Ρεπορτάζ: Παναγιώτης Παπαδομανωλάκης, Σύνθια Μπούσιου
«Πρέπει να αγωνιζόμαστε στην καρδιά του κτήνους»
Ο πρώτος μάρτυρας της σημερινής δικασίμου, Γερμανός αναρχικός μάρτυρας υπεράσπισης της Μαριάννας Μανουρά, με τη βοήθεια διερμηνέα, ξεκίνησε την κατάθεσή του λέγοντας πως αυτό που τους συνδέει με την κατηγορούμενη είναι η κοινή τους προέλευση από τον χώρο των αγώνων με σκοπό «μία κοινωνία χωρίς καταπίεση και εξαναγκασμούς, μια απελευθερωμένη κοινωνία». «Συνδεόμαστε επειδή έχουμε κοινούς στόχους και όχι επειδή κάποτε συναντηθήκαμε». Ο μάρτυρας δεν γνώριζε προσωπικά τη Μαριάννα, αλλά υπέθεσε ότι βρέθηκαν κάποτε στους διάφορους αγώνες στη Γερμανία, σε πορείες ή καταλήψεις. «Το πιο σημαντικό είναι ότι έχουμε κοινούς στόχους, κοινές εμπειρίες πέρα από τα ηλικιακά όρια και τις διαφορετικές χώρες» ανέφερε ο μεγαλύτερος σε ηλικία σε σχέση με τη Μαριάννα, Γερμανός Μάρτυρας.
«Έρχομαι από τη Γερμανία, από τη χώρα που σκότωσε 6 εκατομμύρια Εβραίους και Εβραίες, που ξεκίνησε δύο παγκόσμιους πολέμους και απέσπασε μεγάλα κέρδη από την αποικιοκρατία και τον ρατσισμό. Αυτή η ιστορία της Γερμανίας έχει πολλή σχέση με τη δικιά μου προσωπική ιστορία».
Οι Ναζί δολοφόνησαν 12 άτομα από την οικογένειά του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης. «Δεν μπορεί να υπάρξει καμία συνειδητή σχέση με το γερμανικό κράτος μετά από αυτό», τόνισε. Στη Γερμανία, όπως είπε, συχνά προβάλλεται η άποψη ότι «οι Ναζί ήταν αυτοί που έκαναν όλα τα εγκλήματα», όμως ο ίδιος υπογράμμισε ότι «τα εγκλήματα τα διέπραξε ολόκληρο το κρατικό σύστημα, όχι μόνο οι Ναζί».
Αναφερόμενος στην προσωπική και οικογενειακή του ιστορία, σημείωσε ότι «δεν υπάρχει καμία θετική σχέση με αυτό το κράτος, μόνο εχθρότητα». Αυτό, όπως εξήγησε, αποτέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους που από μικρή ηλικία, το 1971, εντάχθηκε στο αντάρτικο πόλης. «Τότε ήταν μια εποχή που όλα έμοιαζαν δυνατά», είπε, προσθέτοντας ότι ήταν μέλος οργάνωσης της οποίας αρκετά μέλη πέρασαν αργότερα στο αντάρτικο πόλης, γεγονός που οδήγησε και στη δεκαετή φυλάκισή του.
Ανέφερε, επίσης, ότι «υπήρχε η πεποίθηση ότι ο ιμπεριαλισμός και ο καπιταλισμός μπορούν να ηττηθούν», ενώ κλείνοντας υπογράμμισε πως «Τα πλούσια κράτη έχουν κερδίσει από την αποικιοκρατία. Οι επαναστατικές δυνάμεις στις ιμπεριαλιστικές χώρες έχουν ευθύνη. Πρέπει να αγωνιζόμαστε στην καρδιά του κτήνους».
Απαντώντας στην ερώτηση του προέδρου για το τι εφαρμογή μπορούν να έχουν οι απόψεις αυτές στην ελληνική πραγματικότητα, ο μάρτυρας αναφέρθηκε αρχικά στη δικτατορία, σημειώνοντας ότι η πρώτη του επαφή με τη χώρα έγινε εκείνη την περίοδο, «όταν οργανώσεις και σύντροφοι φυλακίζονταν».
