Του Πέτρου Πέτκα
Ⅰ) Πρόσφατα προκλήθηκε έντονη και αιφνίδια αναστάτωση της κοινής γνώμης συνεπεία μιας ιδιαίτερα μεγάλης οικονομικής ατασθαλίας αποδοθείσας στην διοίκηση της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων δηλαδή της Γ.Σ.Ε.Ε. και, ειδικότερα, στον πρόεδρο αυτής Γιάννη Παναγόπουλο. Οι ενοχοποιητικές ενδείξεις πρέπει να ήσαν μάλλον σοβαρές γι’ αυτό και η ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ, το οποίο ελέγχει την Γ.Σ.Ε.Ε. και στο οποίο ανήκει ο προαναφερθείς πρόεδρος της τελευταίας, σε μια προσπάθεια αποστασιοποίησής της από έκνομες συμπεριφορές στελεχών του, αποφάσισε την αναστολή της κομματικής ιδιότητάς του, ενέργεια που εξόργισε τον Γιάννη Παναγόπουλο ο οποίος κατέχει την θέση του προέδρου επί είκοσι συναπτά έτη. Τότε παρουσιάστηκε ένα τελείως ασύνηθες φαινόμενο στην ιστορία των σχέσεων πολιτικών κομμάτων και συνδικαλιστικών οργανώσεων : η Π.Α.Σ.Κ.Ε, συνδικαλιστική παράταξη του ΠΑ.ΣΟ.Κ, αντέταξε μια σθεναρή και συμπαγή αντίρρηση στον πολιτικό φορέα της (ΠΑ.ΣΟ.Κ) διαφωνώντας οργισμένα με τα ληφθέντα πειθαρχικά μέτρα του Κόμματος κατά του προέδρου της Γ.Σ.Ε.Ε. Την στάση της αυτή την συμπύκνωσε στο αίτημα-σύνθημά της «κάτω τα χέρια απ’ τον Γιάννη Παναγόπουλο» που ενείχε μιαν ευδιάκριτη απειλή. Είναι ιστορικά διαπιστωμένο ότι τα πολιτικά κόμματα ε λ έ γ χ ο υ ν και «καθοδηγούν» τα συνδικάτα τα οποία λειτουργούν ως ιμάντες μεταβίβασης της κομματικής «γραμμής» στις ευρύτερες μάζες των εργαζομένων. Μια ματιά στην ιστορία του διεθνούς αλλά και του ελληνικού εργατικού κινήματος είναι αρκετή για να καταδείξει ότι τα συνδικάτα δεν έχουν ιδεολογική, πολιτική αυτοτέλεια έναντι του πολιτικού τους φορέα (Κόμματος), το οποίο σε κάθε περίπτωση διατρανώνει την πρωτοκαθεδρία του και την συντηρεί ζηλότυπα και άγρυπνα. Το πολιτικό Κόμμα είναι η σ υ ν τ ά σ σ ο υ σ α δ ύ ν α μ η (pouvoir contituant) που «καθοδηγεί» και ελέγχει το συνδικάτο το οποίο υ π ό κ ε ι τ α ι σ΄αυτό.[1] Ενδεχόμενη «ανταρσία» του συνδικάτου πατάσσεται αποφασιστικά και, ενίοτε, αμείλικτα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, παρατηρείται μια αντιστροφή ρόλων : η συνδικαλιστική παράταξη (ΠΑΣΚΕ) διαφωνεί με τον πολιτικό της φορέα (ΠΑ.ΣΟ.Κ) και δεν περιορίζεται μόνο στην διατύπωση της διαφωνίας της, ανοιχτά και ξεκάθαρα, αλλά προχωράει παραπέρα προειδοποιώντας και α π ε ι λ ώ ν τ α ς προς κατίσχυση της διαφωνίας της. Πρόκειται για ενέργεια μεστή αυτοπεποίθησης. Δεν δέχτηκαν δυσμενείς συνέπειες για την «ανταρσία» τους και φαίνεται πως αυτό το αποτέλεσμα το ανέμεναν μετά βεβαιότητος εκ των προτέρων. Πρόκειται για επίδειξη δύναμης, σιγουριάς και αλαζονείας. Στην αποσβολωμένη ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ αντέτειναν την οργανωτική δύναμη της ΠΑΣΚΕ στα συνδικάτα, την διαχρονική συνοχή της και την σφριγηλότητά της αντιπαραβάλοντάς την με την πενιχρή επιρροή του ΠΑ.ΣΟ.Κ στην ελληνική κοινωνία επιδιώκοντας έτσι την κατάδειξη της ανωτερότητας της ΠΑΣΚΕ έναντι του ΠΑΣΟΚ. Μια τέτοια στάση δεν διακρίνεται από ουσιαστική αβασιμότητα, οι ισχυρισμοί της ΠΑΣΚΕ δεν είναι ανεπέρειστοι, έχουν ιστορικό πυρήνα α λ ή θ ε ι α ς. Πρόσφατα, σχετικά, την εποχή της μεγάλης οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης στην Ελλάδα, όταν η εκλογική επίδοση του ΠΑ.ΣΟ.Κ κατακρημνίστηκε σε ταπεινωτικά μονοψήφια ποσοστά, η ΠΑΣΚΕ πέτυχε στους εργαζόμενους μιας μεγάλης Τράπεζας εκλογικά ποσοστά σαράντα τρία τοις εκατό. Η δύναμή της και η επιρροή της όχι μόνον έμεινε αλώβητη αλλά αυξήθηκε κιόλας. Η ηγεσία της ΠΑΣΚΕ, λοιπόν, γνωρίζει την δύναμή της και την επιδεικνύει θαρραλέα και, θα λέγαμε, και αυτάρεσκα.
