας πίσω τις μνήμες της κράτησης.
Ο Πρόεδρος ρώτησε τη σύντροφο του κατηγορούμενου σχετικά με τους χαρακτηρισμούς οι οποίοι του αποδίδονται μέσω των βουλευμάτων: «Επικίνδυνος, αντικοινωνικός, χωρίς ηθικούς φραγμούς». «Ο Νίκος στην πραγματικότητα είναι ο πιο τρυφερός, ήρεμος και γλυκός άνθρωπος που ξέρω. 7 χρόνια η ζωή μας είναι ομαλή. Φροντίζει να είναι καλά οι δικοί του άνθρωποι. Δεν του αντιστοιχούν οι χαρακτηρισμοί και με πληγώνει πολύ η κατάσταση: το να τον βλέπω με χειροπέδες και περικυκλωμένο από ένοπλους αστυνομικούς. Θέλω να είναι ελεύθερος» είπε η σύντροφός του, συναισθηματικά φορτισμένη.
«Περιγράφετε μια πολύ “κανονική” ζωή, παρά το ιστορικό. Ποια ήταν η αντίδρασή του, αλλά και η δικιά σας, όταν συνέβη η σύλληψη μετά την εύρεση των αποτυπωμάτων;» ρώτησε ο Πρόεδρος. Η Στεφανία απάντησε πως αντίκρισε τον Νίκο στη ΓΑΔΑ. «Ήταν χλωμός, δεν ήξερα περί τίνος πρόκειται. Μου έδωσαν απλά το χαρτί της δικογραφίας με το κομμάτι που τον αφορά, ήμουν σίγουρη από την αρχή πως ο Νίκος δεν έχει εμπλοκή σε αυτό» ξεκαθάρισε.
Πρόεδρος Δικαστηρίου: «Πώς αυτή η σακούλα κυκλοφορεί; Τι γίνεται μετά με τη σακούλα;»
Σε ερώτηση του προεδρείου σχετικά με το αν μεταξύ της αποφυλάκισης και της σύλληψης ο Νίκος συμμετείχε σε ομάδες υποστήριξης και αλληλεγγύης, η Στεφανία απάντησε θετικά. «Εισέπραττα πως ήθελε να συναντήσει το διάστημα της παιδικής ανεμελιάς που είχε χάσει όταν ήταν φυλακισμένος, γι’ αυτό γύρισε στο πατρικό του, στους γονείς του, στη γειτονιά και τους παλιούς φίλους και συμμαθητές του. Αναζητούσε μια κανονικότητα» συμπλήρωσε. Όταν ρωτήθηκε σχετικά με το αποτύπωμα στη σακούλα, απάντησε πως είναι βέβαιη ότι δεν είχε εμπλοκή με όπλα το διάστημα μετά την αποφυλάκισή του.
Σημειώνεται πως ο Νίκος Ρωμανός δε γνώριζε κανέναν από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους του διαμερίσματος των Αμπελοκήπων. Όσον αφορά τη συσχέτισή του με τη σακούλα, η σύντροφός του απάντησε πως «ο Νίκος έχει πολύ υψηλό το αίσθημα της προσφοράς και το έχει αποδείξει. Η σακούλα αυτή πιθανόν είχε το αποτύπωμά του από κάποια ενέργεια προσφοράς ρούχων, τροφίμων ή βιβλίων στην οποία συμμετείχε».
Σχετικά με τον κατηγορούμενο ΑΚ, του οποίου επίσης μερικό αποτύπωμα βρέθηκε στη σακούλα, η Στεφανία απάντησε πως ίσως σε αυτή τη συγκεκριμένη δράση συμμετείχε και αυτός. Έπειτα, ρωτήθηκε εάν θυμάται πώς διαχειρίζονταν τις σακούλες σε αυτές τις δράσεις. «Πήγαινε τη σακούλα, την άφηνε και έφευγε ή τις πήγαινε σε κέντρο διαλογής. Οι σακούλες μπορεί να χρησιμοποιούνταν ξανά» απάντησε.
«Μια σακούλα με μερικά αποτυπώματα βρίσκεται σε έναν χώρο όπου γίνεται μια έκρηξη. Σε έναν χώρο με ανθρώπους που ανήκουν στον ίδιο ιδεολογικό χώρο όπου ανήκε ο Ν. Ρωμανός. Αυτό οδηγεί σε μια συλλογιστική πορεία, όπως καταλαβαίνετε» είπε ο Πρόεδρος. «Το διάστημα κατά το οποίο συγκατοικούσα με αυτόν τον άνθρωπο, είμαι σίγουρη πως δεν θα διακινδύνευε να εμπλακεί σε κάτι τέτοιο, μετά από 7 χρόνια φυλάκισης και ένα μήνα πριν λήξουν οι περιοριστικοί όροι» απάντησε η σύντροφός του.