Στη συνέχεια, περιέγραψε τη στρατηγική που, όπως είπε, ακολουθούσαν: «Εμείς είμαστε ο μικρός κινητήρας που κινεί τον μεγάλο κινητήρα της επανάστασης». Όπως εξήγησε, στόχος ήταν να αποδείξουν στην πράξη ότι «υπάρχει δυνατότητα αντίστασης ακόμη και απέναντι σε ένα κράτος που φαίνεται υπερδύναμο», αλλά και να «ανοίξουμε τον δρόμο για έναν ευρύτερο ταξικό αγώνα».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην απόρριψη των κατηγοριών περί «τρομοκρατίας», δηλώνοντας πως «αυτό που κάνουμε δεν έχει καμία σχέση με τρομοκρατία». Αντίθετα, σημείωσε ότι «τρομοκρατία είναι οι μαζικές δολοφονίες μέσω πολέμων και γενοκτονιών», προσθέτοντας ότι «ο επαναστατικός αγώνας επιτίθεται στην εξουσία και όχι στον λαό». Παράλληλα, χαρακτήρισε «ακραίο και άδικο» το γεγονός ότι κατηγορούνται άτομα για ένα ατύχημα.
Σε νέα ερώτηση του προέδρου, ο οποίος επισήμανε ότι οι δικτατορίες έχουν πλέον καταρρεύσει και ότι οι σύγχρονες κοινωνίες λειτουργούν υπό δημοκρατικά καθεστώτα, ο μάρτυρας απάντησε πως «οι συνθήκες μπορεί να άλλαξαν, αλλά δεν άλλαξε τίποτα στις εξουσίες, στους πολέμους και στις γενοκτονίες». Μάλιστα, υποστήριξε ότι «υπάρχουν δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες που επιδιώκουν την εξόντωση ολόκληρων πολιτισμών».
Κλείνοντας την κατάθεσή του, ο μάρτυρας έκανε αναφορά στον Κυριάκο Ξυμητήρη: «Είμαι εδώ για να θυμόμαστε τον Κυριάκο. Είναι τιμή μου να τον θυμόμαστε ως έναν σύντροφο που αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις». Όπως είπε, «οι δεσμοί αυτοί ξεπερνούν την οικογένεια με τη στενή έννοια», ενώ τόνισε τη σημασία της μνήμης για όσους «σκοτώθηκαν ή δολοφονήθηκαν από τον στρατό ή την αστυνομία».
Τέλος, απευθυνόμενος στη Μαριάννα, ανέφερε: «Θαυμάζω τη στάση σου, που βάζεις το προσωπικό σου ζήτημα σε δεύτερη μοίρα για να υπερασπιστείς τον σύντροφό σου».
Στη συνέχεια, στην Εισαγγελέα, η οποία ρώτησε πώς ο ίδιος εκδηλώνει την αντίθεσή του με το γερμανικό κράτος, απάντησε περιγράφοντας μια πορεία με διαφορετικές φάσεις. Όπως ανέφερε, σε νεαρή ηλικία συμμετείχε στον ένοπλο αγώνα και σε ενέργειες όπως απελευθερώσεις κρατουμένων, ενώ μέσα στη φυλακή «πάλευε μαζί με πολλούς άλλους, κάνοντας και απεργίες πείνας». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κινητοποιήσεις αυτές στόχευαν «ενάντια στην απομόνωση και στο καθεστώς της φυλακής». Μετά την αποφυλάκισή του, όπως είπε, συνέχισε να συμμετέχει σε πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες, από κινητοποιήσεις κατά του ΝΑΤΟ και των G8 μέχρι σύγχρονες διαμαρτυρίες ενάντια στον επαναστρατιωτικοποίηση. Εξέφρασε, μάλιστα, έντονη ανησυχία για τις διεθνείς εξελίξεις, λέγοντας ότι «ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ανθρωπότητα είναι ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος». Στο πλαίσιο αυτό, σημείωσε πως «μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο, το ερώτημα για τα μέσα που χρησιμοποιούμε γίνεται δευτερεύον», τονίζοντας ότι «το καθήκον να σταματήσουμε τους πολέμους είναι ευθύνη όλων». Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Στη Γερμανία λένε ότι όποιος σιωπά, συμμετέχει».