Πόθεν προκύπτει αυτή η χρόνια αναντιστοιχία ανάμεσα στην φθίνουσα πολιτική επιρροή του πολιτικού κόμματος (ΠΑ.ΣΟ.Κ) και την ταυτόχρονη αυξητική τάση της δύναμης της συνδικαλιστικής παράταξής του, της ΠΑΣΚΕ ; Αυτό το ζήτημα ας το δούμε κάπως αναλυτικότερα δηλώνοντας από τούδε ότι η δύναμη και η επιρροή του συνδικάτου (ΠΑΣΚΕ) δεν οφείλεται στην εικαζόμενη ιδεολογική του ταυτότητα, στα υποτιθέμενα πολιτικά προτάγματά του, αλλά στις σχέσεις π ε λ α τ ε ι α κ ή ς εξάρτησης που συνδέουν, σε π ρ ο σ ω π ι κ ή βάση, τα στελέχη του, με τα μέλη του και τους οπαδούς του. Αυτές οι π ε λ α τ ε ι α κ έ ς σχέσεις υπέρκεινται οποιασδήποτε άλλης ιδεολογικής και πολιτικής συσσωμάτωσης και συναποτελούν το στέρεο θεμέλιο της διαχρονικής, απρόσβλητης απ΄ τις μεταπτώσεις της πολιτικής ζωής, ισχύος της.
Ⅱ) Η Πατρωνεία και η clientela (πελατειακή σχέση) συναποτελούσαν ένα πολύ παλιό και κεντρικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ρωμαϊκής κοινωνίας. Η άσκηση της πατρωνείας από τους ισχυρούς άνδρες (η οποία δεν περιοριζότανε καθόλου μόνο στους clientes (πελάτες) τους) ήταν ένας μείζων παράγοντας στον κοινωνικό και πολιτικό βίο και, παρεμπιπτόντως, με πολύ πιο εκτεταμένη και βαθύτερη επιρροή ακόμα και μέσα στο σύστημα της δικαιοσύνης απ’ ότι έχει γίνει γενικά αντιληπτό. Η πατρωνεία πρέπει να θεωρηθεί ως ένας θεσμός απλώς απαραίτητος στον Ρωμαϊκό κόσμο, εφόσον τα γνήσια δημοκρατικά στοιχεία στο πολίτευμα (περιορισμένα όπως ήσαν πάντοτε) με την πάροδο του χρόνου βρίσκονταν στο στάδιο της πλήρους εξαφάνισής τους. Έτσι, όταν τα πάντα σχεδόν γίνονταν από τα πάνω και ο διορισμός αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό την εκλογή, τότε η πατρωνεία απέκτησε, φυσικώ τω λόγω, τεράστια σημασία και με την πάροδο του χρόνου έγινε απροκάλυπτα αγοραστή και διεδραμάτισε ολέθριο ρόλο στην οχλοποίηση των κατώτερων τάξεων της Ρωμαϊκής κοινωνίας. Η clientela (πελατειακή σχέση) έτεινε να κάνει τους clientes (πελάτες) εξαρτημένους και υποταγμένους στους patroni τους (πάτρωνές τους). Μια ειδική μορφή της clientela είναι, συχνά – πυκνά, αντικείμενο της προσοχής στα συγγράμματα Ρωμαϊκού Δικαίου : πρόκειται για την σχέση του απελεύθερου με τον πρώην κύριό του, που έγινε ο patronus του, και απέναντι στον οποίο είχε ολόκληρη σειρά υποχρεώσεων. Εν κατακλείδι : θα μπορούσαμε να πούμε ότι το καθοριστικό γνώρισμα της Πατρωνείας και της clientela είναι η ε ξ ά ρ τ η σ η του ανίσχυρου απ’ τον ισχυρό.[2] Μια εξάρτηση που οδηγούσε αφενός μεν στον εκφυλισμό του πρώτου, στην απομείωση της ανθρωπιάς του και, εντέλει, στην πραγμοποίησή του, αφετέρου δε, στην γιγάντωση της οικονομικής και πολιτικής δύναμης του δεύτερου. Στο πλαίσιο του νεοελληνικού κράτους και της κοινωνίας του οι πολιτικοί – κομματικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονταν από έλλειψη εκφρασμένης ιδεολογίας και από έναν έντονο και ευδιάκριτο προσωποπαγή και οικογενειακό χαρακτήρα. Έτσι, στο Κόμμα λ.χ. του Πελοποννήσιου (Μανιάτη) Κυριακούλη Μαυρομιχάλη από τους δέκα εννέα βουλευτές του οι τέσσερις φέρουν το επώνυμο «Μαυρομιχάλης».[3] Οι πελατειακές σχέσεις δεν ήσαν άγνωστες στην νεοελληνική κοινωνία, ιδίως ανάμεσα στους μικροϊδιοκτήτες της πελοποννησιακής γης όπου δέσποζαν στην κυριολεξία. Εκεί, μέσα από πολλαπλά και πολλές φορές επάλληλα δίκτυα πολιτικής πελατείας, οι βλαστοί εκείνων των μικροϊδιοκτητών αναρριχώνται στις θέσεις της κρατικής δημοσιοϋπαλληλίας ή της πολιτικής σκηνής, εντασσόμενοι στον κυρίαρχο μικροαστισμό. Αυτά τα δίκτυα πολιτικής – εκλογικής πελατείας είναι κυρίαρχα στον πελοποννησιακό χώρο και προσδιορίζουν και το όλο γίγνεσθαι του κρατικού σχηματισμού τον δέκατο ένατο αιώνα.