Έπειτα, τέθηκαν ερωτήματα από τη πλευρά των συνηγόρων σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα και το χρονικό διάστημα πριν από τη μετακόμιση, με τη μάρτυρα να καταθέτει ότι δεν διαπιστώθηκε κάποια ιδιαίτερη αναστάτωση πέραν των διαδικασιών που σχετίζονταν με τη μετακόμιση, καθώς η καθημερινότητα κυλούσε ομαλά. Ειδικότερα, αναφορικά με το διάστημα μεταξύ των ημερομηνιών 31 Οκτώβρη και 18 Νοέμβρη, όταν και συνελήφθη, ανέφερε ότι δεν παρατήρησε οτιδήποτε ασυνήθιστο ή ανησυχητικό, ούτε υπήρξε κάποιο στοιχείο που να διαταράσσει την ηρεμία της καθημερινότητας.
Σε ερώτηση σχετικά με τη διαχείριση των σακουλών στις περιπτώσεις που δεν επιστρέφονται από δράσεις αλληλεγγύης, η Στεφανία διευκρίνισε ότι αυτές μεταφέρονται στα κέντρα διαλογής, όπου κατατάσσονται σε κατηγορίες και στη συνέχεια φυλάσσονται προς επαναχρησιμοποίηση.
Εκπαιδευτικός Ν. Ρωμανού: «Η φυλακή είναι πιο βαριά τώρα»
Η διαδικασία συνεχίστηκε με τον επόμενο μάρτυρα υπεράσπισης, ο οποίος υπήρξε δάσκαλος του Νίκου στις φυλακές και του ζητήθηκε να περιγράψει τη μαθητική του πορεία. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι, ως εκπαιδευτικός, έχει διαπιστώσει τεράστια βελτίωση στην πορεία του, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο με διάθεση να βοηθά και να προοδεύει. Ιδιαίτερη εντύπωση του είχε προκαλέσει το γεγονός ότι, μετά την αποφυλάκισή του, ενδιαφερόταν να δημιουργήσει κάτι διαφορετικό στη ζωή του, συζητώντας μαζί του για τα σχέδιά του, όπως η ίδρυση ενός εκδοτικού οίκου, εκφράζοντας όνειρα που χαρακτηρίζουν έναν νέο άνθρωπο που θέλει να προχωρήσει μπροστά.
Σε σχετική ερώτηση για το περιεχόμενο των συζητήσεών τους, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι αυτές αφορούσαν κυρίως το μέλλον και την προσπάθεια επιστροφής σε μια κανονικότητα, τόσο σε οικογενειακό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, αφήνοντας πίσω το παρελθόν. Ερωτηθείς αν θεωρεί ότι ο κατηγορούμενος έχει πράγματι αφήσει πίσω του το παρελθόν, απάντησε καταφατικά, τονίζοντας ότι διακρίνει «καθαρά όνειρα και ειλικρινή διάθεση για ζωή».
Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι έχει πολυετή εμπειρία ως εκπαιδευτικός σε σωφρονιστικά καταστήματα, έχοντας έρθει σε επαφή με μεγάλο αριθμό νέων ανθρώπων. Αν και έχει διατηρήσει επαφή με κάποιους από αυτούς, αυτό συμβαίνει κυρίως με όσους δείχνουν ενδιαφέρον και επιθυμία να αλλάξουν τη ζωή τους, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν και άλλοι που επιλέγουν να αποστασιοποιηθούν πλήρως από το παρελθόν τους στη φυλακή, κάτι που ο Νίκος δεν επέλεξε.
Περιγράφοντας την πρώτη του εντύπωση για τον Ρωμανό, ανέφερε ότι περίμενε να συναντήσει έναν θυμωμένο άνθρωπο, σύμφωνα με όσα του είχαν μεταφερθεί, ιδίως μετά από το περιστατικό της δολοφονίας του φίλου του, Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, από χέρι αστυνομικού, μπροστά στα μάτια του. Αντίθετα, διαπίστωσε διαφορετικά στοιχεία της προσωπικότητάς του, πιο ήρεμα και ώριμα.
Σε ερώτηση σχετικά με την απόφασή του να τοποθετηθεί δύο φορές δημόσια υπέρ του κατηγορουμένου, ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε προηγούμενες παρεμβάσεις του, ήδη από το 2014, όταν είχε ανακύψει το ζήτημα της φοίτησής του στο πανεπιστήμιο και της απεργίας πείνας την οποία πραγματοποίησε. Τότε, είχε προτείνει να τον συνοδεύει ο ίδιος στη σχολή του, εκφράζοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του. «Αισθάνεστε ότι δικαιωθήκατε για αυτή σας την απόφαση;» ρώτησε ο Πρόεδρος, με τον καθηγητή να απαντά θετικά, σημειώνοντας ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως ανέμενε, ενώ προσέθεσε πως δε θα έδινε μια τέτοια εγγύηση για όλους τους κρατούμενους, υπογραμμίζοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν θεωρούσε πως υπήρχε ρίσκο.