Σε ερώτηση για το τι σημαίνει «αντάρτικο πόλης», ο μάρτυρας το περιέγραψε ως «μια ένοπλη οργάνωση που μάχεται το κράτος, ώστε κανείς να μην είναι αβοήθητος απέναντί του». Όταν ερωτήθηκε από την Εισαγγελέα εάν τέτοιες δράσεις είναι συντονισμένες, απάντησε γελώντας: «Θα ήταν ωραίο να ήταν».
Παρέμβαση έκανε και ο συνήγορος της Μαριάννας, Κώστας Παπαδάκης, επισημαίνοντας ότι ο μάρτυρας είχε προηγουμένως δηλώσει πως οι αγωνιστές στοχεύουν την εξουσία και όχι τον λαό. Έθεσε, ωστόσο, το ερώτημα πώς αυτό συνάδει με την κατηγορία εις βάρος της Μαριάννας και του Κυριάκου, ότι δήθεν επιχείρησαν με ενέργειές τους να θέσουν σε κίνδυνο κατοίκους. Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά αυτό το ενδεχόμενο, δηλώνοντας: «Όχι, δεν πιστεύω ότι αυτός ήταν ο σκοπός». Αναφερόμενος συνολικά στις κατηγορίες, όπως η κατοχή όπλων, σημείωσε ότι «το κατηγορητήριο αποδίδει στη Μαριάννα και τον Κυριάκο πρόθεση εκφοβισμού του πληθυσμού», κάτι που, όπως σημειώνει, «δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».
Στη συνέχεια, η Μαριάννα ζήτησε τον λόγο. Πρώτα, ευχαρίστησε τον μάρτυρα που παρευρέθηκε στη δίκη. Ειδικότερα, ανέφερε: «θα ήθελα αρχικά να σε ευχαριστήσω που έκανες το ταξίδι από τη Γερμανία. Είναι τιμή μου ένας άνθρωπος με τις επιλογές που έκανες στο παρελθόν να έρθει για να υπερασπιστεί δύο ανθρώπους, εκ των οποίων ο ένας δεν βρίσκεται πια εδώ». Τόνισε ότι η παρουσία του «δείχνει το πνεύμα αλληλεγγύης που διακατέχει τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες όλα αυτά τα χρόνια, σε όλες τις χώρες του κόσμου», επισημαίνοντας παράλληλα ότι τέτοιες στάσεις «γίνονται όλο και πιο σπάνιες σε μια κοινωνία όπου πολλοί, και ιδιαίτερα οι πολιτικοί, επιδιώκουν περισσότερο το προσωπικό όφελος παρά τη στήριξη των ανθρώπων που εκπροσωπούν».
Στη συνέχεια, η κατηγορούμενη έθεσε ερωτήσεις σχετικά με τη δράση του μάρτυρα στο παρελθόν, ζητώντας του να αναφερθεί σε παραδείγματα από τη συμμετοχή του σε ένοπλες οργανώσεις. Εκείνος έκανε αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά της δεκαετίας του 1970, όπως τα γεγονότα του 1974, όταν δολοφονήθηκε σύντροφος τους σε απεργία πείνας. Περιγράφοντας τις αντιδράσεις της οργάνωσης, ανέφερε: «Ως απάντηση σκοτώσαμε τον υψηλότερο δικαστή, ενώ για να απελευθερωθούν φυλακισμένοι σύντροφοι και φυλακισμένες συντρόφισσες απαγάγαμε τον επικεφαλής μεγάλου κόμματος στο Βερολίνο και έγινε ανταλλαγή με επτά κρατούμενους».