[4] Συνεχίζουν, ωστόσο, να υπάρχουν και να δρουν και στον εικοστό αιώνα με αποφασιστικό, για να μην πούμε, καθοριστικό ρόλο την περίοδο της αλλοεθνούς φασιστικής κατοχής και του επακολουθήσαντος εμφυλίου πολέμου. Ο τοπικός πληθυσμός της Πελοποννήσου, ιδιαίτερα δε της νότιας, ήταν εξοικειωμένος με τις πελατειακές σχέσεις οι οποίες υπαγόρευαν την προσκόλλησή του σε ισχυρούς πάτρωνες προς αναζήτηση προστασίας ευνοώντας έτσι την συμμετοχή ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού του νοτιοπελοποννησιακού χώρου σε αυτό το πλέγμα εξυπηρετήσεων με διαμεσολαβητές τους τοπικούς πολιτευτές και απόληξη την κεντρική εξουσία. Αυτό το ισχυρό πελατειακό δίκτυο εξασφάλιζε στους τοπικούς πολιτευτές μια μόνιμη παρουσία σε υπουργικούς και βουλευτικούς θώκους. Το αξιακό υπόβαθρο εκείνων των πολιτευτών διακρινότανε από ηθικό έλλειμα, ήταν σαθρό, βαθύτατα συντηρητικό ενσταλάζοντας την απέχθεια στον πληθυσμό απέναντι σε καθετί «κομμουνιστικό» και εχθρικό προς το Στέμμα, ευνοώντας ως και την συνεργασία ακόμα με τις φασιστικές κατοχικές δυνάμεις.[5] Εξάλλου, ο ντόπιος πληθυσμός είχε, για χρόνια ολόκληρα, υποστεί ηθική και πολιτική διάβρωση απ΄την μεταξική προπαγάνδα (και όχι μόνον) παρουσιάζοντας προδιάθεση υπέρ του ναζισμού και της ποθούμενης νίκης του.[6] Γι’ αυτόν τον λόγο η συγκρότηση των προδοτικών «Ταγμάτων Ασφαλείας» στην υπηρεσία των αλλοεθνών φασιστών κατακτητών στην Πελοπόννησο πέτυχε μιαν όχι ευκαταφρόνητη λαϊκή βάση.[7] Έτσι, το «Τάγμα Ασφαλείας» λ.χ. του Γυθείου, κατά την στιγμή της παράδοσης και του αφοπλισμού του, αριθμούσε 1399 άντρες![8] Απ’ όσα, τηλεγραφικώς έστω, προεκτέθησαν, η πατρωνεία και η clientela (μηχανισμός πελατειακής εξάρτησης) προκύπτει ότι στερούνται παντελώς οποιουδήποτε δημοκρατικού ή ηθικού συννοούμενου. Παριστούν έννοιες και περιγράφουν φαινόμενα ανεπίδεκτα οποιασδήποτε θετικής συνεκδοχής. Τότε πώς, άραγε, δικαιολογείται η μακρά, διαχρονική παρουσία τους με χαρακτηριστικά, ενίοτε, αδιαμφισβήτητης ισχύος ; Η αιτιολογία είναι απλή αν και μας αναστατώνει συναισθηματικά με την ανηθικότητά της: θεμέλιος λίθος της, στερεό κρηπίδωμά της είναι ο ανίκητος «ζυγός της ανάγκης» που συνδέει τους clientes (πελάτες) με τους πάτρονές τους και, μέσω των τελευταίων, με την κεντρική κρατική διοίκηση. Η επίλυση σοβαρών οικογενειακών και προσωπικών ζητημάτων, η κάλυψη αδήριτων οικονομικών και κοινωνικών αναγκών με μεθοδολογία και συλλογιστική π ρ ο σ ω π ι κ ή ς επαφής και προσδοκώμενης εξυπηρέτησης, κείται μακριά από κάθε σκέψη και πράξη συλλογικής διεκδίκησης, η οποία παριστά το απευκτέο, απόλυτο κακό. Με την πάροδο του χρόνου και την συχνή – πυκνή καταφυγή σε μεθοδολογίες πατρωνείας και clientela, δίπλα στον «ζυγό της ανάγκης» φύεται και, στην συνέχεια, γιγαντώνεται, στερεοποιείται και, από γενιά σε γενιά, ̏τσιμεντάρεται˶ το τοξικό φυτό της αντίστοιχης ν ο ο τ ρ ο π ί α ς και της ακαταγώνιστης προσωπικής ι δ ι ο τ έ λ ε ι α ς ανάμεσα στα «εξυπηρετούμενα» πλήθη των clientes (πελατών). Μιας νοοτροπίας και μιας τέτοιας ιδιοτέλειας που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στον ψυχισμό και στην σύνολη ψυχο-πνευματική συγκρότηση των π ε λ α τ ώ ν, τους οποίους και επικαθορίζουν αποφασιστικά και, ενίοτε, ανάλογα με τις πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες, και καθοριστικά. Βέβαια, με ακολουθούμενες συμπεριφορές τέτοιου είδους, οι ηθικές δυνάμεις του λαού πλήττονται και, αργότερα, καταστρέφονται μια και η αξιοπρέπεια και η ανθρωπιά υποκαθίστανται απ’ την υποκρισία, την κολακεία, το ψεύδος, την διαβολή και την συκοφαντία μέχρι του σημείου να επιδεικνύονται και να προτάσσονται ως σ τ ά σ η ζ ω ή ς άξια μίμησης, θαυμασμού αλλά και ζήλειας! Το συμπέρασμα συμποσούται στο ότι οι πελάτες (clientes) και ο περίγυρός τους, σε τελική ανάλυση π ρ α γ μ ο π ο ι ο ύ ν τ α ι · οι ίδιοι και ο τρόπος της ζωής τους περιορίζονται στο να συναποτελούν την κραυγάζουσα «ζώσα μαρτυρία της ύπαρξης» του πάτρωνά τους.