«Θεωρούσα και θεωρώ ακόμα πως είναι λάθος η απόφαση της προφυλάκισής του» δήλωσε, ενώ παράλληλα, ανέφερε ότι ο Νίκος έχει οργανώσει πολλές φορές δράσεις αλληλεγγύης υπέρ κρατουμένων. «Η φυλακή είναι πιο βαριά τώρα, γιατί την προηγούμενη φορά κάτι είχε κάνει, ενώ τώρα όχι» ανέφερε ο καθηγητής, κλείνοντας την κατάθεσή του.
Νάσος Ηλιόπουλος: «Ο Νίκος ήθελε να κερδίσει αυτά που στερήθηκε, τον χρόνο με την οικογένεια του και τα όνειρά του»
Επόμενος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο κύριος Νάσος Ηλιόπουλος, Βουλευτής Α’ Αθηνών της Νέας Αριστεράς, προσωπικός φίλος του Νίκου. Απαντώντας στην ερώτηση του Προέδρου σχετικά με τη γνωριμία του με τον Νίκο, ο μάρτυρας κατέθεσε: «Τον γνώρισα τυχαία στα τέλη του 2019 μετά την αποφυλάκισή του, μετά της εκλογές, ήμουν υποψήφιος δήμαρχος. Πρώτη φορά τον είδα σε ένα μαγαζί εστίασης όπου δούλευε ένας φίλος του Νίκου. Ήρθε και με χαιρέτησε, μιλήσαμε. Την περίοδο που έκανε απεργία πείνας ήμουν γραμματέας της Νεολαίας Συνασπισμού. Όταν τον γνώρισα δεν ήμουν ακόμη βουλευτής».
Στη συνέχεια, σημείωσε πως από την πρώτη στιγμή κατάλαβε πως ο Ρωμανός ήταν ένας άνθρωπος που είχε στο μυαλό του έναν στόχο, να τελειώσει τις σπουδές και να βρει δουλειά, ώστε να σταθεί στα πόδια του οικονομικά και να στηρίξει την οικογένειά του. «Έχουμε μια φιλική και βαθιάς εκτίμησης σχέση» συμπλήρωσε. «Έμαθα για τη σύλληψή του από τον ίδιο, ήμουν ένα από τα άτομα που κάλεσε εκείνο το βράδυ».
«Ήσασταν ένα από τα πρόσωπα που κάλεσε ενώ ήσασταν μέλος του κοινοβουλίου;» αναρωτήθηκε η Εισαγγελέας, με τον μάρτυρα να απαντά πως πάνω απ’ όλα ήταν φίλοι. «Βρεθήκατε στο πλευρό του ενώπιον της ανακρίτριας. Αναγνωρίζετε ότι αυτή η στάση ενδέχεται να έχει πολιτικό κόστος;» τον ρώτησε ξανά η Εισαγγελέας, με τον κ. Ηλιόπουλο να απαντά πως κατά την άποψή του, 18 μήνες μετά, του φαίνεται αδιανόητο ότι ο κατηγορούμενος παραμένει στη φυλακή, θεωρώντας ότι η στάση του τον δικαιώνει.
Ο μάρτυρας τοποθέτησε την υπόθεση στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αντίληψης περί στοχοποίησης απέναντι στον αναρχικό χώρο, αναφέροντας ότι, κατά την εκτίμησή του, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζεται ως «εξιλαστήριο θύμα», όπως έχει συμβεί και σε προηγούμενες υποθέσεις, όπως σε αυτήν με τη φωτογραφία του Ρωμανού σε αυτοκίνητο έξω από τη Μεγάλη Βρετάνια, όπου κατηγορήθηκε για την παρακολούθηση του Ν. Δένδια, στην οποία τελικώς δικαιώθηκε, ενώ καταδικάστηκε και η εφημερίδα που τον είχε εμπλέξει, η οποία ανέφερε πως είχε δεχθεί πιέσεις από την ΕΛΑΣ.