Η Μαριάννα επανήλθε με πιο προσωπική ερώτηση, ζητώντας του να μιλήσει για την εμπειρία της απώλειας συντρόφων. Ο μάρτυρας απάντησε έντονα συναισθηματικά φορτισμένος: «Είναι πάντα δύσκολο. Νιώθεις βαθιά τραυματισμένος και ευάλωτος, αλλά ταυτόχρονα θέλεις να συνεχίσεις τον αγώνα και για αυτόν τον σύντροφο». Όπως πρόσθεσε, «είναι διαρκής αγώνας να θυμόμαστε και να κρατάμε ζωντανή τη μνήμη τους».
Στη συνέχεια στο βήμα ανέβηκε μάρτυρας υπεράσπισης της Δήμητρας, η οποία επιχείρησε να σκιαγραφήσει αρχικώς την προσωπικότητα της κατηγορούμενης. Η μάρτυρας ανέφερε ότι γνωρίζει τη Δήμητρα τα τελευταία 4-5 χρόνια, καθώς ανήκουν στον ίδιο πολιτικό χώρο και έχουν βρεθεί «σε πλήθος δράσεων και συλλογικών διαδικασιών». Όπως σημείωσε, πρόκειται για έναν άνθρωπο «μορφωμένο, με ενδιαφέρον για τη γνώση και τη συζήτηση», που «μεταφράζει κείμενα και ενημερώνεται διαρκώς», ενώ την περιέγραψε ως «ανοιχτόκαρδη και ενθουσιώδη». Τόνισε, επίσης, τη συμμετοχή της σε οργανωτικές διαδικασίες, αναφέροντας ότι αναλάμβανε με προθυμία πρακτικές ευθύνες, όπως την προετοιμασία του υλικού για τις κινητοποιήσεις.
Αναφερόμενη στα γεγονότα της υπόθεσης, η μάρτυρας δήλωσε ότι ο αναρχικός χώρος στον οποίο ανήκουν «σοκαρίστηκε από τον τραυματισμό της Μαριάννας και τον θάνατο του Κυριάκου», τον οποίο χαρακτήρισε «πολύτιμο σύντροφο,που είχα την τιμή να γνωρίζω και θα είναι πάντα παρών». «Στη βαθιά θλίψη τώρα προστίθεται και βαθύς θυμός για τις μεθοδεύσεις των αρχών απέναντι στους κατηγορούμενους» ανέφερε.
Ειδική αναφορά έκανε στις συνθήκες κράτησης, σημειώνοντας ότι η Δήμητρα, «από εκεί που βρισκόταν στο εξωτερικό για διδακτορικές σπουδές, βρέθηκε πεταμένη στη φυλακή». «Και συνειδητά χρησιμοποιώ τη λέξη πεταμένη», συνέχισε, «καθώς οι συνθήκες των κρατουμένων στις φυλακές είναι κατακριτέες όχι μόνο από άτομα του αναρχικού χώρου, αλλά και από το ίδιο το ευρωπαϊκό δικαστήριο. Οι κρατουμενες αναγκάζονται ακόμη να φοράνε ωτοασπίδες για να μην μπαίνουν κοριοί στα αυτιά τους» είπε χαρακτηριστικά.
Όπως είπε, η ίδια δεν αιφνιδιάστηκε από την εξέλιξη, καθώς «δεν είναι η πρώτη φορά που στοχοποιούνται άτομα από τον συγκεκριμένο χώρο», κάνοντας λόγο για ένα επαναλαμβανόμενο «μοτίβο παρουσίασης υποθέσεων» από τα μέσα ενημέρωσης και για συστηματική υπαγωγή τέτοιων υποθέσεων στην αντιτρομοκρατική νομοθεσία, στον νόμο 187Α. Τόνισε, μάλιστα, ότι «δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν τη Δήμητρα με τη συγκεκριμένη υπόθεση» και ότι «μέσα από αυτή τη δίωξη δεν πλήττεται μόνο η ίδια, αλλά συνολικά ο χώρος στον οποίο ανήκει».
«Προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα παζλ χωρίς να έχουμε τα κομμάτια ή φτιάχνουμε τα ίδια τα κομμάτια. Είναι ένα παζλ Φρανκενστάιν».