Ⅲ ) Τα προαναφερθέντα αφορούν, πολύ – πολύ συνοπτικά, την πατρωνεία και την clientela γενικά, εν αναφορά με τις κρατικές υπηρεσίες και άλλους οργανισμούς με παρεμφερή προς το Κράτος δραστηριότητα, όπως είναι λ.χ. οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α). Στην περίπτωση όμως που μας απασχολεί εδώ, αντιμετωπίζουμε τις σχέσεις πατρωνείας και πελατείας (clientela) στο πλαίσιο των εξαρτήσεων που γεννιούνται και λειτουργούν ανάμεσα στην ηγεσία και την εκλογική βάση (μέλη, οπαδούς) του Σ υ ν δ ι κ ά τ ο υ. Το συνδικαλιστικό κίνημα ξεκίνησε την εμφάνιση και την δράση του ως οργανωμένη συλλογική δραστηριότητα ενάντια στους κατ’ ιδίαν καπιταλιστές και στην κρατική προστασία των τελευταίων. Συνιστούσε, εκ προοιμίου, μια δύναμη αντίστασης και οργανωμένης, συλλογικής πάλης εναντίον των καπιταλιστών. Δεν αντιπροσώπευε, τουλάχιστον στα πρώτα στάδιά του, μιαν συντηρητική, καθιερωμένη δομή όπως οι κρατικές υπηρεσίες που φροντίζουν για την ακώλυτη, αδιατάρακτη συντήρησή τους στο μέλλον και την ασφαλή και βέβαιη αναπαραγωγή τους. Όταν, με την πάροδο του χρόνου και τους εργατικούς αγώνες, το συνδικάτο ανδρώθηκε, δυνάμωσε, οργανωτικά και σε επιρροή, και, στο τέλος γιγαντώθηκε, παρουσιάστηκε το ακόλουθο φαινόμενο το οποίο και έχει καθιερωθεί ήδη προ πολλού: Η κούραση του σώματος και της διάνοιας των εργατών, συνεπεία της κοπιαστικής εργασίας τους, τους υποχρέωσε, εν τοις πράγμασιν, να αφήνουν το έργο της κατάστρωσης των σχεδίων αγωνιστικών δράσεων και της επεξεργασίας των συναφών προτάσεων σε άλλους. Ο E. P. Thompson την διαπίστωση αυτήν την διατύπωσε ως εξής: «Και όσοι ζούσαν στον πάτο είχαν την μεγαλύτερη ανάγκη αλλά και τον λιγότερο χρόνο, για πολιτικό στοχασμό».[9] Αυτοί οι ά λ λ ο ι ήσαν οι αξιωματούχοι του συνδικάτου οι οποίοι, στο πλαίσιο του καταμερισμού εργασίας στο εσωτερικό του συνδικάτου, προετοίμαζαν και επεξεργάζονταν τις προτάσεις δράσης, τις οποίες τα απλά μέλη του συνδικάτου απλώς ψήφιζαν. Έτσι γίνεται φανερό ότι οι απλοί εργαζόμενοι, τα πολυπληθή μέλη του συνδικάτου μόνον φαινομενικά, ή, έστω, μερικά, διευθύνανε οι ίδιοι τις υποθέσεις τους. Στην πράξη παραχωρούσαν το υποτιθέμενο διευθυντικό τους δικαίωμα σε ολιγάριθμους συναδέλφους τους, συνήθως κατόχους κάποιων ειδικών γνώσεων που φρόντιζαν να εμφανίζονται, βασιζόμενοι σε επιπόλαιες παρανοήσεις, ως θορυβώδεις διεκδικητές πνευματικής ηγεσίας. Κάπως έτσι εμφανίστηκαν οι Κεντρικές Επιτροπές Εκπροσώπων, όχι μόνον πολιτικών οργανισμών αλλά και Συνδικάτων. Για την ακρίβεια του πράγματος δεν επρόκειτο μόνο για «Κεντρικά» όργανα αλλά, ταυτοχρόνως, και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία εν προκειμένω, και για Δ ι ε υ θ υ ν τ ι κ ά όργανα με όλες τις εγγενείς περαιτέρω νοητικές και πολιτικές συνδηλώσεις! Αυτά τα Κεντρικά και Διευθυντικά όργανα έχουν περιβληθεί με εξουσία πάνω στους εκλογείς τους, στα απλά μέλη των Συνδικάτων. Αυτά τα συνδικαλιστικά, διευθυντικά όργανα, με την προδιαληφθείσα λειτουργική τους ιδιαιτερότητα, εναρμονίζονται με ένα κοινωνικό σύστημα όπου μια κυρίαρχη μειοψηφία εκμεταλλεύεται και διευθύνει την εργαζόμενη μάζα του πληθυσμού.[10] Αυτοί οι αξιωματούχοι των Συνδικάτων, χάριν μιας υψηλότερης, κατά συνθήκην, κατάρτισης αποκτούν και απολαμβάνουν διευθυντική ή κοινωνικά ηγετική θέση, την οποία εναγκαλίζονται ζηλότυπα θεωρώντας την ιδιόκτητη. Τα Συνδικάτα βαθμιαία αναγνωρίστηκαν ως εκπρόσωποι εργατικών συμφερόντων. Η εργατική τάξη ήταν εκείνη που, με τον αγώνα της εναντίον της στενομυαλιάς της καπιταλιστικής απληστίας, χρειάστηκε να εγκαθιδρύσει τις συνθήκες μιας ομαλής λειτουργίας του καπιταλισμού. Και υποχρεώνεται αδιάκοπα να αγωνίζεται για να διατηρήσει την αβέβαιη ισορροπία. Το Συνδικάτο είναι το εργαλείο αυτού του αγώνα. Μ’ αυτόν τον τρόπο εκπληρώνει μια ζωτική λειτουργία στον καπιταλισμό. Οι στενόμυαλοι εργοδότες δεν το βλέπουν, αλλά οι ανοιχτόμυαλοι πολιτικοί ηγέτες τους γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα Συνδικάτα συναποτελούν ουσιώδες στοιχείο του καπιταλισμού, ότι ο καπιταλισμός είναι ανολοκλήρωτος αν δεν υπάρχουν τα εργατικά σωματεία ως ε ξ ο μ α λ υ ν τ ι κ ή δύναμη. Μ’ αυτήν την έννοια, αν και προϊόντα του αγώνα των εργατών, αν και διατηρούνται με τους δικούς τους κόπους και προσπάθειες, τα Συνδικάτα είναι συγχρόνως και όργανα της καπιταλιστικής κοινωνίας.