Για τη μεταξύ τους επικοινωνία, ανέφερε ότι συζητούσαν για τα πάντα και ότι σε γενικές γραμμές συμφωνούσαν. Επιβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε σε δράσεις κοινωνικού χαρακτήρα, όπως συλλογές τροφίμων, ενώ σχολίασε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογο να ζητείται από κάποιον να γνωρίζει τη διαδρομή μιας σακούλας που έχει χρησιμοποιήσει. Περιέγραψε τον Ρωμανό ως καλλιεργημένο άνθρωπο, με βασική του αγωνία να βρει εργασία, ενώ παράλληλα εξέφραζε έντονο ενδιαφέρον για τον χώρο του βιβλίου και των μεταφράσεων. Είχε την επιθυμία να συνεχίσει τις σπουδές του, με τους ίδιους να έχουν συζητήσει ακόμη και το ενδεχόμενο μεταπτυχιακών σπουδών, ενώ το διάβασμα αποτελούσε αγαπημένη του συνήθεια, την οποία, είχε υιοθετήσει από την οικογένειά του.
Σε ερώτηση σχετικά με τη συμμετοχή του σε δράσεις από τον Πρόεδρο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι και ο κατηγορούμενος συμμετείχε ενεργά, ιδίως σε πρωτοβουλίες που αφορούσαν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επισημαίνοντας ότι, ως άνθρωπος που έχει περάσει δύσκολες καταστάσεις, διαθέτει αυξημένη ευαισθησία σε τέτοια ζητήματα. «Ήθελε να κερδίσει αυτά που στερήθηκε, τον χρόνο με την οικογένεια του και τα όνειρά του. Είναι ένας άνθρωπος που δεν κρύφτηκε πότε και πάντα αναλάμβανε την ευθύνη των πράξεών του» συμπλήρωσε. «Το ότι προσπαθούμε να βρούμε όλοι, εγώ ,ο Νίκος, η οικογένειά του, λύση και απάντηση σχετικά με το πώς βρέθηκε στη σακούλα το αποτύπωμα, είναι η καλύτερη απόδειξη ότι δεν έχει σχέση με την υπόθεση. Τα αυθαίρετα συμπεράσματα που δε βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία δε σχετίζονται με τον ορθό τρόπο λειτουργίας ενός κράτους δικαίου» ανέφερε κλείνοντας.
Εντάσεις στη δικαστική αίθουσα
Η επόμενη μάρτυρας υπεράσπισης, μάρτυρας της Μαριάννας, η κ. Λάουρα, είναι Γερμανίδα σύντροφός της. Η κατάθεσή της πραγματοποιήθηκε με μεγάλη δυσκολία εν μέσω εντάσεων.
Για τη διεξαγωγή της κατάθεσης της μάρτυρα, ήταν απαραίτητη η συνδρομή διερμηνέα. Η διορισθείσα από το Εφετείο διερμηνέας, φάνηκε να μη μεταφράζει με ακρίβεια την κατάθεση της μάρτυρος, γεγονός που προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις και του κοινού αλλά και των συνηγόρων.
Όπως υποδείχθηκε από τη Μαριάννα και τον συνήγορο κύριο Καμπαγιάννη, δύο φράσεις δεν αποδόθηκαν. Οι φράσεις αυτές κρίθηκαν σημαντικές, καθώς αφορούσαν πρώτον, τα όσα φέρεται να ανέφερε η Μαριάννα όταν συνήλθε στο νοσοκομείο (συγκεκριμένα σχετικά με την κατάσταση των κατοίκων των υπόλοιπων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας της οδού Αρκαδίας και του συντρόφου της Κυριάκου) και, δεύτερον, το γεγονός ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να υπήρξε απροσεξία εκ μέρους των συντρόφων». Ο συνήγορος διαμαρτυρήθηκε, τονίζοντας ότι «δε θέλουμε να παρουσιαστούμε ως αρνητικά προκατειλημμένοι απέναντι στη διορισθείσα διερμηνέα της δικαστικής διαδικασίας», διευκρινίζοντας παράλληλα ότι δεν αποδίδει δόλο, αλλά επιδιώκει τη διασφάλιση της ορθότητας της διαδικασίας.
Στην αίθουσα επικράτησαν φωνές και έντονη αναστάτωση για πολλή ώρα, με αποκορύφωμα τη στάση της διερμηνέα, η οποία σε μία στιγμή έντασης φώναξε πως «εσείς οι αριστεριστές που έχετε μαζευτεί εδώ πέρα δε λέτε τίποτα σχετικά με το πόσο δύσκολα περνάμε εμείς οι διερμηνείς και το πόσο χαμηλό μισθό παίρνουμε». Μετά από την ακόμη πιο έντονη σύγκρουση μεταξύ έδρας, συνηγόρων, κατηγορουμένων και ακροατηρίου, η λύση βρέθηκε με την τοποθέτηση μιας ακόμη διερμηνέα, γνωστής της κ. Λάουρας, η οποία επέβλεπε και διόρθωνε τη μεταφραστική διαδικασία από τη διορισθείσα.