Περνώντας στις ερωτήσεις της έδρας, η μάρτυρας ρωτήθηκε για το ζήτημα της παραχώρησης κλειδιού σε τρίτο πρόσωπο. Απάντησε ότι αυτό έγινε «για λόγους διευκόλυνσης, καθώς ο ιδιοκτήτης βρισκόταν στο εξωτερικό». Σε ερώτηση για το αν τέτοιες πρακτικές είναι συνηθισμένες, καθώς και για τη χρήση τηλεφώνου τρίτου προσώπου, η μάρτυρας ανέφερε ότι «κρίνουμε εκ των υστέρων τα γεγονότα», ενώ για το ζήτημα του τηλεφώνου παρέπεμψε το προεδρείο στις απαντήσεις που επρόκειτο να δώσει η συγκατηγορούμενη.
Από την πλευρά της υπεράσπισης, τέθηκε το ζήτημα της βαρύτητας των κατηγοριών και της υπαγωγής της υπόθεσης στο σχετικό άρθρο περί «τρομοκρατίας», με τον συνήγορο υπεράσπισης Γιάννη Ραχιώτη να διερωτάται «πώς από επιμέρους στοιχεία, όπως ένα κλειδί ή ένα τηλέφωνο, προκύπτει ένα σύνολο τόσο βαριών κατηγοριών». Η μάρτυρας απάντησε χαρακτηριστικά: «Προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα παζλ χωρίς να έχουμε τα κομμάτια ή φτιάχνουμε τα ίδια τα κομμάτια. Είναι ένα παζλ Φρανκενστάιν». Ο συνήγορος υπογράμμισε ότι, εφόσον δεν αποδεικνύεται πρόθεση εκφοβισμού πληθυσμού, «η κατηγορούμενη πρέπει να αθωωθεί», με τη μάρτυρα να συμφωνεί, δηλώνοντας ότι «ούτε προσωπικά ούτε πολιτικά προκύπτει τέτοια πρόθεση» και προσθέτοντας ότι «ο χώρος στον οποίο ανήκει δεν στοχεύει στην τρομοκράτηση της κοινωνίας».
Κλείνοντας, ο συνήγορος έκανε λόγο για «μια υπόθεση που, στην ουσία της, αφορά ζητήματα εμπιστοσύνης και ανθρώπινων σχέσεων και όχι ποινικά αδικήματα τέτοιας βαρύτητας», θέτοντας το ερώτημα αν «υπήρξε πραγματικός εκφοβισμός πληθυσμού», για να λάβει την αρνητική απάντηση της μάρτυρος.
«Θα κάνετε ό,τι υποδεικνύει η αντιτρομοκρατική ή θα ερευνήσετε την υπόθεση»;
Στο βήμα ανέβηκε στη συνέχεια άλλος μάρτυρας υπεράσπισης της Δήμητρας, ο οποίος, όπως ανέφερε, ταυτίστηκε με την υπόθεση, γιατί έχει και ο ίδιος καθίσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου, έχοντας εκτίσει τριάμισι χρόνια φυλακή για βοήθεια σε σύντροφο. Υποστήριξε ότι η παρουσία του στο δικαστήριο, όπως και των κατηγορουμένων, έχει πολιτικό χαρακτήρα: «Είμαι εδώ για πολιτικούς λόγους, επειδή είμαι αναρχικός. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι και η Δήμητρα εδώ πέρα». Αναφερόμενος στη σχέση της με τη Δήμητρα, σημείωσε ότι τη γνωρίζει μέσα από τη συμμετοχή τους «σε κοινωνικούς αγώνες, πορείες και καταλήψεις».