[11] Η ανάπτυξη του καπιταλισμού, η αύξηση του αριθμού των εργατών, η επιτακτική ανάγκη της συνένωσης, κάνουν τα συνδικάτα γιγάντιες οργανώσεις που χρειάζονται ολοένα πολυπληθέστερο επιτελείο μόνιμων στελεχών και ηγετών. Αυτοί μετατρέπονται σε μια γραφειοκρατία που χειρίζεται όλες τις υποθέσεις, σε μια εξουσία που κυριαρχεί πάνω στα μέλη επειδή έχει στα χέρια της όλα τα στοιχεία της ισχύος. Σαν ειδήμονες προετοιμάζουν και οργανώνουν όλες τις δραστηριότητες, χειρίζονται τα οικονομικά και την δαπάνη χρημάτων για διάφορους σκοπούς, εκδίδουν τις συνδικαλιστικές εφημερίδες με τις οποίες μπορούν να επιβάλουν τις δικές τους ιδέες και απόψεις στα μέλη. Οι ίδιες επιδράσεις που μετατρέπουν τα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις σε δυνάστες του λαού ισχύουν και γι’ αυτά τα «κοινοβούλια της εργασίας». Μεταμορφώνουν την άγρυπνη γραφειοκρατία των αξιωματούχων των Συνδικάτων, εμφανιζομένων ως ειδικών, σ’ ένα είδος συνδικαλιστικής κυβέρνησης, η οποία κυριαρχεί πάνω στα μέλη τα απορροφημένα από την καθημερινή εργασία και την τύρβη της καθημερινότητας. Εκείνο που τους ζητάνε οι αξιωματούχοι δεν είναι η αλληλεγγύη, αυτή η προλεταριακή αρετή, αλλά η πειθαρχία, η υπακοή στις αποφάσεις που ελήφθησαν ύστερα από διαπραγματεύσεις με τις εργοδοτικές ενώσεις. Αυτές τις συμφωνίες με τις εργοδοτικές οργανώσεις, οι αξιωματούχοι τις υπερασπίζονται και φροντίζουν για την επικύρωσή τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο ενεργούν, πολλές φορές, ως εκφραστές των συμφερόντων του κ ε φ α λ α ί ο υ εναντίον των συμφερόντων των εργατών τους οποίους υποτίθεται ότι εκπροσωπούν. Έτσι, στα χέρια αυτών των αξιωματούχων τα Συνδικάτα μετατρέπονται σε όργανα του κεφαλαίου. Οι ηγέτες των Συνδικάτων φιλοδοξούν να αποτελέσουν μέρος της εξουσίας που καθορίζει τις συνθήκες της βιομηχανικής εργασίας μια και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας αποκτούν δεσμευτική νόμιμη ισχύ για ολόκληρους βιομηχανικούς κλάδους. Αποτελούν νόμο του κράτους. Μ’ αυτόν τον τρόπο τα Συνδικάτα συναποτελούν τον μηχανισμό μέσω του οποίου το μονοπωλιακό κεφάλαιο επιβάλλει τους όρους του στο σύνολο της εργατικής τάξης μεταμφιέζοντας, ταυτόχρονα, την κυριαρχία του με δημοκρατικές και συνταγματικές μορφές αντί να την δείχνει με απροκάλυπτη θηριωδία της δικτατορίας. Μ’ αυτήν την μεθόδευση ανακύπτει το consensus (συναίνεση) των εργατών μια και τους δίδεται η ψευδαίσθηση ότι τα Συνδικάτα είναι δικά τους δημιουργήματα, είναι το απαύγασμα των θυσιών τους, το αποτέλεσμα του αγώνα τους, του ενθουσιασμού τους αν και στην πραγματικότητα ήδη βρίσκονται στην υπηρεσία των αφεντικών. Τελικά, κατ’ αποτέλεσμα, τα Συνδικάτα μετατρέπονται σε όργανα της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου πάνω στην εργατική τάξη. Αποτροπιαστική μετάλλαξη![12] Όταν η πιο πάνω κατάσταση γίνεται ευρύτερα αντιληπτή από πλατύτερα στρώματα εργαζομένων, τότε, κάτω και από πολύ ιδιαίτερες συγκυρίες, δυνατόν να ξεσπάσουν αυθόρμητες, «παράνομες απεργίες» δηλαδή απεργίες που ΔΕΝ τις κηρύσσουν τα Συνδικάτα σύμφωνα με τους ̏κείμενους νόμους και διατάξεις˶, απεργίες χωρίς μεσολάβηση συνδικαλιστικών στελεχών. Στην ιστορία του διεθνούς εργατικού κινήματος αυτές οι απεργίες καθιερώθηκε να αποκαλούνται ά γ ρ ι ε ς α π ε ρ γ ί ε ς. Τα κύρια χαρακτηριστικά της άγριας απεργίας συνίστανται: στην αυτενέργεια, στην πρωτοβουλία των ίδιων των εργατών, στην διατήρηση όλων των δραστηριοτήτων και της λήψης των αποφάσεων στα δικά τους χέρια και ύστερα, στην ενότητα άσχετα από τις παλιές οργανωτικές εντάξεις, σύμφωνα με την φυσική συσπείρωση που πραγματοποιείται στην επιχείρηση. Οι άγριες απεργίες καταλήγουν κι αυτές τις περισσότερες φορές σε ήττα, η έκτασή τους είναι υπέρμετρα περιορισμένη. Αλλού έγκειται η σημασία τους και η σπουδαιότητά τους: στο ότι εκδηλώνουν ένα καινούργιο αγωνιστικό πνεύμα που δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί· προωθείται η αυτοπεποίθηση και το ταξικό αίσθημα. Οι άγριες απεργίες είναι προάγγελοι μεγαλύτερων μελλοντικών αγώνων, όταν οι επιτακτικές κοινωνικές ανάγκες, σε μια κατάσταση εντονότερης πίεσης και βαρύτερης δυστυχίας, θα ωθήσουν τις μάζες σε εντονότερη δράση. Με τις άγριες απεργίες οι εργαζόμενοι κερδίζονται από την ιδέα της εξέγερσης ακόμη και στην περίπτωση που ηττώνται.