Προχωρώντας στην κατάθεσή της, η κ. Λάουρα ανέφερε: «Γνώρισα τη Μαριάννα το 2018 στο Βερολίνο. Θυμάμαι τον ζεστό και ζωηρό χαρακτήρα της. Η φίλη μου ήταν διαφορετική από τους περισσότερους, ενδιαφερόταν για όλους. Ήταν η παρουσία της που έγινε μέρος της κοινωνικής ύφανσης του Βερολίνου, της γειτονιάς, της κοινότητας και των δημοσίων χώρων». Συνέχισε λέγοντας πως στις δύσκολες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που βίωνε τότε το Βερολίνο, η Μαριάννα συμμετείχε στις ανοιχτές διαδικασίες και βοηθούσε στους κοινωνικούς αγώνες (π.χ. κοινωνική κουζίνα), συμμετείχε σε διαδηλώσεις και πάντοτε «ο λόγος της είχε να κάνει με την αδικία».
«Η Μαριάννα έδωσε νόημα στις αναρχικές αξίες της αλληλεγγύης, της αμοιβαίας βοήθειας και της αυτοοργάνωσης» προσέθεσε. Στην ερώτηση του Προεδρείου σχετικά με το γιατί πήρε τα κλειδιά του διαμερίσματος από τη Δήμητρα χωρίς την άδεια του νόμιμου ιδιοκτήτη, απάντησε πως στο Βερολίνο είναι σύνηθες να μοιράζεται κανείς το διαμέρισμά του και πως «αν κάποιος σύντροφος με ρωτούσε για το κλειδί του σπιτιού μου δε θα ρωτούσα πότε τον λόγο». «Είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα για εμάς. Μου έχει συμβεί να φιλοξενηθώ στην Αθήνα σε σπίτια ατόμων που δε γνωρίζω. Έτσι βρίσκομαι και εδώ σήμερα για να υποστηρίξω τους φίλους μου. Από αυτήν την σκοπιά δεν υπάρχει κάτι κακό» συμπλήρωσε.
Κατά την κατάθεση, η μάρτυρας υπεράσπισης είπε πως υπάρχει κοινή πολιτική ταυτότητα και στενή προσωπική σχέση με την κατηγορούμενη, ενώ την περιέγραψε ως ένα άτομο που αντιστέκεται σε έναν κόσμο ο οποίος, κατά την άποψή της, τείνει να απομονώνει τους ανθρώπους με σκοπό την εκμετάλλευσή τους, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη στάση της απέναντι σε όσους θεωρούνται κοινωνικά αποκλεισμένοι ή καταπιεσμένοι. Τόνισε ότι αυτή η στάση συγκροτεί τον πυρήνα της πολιτικής της ταυτότητας.
Επισήμανε επίσης ότι η ποιότητα του χαρακτήρα της αποδεικνύεται και από την παρουσία πλήθους φίλων που έχουν προσέλθει για να τη στηρίξουν, ακόμη και από μακρινά μέρη. Περιέγραψε τη Μαριάννα ως εξωστρεφή και προσιτό άνθρωπο, με τον οποίο είναι εύκολο να επικοινωνήσει κανείς, στοιχείο που, όπως ανέφερε, την οδήγησε στη συμμετοχή της σε κοινωνικούς χώρους, όπως αυτοοργανωμένες συλλογικότητες και καταλήψεις.
Αναφέρθηκε ακόμη στην πνευματική της δραστηριότητα, σημειώνοντας ότι διαβάζει, μεταφράζει και συμμετέχει ενεργά σε συζητήσεις, ενώ επιδιώκει να συνεισφέρει σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι πλήττονται από πολέμους και προσφυγιά. «Είμαι ευγνώμων που είμαι εδώ να τη στηρίξω. Η Μαριάννα είναι από τα καλύτερα άτομα που έχει να αναδείξει αυτός ο κόσμος» είπε η Λάουρα, ενώ έκλεισε την κατάθεσή της αναφέροντας πως «γνωρίζω τη Μαριάννα και τον Κυριάκο και θέλω να σας πω ότι είναι πολύ μακριά από την εικόνα που έχουν διαμορφώσει γι’ αυτούς η αστυνομία και τα ΜΜΕ».
Εισαγγελέας για Κυριάκο Ξυμητήρη: «Όλη μέρα ακούμε για τον Κυριάκο. Ότι είναι και καλά γλυκός, ευγενικός, υπομονετικός, κάλος. Μια βόμβα κρατούσε.»
Η εισαγγελέας ρώτησε σχετικά με τη χρήση των όπλων που βρέθηκαν στο διαμέρισμα, λέγοντας πως καταδικάζει κάθε μορφή βίας, από όπου κι αν προέρχεται. «Βλέπω μεγάλη διαφορά μεταξύ βίας και αντιβίας» απάντησε η μάρτυρας.