Η ίδια η Δήμητρα έλαβε στη συνέχεια τον λόγο, θέτωντας ερώτημα προς τον μάρτυρα σχετικά με προηγούμενη δικαστική του εμπειρία. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην υπόθεσή του, όπου, όπως είπε, η πρωτόδικη απόφαση προέβλεπε ποινή 19 ετών, η οποία σε δεύτερο βαθμό μηδενίστηκε, ρωτώντας: «Πώς εξηγείς ότι η ίδια η Δικαιοσύνη αναιρέθηκε;». Ο μάρτυρας απάντησε σε επικριτικό τόνο απέναντι στη διαδικασία, δηλώνοντας: «Στην απόφαση έγραψαν ακριβώς το κατηγορητήριο». Και απευθυνόμενος προς το δικαστήριο, πρόσθεσε: «Αυτό καλείστε να κάνετε κι εσείς τώρα; Θα κάνετε ό,τι υποδεικνύει η αντιτρομοκρατική ή θα ερευνήσετε την υπόθεση;» Τέλος η Δήμητρα τον ρώτησε για τα τριάμισι αυτά χρόνια στη φυλακή. «Κανείς δε θα μου δώσει ποτέ πίσω αυτά τα χρόνια στη φυλακή» απάντησε.
Ο επόμενος μάρτυρας υπεράσπισης της Δήμητρας, την περιέγραψε ως στενή του φίλη και συμφοιτήτρια. Όπως ανέφερε, «είμαστε συμφοιτητές και φίλοι για 14 χρόνια». Τη χαρακτήρισε ως έναν «ανοιχτό άνθρωπο που σε κάνει να νιώθεις άνετα και να είσαι ο εαυτός σου», προσθέτοντας ότι «με το χιούμορ της και τη μεγάλη της καρδιά βοηθάει πάντα τους άλλους». Τόνισε ότι για τη Δήμητρα «η αλληλεγγύη είναι στάση ζωής» και πως αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη συνείδηση ως κάτι που εκφράζεται μέσα από την καθημερινή συμπεριφορά και τη σχέση με τους άλλους.
Αναφερόμενος στην υπόθεση, σημείωσε ότι «κανένας άλλος άνθρωπος δεν θα βρισκόταν στη θέση της για ένα ζευγάρι κλειδιά», τονίζοντας ότι η κατηγορούμενη «βρίσκεται εδώ λόγω της αναρχικής της ταυτότητας». Επισήμανε επίσης ότι διατήρησαν επαφή κατά τη διάρκεια της κράτησής της και αναφέρθηκε στις συνθήκες φυλάκισης, κάνοντας λόγο για δύσκολες και απάνθρωπες συνθήκες που, όπως είπε, είχαν σημαντική επίδραση στην ψυχολογία της, ούτε στον χαρακτήρα της.
Στην κατάθεσή του έκανε επίσης αναφορά στην ακαδημαϊκή πορεία της Δήμητρας, λέγοντας ότι εργαζόταν σε διδακτορική έρευνα με «ανθρωποκεντρικό αντικείμενο», η οποία διακόπηκε λόγω της αποφυλάκισής της. Σημείωσε ότι «χάθηκαν τρία χρόνια διδακτορικής έρευνας», ενώ σημείωσε πως ακόμη και στο πανεπιστημιακό πλαίσιο η πορεία της διακόπηκε εξαιτίας της υπόθεσης. Καταλήγοντας, ανέφερε ότι κατά τη γνώμη του «δεν υπάρχει καμία σύνδεση της Δήμητρας με την υπόθεση, πέρα από την αναρχική της ταυτότητα».
Σε ερωτήσεις της έδρας για τη στάση της κατηγορούμενης απέναντι στον ένοπλο αγώνα, απάντησε ότι «δεν είχε κάνει αυτές τις επιλογές».
Ο συνήγορος υπεράσπισης στάθηκε στη σημασία της οικειοθελούς εμφάνισης της Δήμητρας στις αρχές, ρωτώντας αν αυτή η στάση είχε ηθικά κίνητρα. Ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά, λέγοντας ότι «είναι ένας άνθρωπος που θέλει να ξεκαθαρίζει τα πράγματα». Σε ερώτηση για τις συνθήκες κράτησης, αναφέρθηκε σε προβλήματα υγείας που δεν αντιμετωπίστηκαν επαρκώς, όπως δερματικά ζητήματα και άλλες δυσκολίες, κάνοντας λόγο για έλλειψη σεβασμού.