[13] Στις κοινές αποφάσεις εργοδοτικών οργανώσεων και Συνδικάτων έρχεται η κυβέρνηση και προσδίδει νομικήν ισχύ συνήθως με την μορφή της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Τούτο σημαίνει ότι οι εργάτες δεσμεύονται ηθικά αλλά και νομικά από τις συμβάσεις που συνάπτουν οι συνδικαλιστικοί ηγέτες, οι θεωρούμενοι ως αντιπρόσωποί τους. Εκείνο που οι συνδικαλιστές ηγέτες κανονίζουν και αποδέχονται στις συνομιλίες τους με την κυβέρνηση και τους καπιταλιστές, θεωρείται – και είναι όντως – νόμος για τους εργάτες. Καθίσταται πλέον φανερό ότι τα Συνδικάτα, σαν τυπικά αυτοδιοικούμενες οργανώσεις των εργατών με εκλεγμένους ηγέτες, είναι πολύ πιο ικανά να επιβάλουν τους νέους δυσμενείς όρους εργασίας από οποιονδήποτε κρατικό θεσμό εξαναγκασμού. Έτσι, μεταμορφώνονται σε τμήμα του μηχανισμού εξουσίας που καταδυναστεύει την εργατική τάξη. Τελικά το Συνδικάτο είναι ο πωλητής της εργασιακής δύναμης των εργατών και, μέσω των συσκέψεων και διαπραγματεύσεων με τους κρατικούς αξιωματούχους, την πουλάει στους εργοδότες![14]
Ⅴ) Πριν πολλά χρόνια, ο Robert Michels, ο καθιερωθείς ως θεωρητικός της γραφειοκρατικοποίησης των εργατικών Κομμάτων, ενεργώντας παράλληλα και ανεξάρτητα απ’ τον Γιαν Βάκλας Μαχάεσκυ που εξέφρασε παραπλήσιες πολιτικές απόψεις, διατύπωσε, ως πρωταρχική του θέση, τον αποκληθέντα «Σιδηρούν Νόμο της Ολιγαρχίας» την αναπόφευκτη δηλαδή σταδιακή εξέλιξη σε ολιγαρχία «οιασδήποτε ανθρώπινης οργάνωσης, αγωνιζόμενης για επίτευξη συγκεκριμένων σκοπών». «Η δημοκρατία είναι αδιανόητη χωρίς οργάνωση» · η οργάνωση, όμως, οδηγεί στην ανάπτυξη ι ε ρ α ρ χ ι κ ή ς γ ρ α φ ε ι ο κ ρ α τ ί α ς, αποτελεί, η ίδια, πηγή «συντηρητικών ρευμάτων» τα οποία, «καθώς ρέουν στην πεδιάδα της δημοκρατίας, προκαλούν καταστροφικές πλημμύρες και καθιστούν την πεδιάδα αγνώριστη». Στόχος της διευθύνουσας γραφειοκρατικής ομάδας είναι, πρωτίστως, η προστασία της προνομιακής θέσης της ίδιας.[15] Ας ρίξουμε μια επί τροχάδην ματιά σ’ αυτές τις π ρ ο ν ο μ ί ε ς των αξιωματούχων των Συνδικάτων. Με αποφάσεις της διοίκησης του Συνδικάτου, δηλαδή αυτών των ιδίων, προικοδοτούν τον εαυτό τους με «έξοδα παράστασης» δηλαδή χρηματικά ανταλλάγματα που εκταμιεύονται απ’ το ταμείο του Συνδικάτου. Το ύψος αυτών των χρηματικών ανταλλαγμάτων και η περιοδικότητά τους καθορίζεται κατ’ αρέσκειαν από τους ίδιους, εννοείται μέσα σ’ ένα πνεύμα ανιδιοτελούς προσφοράς χάριν της ευόδωσης του εργατικού αγώνα. Ωστόσο, μόλις χρειάζεται να τονισθεί ότι ο «εργατικός αγώνας» και η ενδεδειγμένη διαδικασία «ευόδωσής» του προσδιορίζονται εννοιολογικά από τους ίδιους τους ευεργετούμενους με την προνομία των «εξόδων παράστασης», κατά το δοκούν! Αυτή η συγκεκριμένη προνομία, η οποία εμφανίζεται και λειτουργεί στην πραγματικότητα ως «συνδικαλιστικός μισθός», εμπεριέχει και μιαν άλλην συνεκδοχή ανεξάρτητη απ’ την χρηματική του αξία, συνδηλώνει «κάτι πιο κει απ’ την ονομαστική του αξία»: προσδίδει κοινωνικό γόητρο στον αξιωματούχο του Συνδικάτου, ένα κοινωνικό γόητρο που αργότερα ίσως λειτουργήσει ως rite de passage στο κυνήγι πιο αξιόλογων και επικερδέστερων ενασχολήσεων για τον ίδιο. Ας μην υποτιμάται λοιπόν γιατί διαφορετικά θα πρόκειται για ισχνή κατανόηση του φαινομένου. Παρόμοιες σκέψεις, τηρουμένων των αναλογιών (mutatis mutandis), εντοπίσθηκαν και κατά την διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης ανάμεσα στα αξιακά πρότυπα των εργαζομένων. Έτσι στην σπουδαιότητα που αποδιδόταν στο κρέας (και στην βρόμη) υπεισέρχονταν παράγοντες σχετικοί με το κοινωνικό γόητρο, οι οποίοι ξεπερνούσαν το απλό ζήτημα της διατροφικής τους αξίας.[16] Ας αφήσουμε την προνομία του «συνδικαλιστικού μισθού» και ας μετατοπίσουμε την προσοχή μας στην εργασία αυτήν καθ’ εαυτήν, στον απαιτούμενο λ.