Έπειτα, η εισαγγελέας, αφού διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι η μάρτυρας ήρθε να καταθέσει με τη βοήθεια κειμένου, με εριστικό τρόπο, είπε πως «όλη μέρα ακούμε για τον Κυριάκο. Ότι είναι και καλά γλυκός, ευγενικός, υπομονετικός, κάλος. Μια βόμβα κρατούσε.» το κοινό διαμαρτυρήθηκε έντονα, λέγοντας πως είναι ντροπιαστικό να μιλά έτσι για έναν νεκρό.
Μ. Μανουρά: «Ακόμη και άνθρωποι που δεν υπάγονται στον αναρχικό χώρο εναποθέτουν σε αυτόν την ευθύνη για την υπεράσπισή των εργασιακών τους δικαιωμάτων»
Η Μαριάννα Μανουρά, σε παρέμβασή της, διευκρίνισε αρχικά ότι δεν υπήρχε πρόθεση προκατάληψης απέναντι στη διερμηνέα, επισημαίνοντας ότι η επισήμανση των προβλημάτων στη μετάφραση έγινε αποκλειστικά με γνώμονα τη διασφάλιση της ακρίβειας της διαδικασίας. Τόνισε, όμως, αναφερόμενη στη δήλωση της διερμηνέως «περί αριστεριστών», πως αποτελεί απόδειξη και παραδοχή πως ακόμη και άνθρωποι που δεν υπάγονται στον αναρχικό χώρο εναποθέτουν σε αυτόν την ευθύνη για την υπεράσπισή των εργασιακών τους δικαιωμάτων, αναγνωρίζοντας τον κοινωνικά αναγκαίο ρόλο τους. Παράλληλα, σημείωσε ότι ο αγώνας υπεράσπισης ενός κατηγορουμένου μπορεί να λαμβάνει στήριξη και από πρόσωπα που δεν συμμερίζονται απαραίτητα τις ίδιες αξίες.
Αναφερόμενη στη διαδικασία της κατάθεσης, επεσήμανε ότι η μάρτυρας είχε μαζί της σημειώσεις και, σε ορισμένα σημεία, προχώρησε και σε ελεύθερη απόδοση όσων ήθελε να εκφράσει. Για τον λόγο αυτό, ζήτησε να αποδοθεί με ακρίβεια το νόημα των λεγομένων της, διευκρινίζοντας ότι η μάρτυρας επιχείρησε να διατυπώσει τη θέση πως ένα άτομο που επιλέγει μορφές πάλης οι οποίες περιλαμβάνουν και μη νόμιμα μέσα, μπορεί παρ’ όλα αυτά να διακρίνει τα όρια μεταξύ των περιπτώσεων που είναι χρήσιμη η άσκηση βίας και πράξεων που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν.
Κλείνοντας, υπογράμμισε τη διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές βίας, αναφέροντας ενδεικτικά ότι δεν μπορούν να εξομοιώνονται διαφορετικά πλαίσια, όπως αυτό της γενοκτονίας στην Παλαιστίνη με αυτό του ένοπλου αγώνα ως αντίδραση στην καταπίεση, επισημαίνοντας τη σημασία της κατανόησης του εκάστοτε κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου.
Κατά την κατάθεσή της, η επόμενη μάρτυρας υπεράσπισης που κατέθεσε υπέρ της Δήμητρας, σημείωσε εξαρχής ότι «τρομοκράτης δεν είναι ο Κυριάκος Ξυμητήρης, αλλά το κράτος», τοποθετούμενη συνολικά επί του χαρακτήρα και του πλαισίου της υπόθεσης.
Σε ερωτήσεις που της τέθηκαν σχετικά με την έννοια της «αντιβίας» και με τα γεγονότα που φέρονται να έλαβαν χώρα στο διαμέρισμα όπου εντοπίστηκε εκρηκτική ύλη, η μάρτυρας δεν εστίασε στην επιμέρους πράξη, αλλά έθεσε το ζήτημα σε ευρύτερο ιδεολογικό πλαίσιο, διερωτώμενη ποιο είναι τελικά το ζητούμενο της διαδικασίας. Ανέφερε ότι γίνεται λόγος για ανθρώπους με κοινωνικές ευαισθησίες, ενδιαφέρον για τις ανισότητες και τους καταπιεσμένους, ενώ η εισαγγελέας έθεσε το ερώτημα πώς και με ποια κριτήρια μεταβαίνει κανείς από την πολιτική δράση στην έννοια της «αντιβίας» και ποιος είναι αυτός που τη νομιμοποιεί.