Η Δήμητρα παρενέβη στη συνέχεια, ρωτώντας αν κατά την άφιξή της τον Οκτώβριο του 2024 είχε «κάποια ιδιαίτερη συμπεριφορά ή εμφανή αλλαγή», με τον μάρτυρα να απαντά ότι «βγαίναμε πολλές φορές και δεν υπήρχε κάτι περίεργο». Τέλος, σε ερώτηση για το αν, βάσει των σπουδών της, θα μπορούσε να κατασκευάσει εκρηκτικό μηχανισμό, ο μάρτυρας απάντησε: «αυτό είναι από τα πιο αστεία κομμάτια αυτής της υπόθεσης· είχε ακολουθήσει κατεύθυνση στους υπολογιστές».
«Μεγάλο λογικό άλμα από τα κλειδιά μέχρι την κατηγορία περί τρομοκρατικής οργάνωσης»
Ο πατέρας της Δήμητρας, σε κλίμα έντονης συγκινησιακής φόρτισης, καταθέτοντας έπειτα στο δικαστήριο, παρουσίασε την προσωπική και οικογενειακή εικόνα της κόρης του, εστιάζοντας στην πορεία της πριν και μετά την εμπλοκή της στην υπόθεση. Όπως ανέφερε, «μεγαλώσαμε μαζί με την κόρη μου με αξίες και ήθος». Περιέγραψε ότι η Δήμητρα αποφοίτησε από το λύκειο με άριστα και πέρασε στο Πολυτεχνείο της Πάτρας, ενώ η οικογένεια αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες λόγω της κρίσης, καθώς σπούδαζαν δύο παιδιά ταυτόχρονα. Όπως είπε, η κόρη του αναγκάστηκε να εργαστεί παράλληλα, αλλά ολοκλήρωσε τις σπουδές της σε περίπου πεντέμισι χρόνια. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στη διεθνή της εμπειρία, σημειώνοντας ότι πραγματοποίησε Erasmus πρακτικής άσκησης σε νοσοκομείο στο Βερολίνο, ενώ ακολούθησε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, με στόχο μια ακαδημαϊκή καριέρα.
Για την υπόθεση, ανέφερε ότι ενημερώθηκε αρχικά μέσω «ανώνυμου τηλεφωνήματος», το οποίο θεώρησε αρχικά φάρσα, πριν λάβει και δεύτερη επιβεβαίωση. Ανέφερε ότι η Δήμητρα επέστρεψε στην Ελλάδα «οικειοθελώς για να πει την αλήθεια της». Σε ερωτήσεις της έδρας, ο πατέρας κατέθεσε ότι η κόρη του του είχε πει πως είχε δανειστεί κλειδιά τα οποία παρέδωσε σε φίλους για να φιλοξενηθούν στο σπίτι ενός τρίτου προσώπου. Παράλληλα, δήλωσε ότι δεν είχε πλήρη γνώση της ένταξής της στον αναρχικό χώρο, αν και συζητούσαν συχνά για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, όπως τα Τέμπη και οι γυναικοκτονίες.
«Ποτέ δεν είχε εκφράσει ακραίες απόψεις», σημείωσε, χαρακτηρίζοντάς την «ήρεμο και ευαισθητοποιημένο παιδί». Όπως είπε, «δεν βάζω ταμπέλες· ήταν δοτική, με μεγάλο κύκλο από όλους τους χώρους». Δήλωσε επίσης ότι «εξεπλάγην» από την ενασχόλησή της με τον αναρχικό χώρο. Αναφερόμενος στο κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποιήθηκε σε επικοινωνίες, είπε ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες, προσθέτοντας ότι η κόρη του του είχε αναφέρει πως της το είχε δώσει τρίτο πρόσωπο. Σε άλλο σημείο της κατάθεσης, ανέφερε ότι η Δήμητρα είχε επιστρέψει στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 2024 για να ηρεμήσει, λόγω προσωπικών δυσκολιών και εντάσεων στη γειτονιά της στο εξωτερικό.