χ. χρόνο για την διεκπεραίωσή της. Κατά την διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης «…Η εργασία ήταν ο σταυρός στον οποίο ήταν καθηλωμένος ο «μεταμορφωμένος» βιομηχανικός εργάτης…» λέει, πολύ σοφά, ο προαναφερθείς E. P. Thompson[17] και συνεχίζει διαυγέστερα: «…η βία ασκήθηκε επί της ανθρώπινης φύσης. Ούτε η φτώχεια, ούτε η αρρώστια, αλλά αυτή καθ’ εαυτήν η εργασία σκιάζει με τον πιο ζοφερό τρόπο τα χρόνια της Βιομηχανικής Επανάστασης. Πολυάριθμες ώρες ανούσιας εργασίας, αυστηρότατη πειθαρχία προς όφελος άλλων…»[18] Έτσι ακριβώς![19] Ο συνδικαλιστής αξιωματούχος «εκτιμάει» βαθιά, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον εργαζόμενο, την εργασία και την φύση της και τον απαιτούμενο χρόνο για την διεκπεραίωσή της. Έτσι, φρόντισε να έχει άφθονο ελεύθερο χρόνο προκειμένου να φροντίζει με επάρκεια τις υποθέσεις και τα ανακύπτοντα ζητήματα του Συνδικάτου. Κάπως έτσι θεσμοθετήθηκε και η συνδικαλιστική άδεια η οποία τέθηκε στην διάθεση του συνδικαλιστή αξιωματούχου. Θυμόμαστε πως στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980 ένα μικρομεσαίο «στέλεχος» ενός Συνδικάτου της ΔΕΗ είχε δέκα ημέρες συνδικαλιστική άδεια κάθε μήνα. Δηλαδή το ένα τρίτο του συνολικού εργάσιμου χρόνου του ήταν σε συνδικαλιστική άδεια μακριά απ’ τον χώρο εργασίας του! Όταν του εκφράστηκε η απορία μας για μια τέτοια εξαιρετική προνομία, μας αντέτεινε ότι τα ανώτερα στελέχη του Συνδικάτου του έχουν τριάντα ημέρες τον μήνα συνδικαλιστική άδεια επί δώδεκα μήνες τον χρόνο. Δηλαδή ήταν πλήρως αποκομμένοι από την εργασία τους χάριν της συνδικαλιστικής τους ιδιότητας! Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που ο συνδικαλιστής, λόγω κατώτερης συνδικαλιστικής βαθμίδας, δεν δικαιούται συνδικαλιστική άδεια, είναι πρόσωπο με γόητρο ανάμεσα στους συναδέλφους του και είναι αντικείμενο της ευμενούς προσοχής των προϊσταμένων του. Σε πολλές Τράπεζες κανείς, ή σχεδόν κανείς, δεν γινότανε διευθυντής καταστήματος, ανεξαρτήτως των τυπικών προσόντων του, αν δεν συνηγορούσε υπέρ αυτού κάποιος συνδικαλιστής αξιωματούχος του επαγγελματικού του χώρου. Θυμόμαστε, με αμείωτη απ’ την παρέλευση του χρόνου, κατάπληξη όταν μάθαμε πως ένας συνδικαλιστής, πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων κάποιου αντικαρκινικού νοσοκομείου, είχε αξιοσημείωτες δυνατότητες παροχής αποφασιστικής βοήθειας σε καρκινοπαθείς που επείγονταν να εισαχθούν στο νοσοκομείο και αντιμετώπιζαν «αξεπέραστες αντιρρήσεις» στα αιτήματά τους, παρ’ όλο που δεν ήταν υψηλόβαθμος ογκολόγος γιατρός αλλά υδραυλικός! Προφανώς θα το σκέφτονταν πολύ καλά εκείνοι που θα τούλεγαν «όχι». Κάτι αναφέραμε πιο πάνω για το κοινωνικό γόητρο του αξιωματούχου συνδικαλιστή. Έχοντας τέτοιου είδους προνομίες οι συνδικαλιστές αξιωματούχοι, αντιλαμβάνεται ευχερώς ο οιοσδήποτε, την λυσσόδηκτη εμμονή που επιδεικνύουν όταν τις υπερασπίζονται στην περίπτωση που κινδυνεύουν να τις χάσουν. Επιδεικνύουν μένος και επιθετικότητα που προσιδιάζουν, ίσως μόνον, σε υποψήφιο προς κατάληψη έδρας ελληνικού πανεπιστημίου κατά συνυποψηφίων του. Στις παραταξιακές συγκρούσεις τους αναδίδεται μια οσμή και εξεικονίζεται μια εικόνα αποτροπιαστικού χαρακτήρα. Οι ποινικές δικογραφίες που παρουσιάζουν τις εντονότερες και πλέον δυσεπίλυτες δυσχέρειες επεξεργασίας τους για τον Εισαγγελέα, τον Ανακριτή και τους λοιπούς Δικαστές, είναι εκείνες που αφορούν συνδικαλιστές αξιωματούχους ή, εννοιολογικά πλησίστιο, αγρότες συνεταιριστές αξιωματούχους. Στα χρησιμοποιούμενα μέσα, σε τέτοιες υποθέσεις, απουσιάζει και η παραμικρή ένδειξη ύπαρξης της πλέον στοιχειώδους ευπρέπειας. Πρυτανεύει η ηθική μικρότητα. Η «συνδικαλιστική» δραστηριότητα αυτών των αξιωματούχων εξαντλείται στην διεκπεραίωση προσωπικών-ατομικών εκδουλεύσεων των εκλογέων τους. Μια τέτοια πάγια τακτική προτάσσεται ως μόνιμη μεθόδευση διασφάλισης των συνδικαλιστικών προνομίων τους. Το «ρουσφέτι» (μια καλή μετάθεση, μια λιγότερη κοπιαστική θέση εργασίας, μια θέση με εποπτικές δραστηριότητες κ.λ.π.) έχει υποκαταστήσει κάθε συλλογική επαγγελματική διεκδίκηση την οποία πρεσβεύουμε μόνο κατά το φαινόμενο και προς φενακισμό απλοϊκών συνειδήσεων.