Αναφερόμενη στο γεγονός ότι η Δήμητρα δεν είχε αποκαλύψει πλήρως τη χρήση του διαμερίσματος στον νόμιμο ιδιοκτήτη, η μάρτυρας επικαλέστηκε τις σχέσεις αλληλεγγύης και εμπιστοσύνης που, όπως είπε, αναπτύσσονται στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, σημειώνοντας ότι σε τέτοια πλαίσια είναι σύνηθες να παραχωρείται ένα κλειδί ή ένας χώρος χωρίς περαιτέρω ερωτήσεις. Τόνισε ότι δεν είναι σε θέση να κρίνει τη σχέση δύο ανθρώπων που δεν γνωρίζει προσωπικά, επισημαίνοντας ότι αντίστοιχες πρακτικές φιλοξενίας και ανταλλαγής χώρων είναι διαδεδομένες.
Υπογράμμισε, δε, ότι η κατηγορούμενη δεν διώκεται για την παραχώρηση ενός κλειδιού, αλλά για ένταξη σε άγνωστη τρομοκρατική οργάνωση, θέτοντας το ερώτημα πώς ένα τέτοιο πραγματικό περιστατικό μπορεί να οδηγήσει σε μια τόσο βαριά κατηγορία.
Σε ερώτηση της εισαγγελέως σχετικά με την αντίληψή της για την πολιτική «αντιβία», η συζήτηση επεκτάθηκε στο κατά πόσο, στο πλαίσιο σχέσεων εμπιστοσύνης, μπορεί να γίνεται χρήση ακόμη και ξένης περιουσίας. Η μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στις συνέπειες των συλλήψεων, υποστηρίζοντας ότι συχνά καταστρέφονται ζωές και προβάλλονται πρόωρα στοιχεία στα μέσα ενημέρωσης, θέτοντας ζήτημα ως προς το τεκμήριο αθωότητας.
Η ίδια εξήγησε ότι ταυτίστηκε με τη Δήμητρα, παρότι δεν τη γνώριζε αρχικά, λόγω προσωπικής της εμπειρίας, καθώς είχε και η ίδια συλληφθεί στο παρελθόν από την αντιτρομοκρατική, σε υπόθεση όπου, κατά την άποψή της, στοχοποιήθηκαν κοινωνικές και συντροφικές σχέσεις. Σε σχετική ερώτηση της υπεράσπισης, απάντησε ότι θεωρεί πως, αν η κατηγορούμενη δεν ανήκε στον αναρχικό χώρο, δεν θα βρισκόταν αντιμέτωπη με τις συγκεκριμένες κατηγορίες.
Έπειτα, υποστήριξε ότι, στο πλαίσιο της καταστολής, κάθε άτομο που εντάσσεται σε τέτοιους πολιτικούς χώρους μπορεί να θεωρηθεί «εν δυνάμει ένοχο», καθημερινές πράξεις, όπως η παραχώρηση του κλειδιού, αποκτούν διαφορετική βαρύτητα όταν συνδέονται με συγκεκριμένες ιδεολογικές ταυτότητες.
Μιλώντας για τον Κυριάκο Ξυμητήρη, τόνισε ότι «νεκροί είναι μόνο αυτοί που ξεχνιούνται», εκφράζοντας τη δική της συμπαράσταση στην οικογένειά του.
Ο επόμενος μάρτυρας, Ιρανός φίλος της Δήμητρας και της Μαριάννας από τη Γερμανία, αναφερόμενος στη γνωριμία του με τη Δήμητρα, κατέθεσε ότι την συνάντησε το 2018 στο Βερολίνο, χωρίς να θυμάται τις ακριβείς συνθήκες, αλλά συγκρατεί το χαμόγελό της και την ειλικρίνειά της στην επικοινωνία. Περιέγραψε τη δράση της σε πόλεις όπως το Βερολίνο και το Λονδίνο, καθώς και τη συμμετοχή της σε κοινότητες και δημόσιους χώρους, που αποδεικνύουν την ευαισθησία και την ενσυναίσθησή της.
Τόνισε ότι, σε έναν κόσμο που τείνει να απομονώνει τους ανθρώπους με σκοπό την εκμετάλλευσή τους, η Δήμητρα αντιστάθηκε, ενώ υπογράμμισε ότι η ακεραιότητά της αποτυπώνεται και από τον αριθμό των ανθρώπων που βρέθηκαν στο δικαστήριο για να τη στηρίξουν, ακόμη και από μακριά, όπως ο ίδιος.