Δεν αντιπαραθέτουμε τους συνδικαλιστές αξιωματούχους προς τους απλούς εργαζόμενους εκλογείς τους. Κάτι τέτοιο θα ήταν μεθοδολογικά λανθασμένο. Αμφότεροι συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο αλληλοβοηθούμενο που διαπνέεται απ’ την αυτή συλλογιστική και τις αυτές κοινωνικές και ηθικές αντιλήψεις. Αυτοί οι συγκεκριμένοι εκλογείς έλκονται από την καταναλωτική χαύνωση, εδώ και καιρό αφέθηκαν, με αδιαφορία, στην παρακμιακή ιδιώτευση για να καταλήξουν, στην συνέχεια, στην π ε λ α τ ε ι α κ ή α ν ά θ ε σ η. Κατόπιν τούτου ζούνε δι’ αντιπροσώπων. Το ότι ο επαγγελματίας συνδικαλιστής εννοεί και προσλαμβάνει την συνδικαλιστική του ιδιότητα και τις συνάδουσες προνομίες της ως «ιδιόκτητα προσοδεύματα» που τα υπερασπίζεται, φυσικώ τω λόγω, με φανατισμό, δεν αντιμετωπίζεται από τους παραιτημένους εκλογείς του ως έλκος που αιμορραγεί ποτίζοντας με την κακοήθειά του ολόκληρο το σώμα της εργαζόμενης κοινωνίας, αλλά σαν ένα αποκούμπι σε δύσκολες προσωπικές καταστάσεις. Γι’ αυτό και ο λαός αποκαλεί τους επαγγελματίες συνδικαλιστές «εργατοπατέρες» ενώ οι ίδιοι βλέπουν την συνδικαλιστική τους ιδιότητα, επί πλέον, και ως ένα cursus honorum (διαδοχή αξιωμάτων αυξανόμενης σπουδαιότητας). Τούτο δεν αποτελεί αυθαίρετη εικασία: πριν από χρόνια λ.χ. ανάμεσα στους βουλευτές και υπουργούς μετρήθηκαν εβδομήντα επτά από αυτούς που χρημάτισαν ενωρίτερα δημοτικοί άρχοντες. Κάτι ανάλογο ισχύει προφανώς και με τους ήδη πολιτικούς πρώην «επαγγελματίες συνδικαλιστές». Άξιος ο μισθός τους και η καταισχύνη τους!
Αλμωπία 20 του Μάρτη 2026
Πέτρος Πέτκας
[1] Βλ. Πέτρος Πέτκας, «Δικτατορία του Προλεταριάτου» και «Εργατικά Συμβούλια»: Ασύμβατες έννοιες!, Πανοπτικόν, δεύτερη έκδοση, Θεσσαλονίκη, 2025, σελ. 66, 67 όπου αναλυτικότερη πραγμάτευση του ζητήματος.
[2] Βλ. G.E.M. DE STE. CROIX, Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική κατάκτηση, μτφρ. Γιάννη Κρητικού, εκδόσεις Ράππα, Αθήνα, 1998, σελ. 454, 455, 427.
[3] Βλ. Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, ο Γεώργιος Καφαντάρης και η εποχή του 1873 – 1946, Πρακτικά του Συνεδρίου, Καρπενήσι, 26, 27, 28 Μαΐου 1988, Αθήνα, 1991, σελ. 80 όπου ενδιαφέρουσα εισήγηση της Ρένας Σταυρίδη-Πατρικίου.
[4] Βλ. ό.π. ο Γεώργιος Καφαντάρης και η εποχή του 1873-1946, σελ. 40, 42 όπου αξιόλογη εισήγηση του Άλκη Ρήγου.
[5] Βλ. το αξιόλογο και αποκαλυπτικό, Απόστολος Ν. Παρτσακλός, Ο ένοπλος δοσιλογισμός στη Μεσσηνία, Δράση και ποινική αντιμετώπιση, β’ έκδοση, Εταιρεία Σύγχρονης Ιστορίας, Αθήνα, 2022, σελ. 55-57.
[6] Βλ. ό.π. σελ. 174.
[7] Βλ. ό.π. σελ. 106-107.
[8] Βλ. ό.π. σελ 101 σημείωση μ’ αριθμό 233.
[9] Βλ. E. P. Thompson Η συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης, σε μτφρ. Γιάννη Παπαδημητρίου, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα, 2018, σελ. 267.
[10] Βλ. το opus magnum του Άντον Πάνεκουκ, Τα εργατικά συμβούλια, σε μτφρ. Θέμη Μιχαήλ, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 1996, σελ. 31-33.
[11] Βλ. ό.π. σελ. 81.
[12] Βλ. ό.π. σελ. 82 και 83.
[13] Βλ. ό. π. σελ. 84, 86
[14] Βλ. ό.π. σελ. 260
[15] Βλ. Πέτρος Πέτκας, «Ο Σιδηρούς Νόμος της Ολιγαρχίας», σε επανεμφάνιση! Στο Πέτρος Πέτκας, Ανεπίκαιροι Στοχασμοί, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2023, σελ. 153-157 όπου περαιτέρω βιβλιογραφικές παραπομπές.
[16] Βλ. E. P. Thompson, ό.π. σελ. 320.
[17] Βλ. ό.π. σελ. 373
[18] Βλ. ό.π. σελ 447
[19] Ίσως αυτό να εννοούν οι Γάλλοι, όταν με παιγνιώδη και ίσως-ίσως με βέβηλη πρόθεση λένε: si le travail était santé mieux qu’ on est malade (sic) – Εάν η εργασία ήταν υγεία καλύτερα νάμαστε άρρωστοι.