Σε ερώτηση της Εισαγγελέα σχετικά με την πρακτική φιλοξενίας στον αναρχικό χώρο, όπου άτομα παραχωρούν χώρους χωρίς πολλές ερωτήσεις, και ειδικότερα για την περίπτωση κατά την οποία η Μαριάννα φέρεται να παρέλαβε κλειδί διαμερίσματος τρίτου προσώπου και εν συνεχεία το χρησιμοποίησε για φιλοξενία, ο μάρτυρας απάντησε ότι, σε χώρες όπως η Γερμανία, είναι σύνηθες οι ενοικιαστές να μοιράζονται χώρους και κλειδιά. Ανέφερε ότι και ο ίδιος έχει βρεθεί σε αντίστοιχες συνθήκες, όπου μπορεί να διαθέτει κλειδιά και να τα παραχωρεί προσωρινά σε τρίτους, ιδίως όταν απουσιάζει, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για πρακτικές που εντάσσονται σε ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης και καθημερινότητας.
«Μόνο ένας επαναστατικός αγώνας μπορεί να φέρει ελευθερία»
Κατά την κατάθεση του, ο επόμενος μάρτυρας, Μεισάμ, Ιρανός πολιτικός πρόσφυγας, ο οποίος γνωρίζει τη Δήμητρα από την περίοδο κατά την οποία βρισκόταν στη Βέρνη της Ελβετίας, περιέγραψε τόσο τον χαρακτήρα όσο και τη δράση της κατηγορουμένης. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η Δήμητρα είναι «μια πολύ καλή κοπέλα» και ότι αγωνίζεται πιστά για τη δικαιοσύνη. Υπογράμμισε ότι, όταν της αφηγήθηκε την ιστορία των βασανιστηρίων που υπέστη στο Ιράν, δεν τον αντιμετώπισε ως θύμα αλλά ως μαχητή, γεγονός που τους έφερε πιο κοντά, καθώς και οι δύο είχαν εμπειρία μετανάστευσης, εκείνη ως μετανάστρια για εργασία και ο ίδιος ως πολιτικός πρόσφυγας.
Στο πλαίσιο της κοινής τους δράσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι επανενεργοποίησαν μαζί μια βιβλιοθήκη στη Βέρνη και συμμετείχαν σε άλλες πρωτοβουλίες, όπως η υποστήριξη προσφύγων. Παρά το γεγονός ότι σπούδαζε και εργαζόταν, η Δήμητρα πάντα έβρισκε χρόνο για να ενημερώσει τους πρόσφυγες για τα δικαιώματά τους. Ο μάρτυρας υπογράμμισε ότι εκπροσωπεί και όσους φίλους τους δεν μπορούσαν να έρθουν λόγω έλλειψης εγγράφων.
Ο μάρτυρας στη συνέχεια τόνισε ότι έχει βιώσει κι ο ίδιος βασανιστήρια και γνωρίζει τι σημαίνει να παραμένει κανείς για μεγάλο χρονικό διάστημα στη φυλακή. Σημείωσε ότι, κατά τη διάρκεια της κράτησης της Δήμητρας, μιλούσε μαζί της μερικές φορές το μήνα.
Σε ερωτήσεις σχετικά με την κατηγορία της τρομοκρατίας, ο μάρτυρας υπογράμμισε ότι «αν η Δήμητρα είναι τρομοκράτης, τότε πώς πρέπει να ονομάσουμε αυτούς που βομβαρδίζουν σχολεία και αμάχους στο Ιράν και την Παλαιστίνη;», επισημαίνοντας την αντίφαση στην προβολή από τα ΜΜΕ. «Εγώ ήμουν επαναστατικός εργάτης και γνωρίζω πως μόνο ένας επαναστατικός αγώνας μπορεί να φέρει ελευθερία» συμπλήρωσε. Ο πρόεδρος, έπειτα, τον ρώτησε αν ζει στην Ελβετία με πολιτικό άσυλο, και ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. «Δεν τη γνωρίζω μόνο ως μετανάστρια που ήρθε να εργαστεί, αλλά ως αναρχική» συμπλήρωσε.
Απαντώντας στην ερώτηση του Προέδρου σχετικά με τη γνωριμία τους, απάντησε πως τη συνάντησε στη Βέρνη. Ο ίδιος είχε παραμείνει παλαιότερα στην Αθήνα και αγαπούσε πολύ την Ελλάδα, οπότε αφού πληροφορήθηκε από φίλους του ότι είχε μετακομίσει στη Βέρνη μία Ελληνίδα, έσπευσε να τη γνωρίσει. Η γνωριμία τους είχε διάρκεια περίπου τρία χρόνια μέχρι τη στιγμή της σύλληψής της, περίοδο κατά την οποία ανέπτυξαν κοινή δράση και έμπρακτη αλληλεγγύη.
Η δίκη ολοκληρώθηκε εκεί, ενώ θα συνεχιστεί την επόμενη εβδομάδα, την Τετάρτη 15 Απριλίου.