Ο συνήγορος υπεράσπισης, σχολιάζοντας την εξέλιξη της υπόθεσης, έκανε λόγο για «μεγάλο λογικό άλμα από τα κλειδιά μέχρι την κατηγορία περί τρομοκρατικής οργάνωσης», με τον πατέρα να συμφωνεί ότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και να επισημαίνει πως τέτοιες πρακτικές ανταλλαγής κατοικιών και φιλοξενίας είναι συνηθισμένες, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής δυσχέρειας. Σε ερωτήσεις για τη σχέση της με τον σύντροφό της, επιβεβαίωσε ότι είχαν μακροχρόνια σχέση περίπου επτά ετών, χαρακτηρίζοντάς την «σταθερή και γνωστή στο οικογενειακό περιβάλλον»
«Ο 187Α λειτουργεί ως συνέχεια μιας λογικής εμφυλιακού κράτους»
Καταθέτοντας ως μάρτυρας υπεράσπισης της Δήμητρας, ο επόμενος μάρτυρας, προερχόμενος επίσης από τον αναρχικό χώρο, αναφέρθηκε εκτενώς τόσο στη γνωριμία του μαζί της όσο και στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο της υπόθεσης, όπως το αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Όπως ανέφερε, γνωρίζει τη Δήμητρα από την Πάτρα μέσα από «κοινούς κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες». Ο ίδιος δήλωσε ότι έχει εκτίσει 16 μήνες κράτησης βάσει του άρθρου 187Α και είναι αναρχικός, σημειώνοντας ότι το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, κατά την άποψή του, αποτελεί «κατασκευή κατάστασης εξαίρεσης», η οποία ενεργοποιείται από την κρατική εξουσία. «Νομίζω ότι ο 187Α σαν νομικό κατασκεύασμα είναι ο ορισμος της «κατασκευής κατάστασης εξαίρεσης». Την οποια «κηρύττει ο κυρίαρχος». Το δημοκρατικό πολίτευμα αυτό μπορεί να έχει αλλάξει κατ’ επίφαση, αλλά στην πραγματικότητα συνθλίβει τους πολίτες» ανέφερε.
Τόνισε ότι ο 187Α λειτουργεί ως συνέχεια μιας ιστορικής λογικής «εμφυλιακού κράτους», στοχοποιώντας συγκεκριμένα πολιτικά υποκείμενα, όπως αναρχικούς και αντιεξουσιαστές. Κατά την τοποθέτησή του, ανέπτυξε μια ευρύτερη κριτική στο κράτος και στη λειτουργία της δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας ότι «το κράτος έχει ισχύ, όχι ηθική, ηθική έχουν οι “από τα κάτω”». Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το ελληνικό κράτος, όσους είναι «από τα κατω» δεν τους αντιμετωπίζει σαν ανθρώπους, την ίδια ώρα που το οργανωμένο έγκλημα συνβασιλεύει με την πολιτική εξουσία.
Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του, ανέφερε ότι η φυλάκιση «δεν λειτουργεί ως σωφρονισμός» και περιέγραψε τις συνθήκες κράτησης ως απάνθρωπες, κάνοντας λόγο για ελλείψεις σε βασικές ανάγκες, όπως η ιατρική και ψυχιατρική περίθαλψη.
Σημείωσε επίσης ότι η παραβατικότητα «παράγεται από τα πάνω», μέσα από πολιτικές και κοινωνικές δομές που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε όξυνση των κοινωνικών συνθηκών. Τόνισε ότι η βία και η τρομοκρατία, όπως είπε, «προέρχονται από το κράτος», φέρνοντας ως παράδειγμα υποθέσεις αστυνομικής βίας και τον θάνατο του Νίκου Σαμπάνη. «Την κοινωνία την κάνουν ζούγκλα ώστε να διευρυνθεί το νομικό πλαίσιο, να νομοθετεί όλο και σκληρότερα, ώστε και καλά να προστατεύσει την ειρήνη. Να μη διανοείται κανείς να αμφισβητήσει. Η βία και η τρομοκρατία προέρχονται από το κράτος. Φαίνεται σε αυτή την αίθουσα άλλωστε ποιοι έχουν όπλα και ποιοι όχι» συμπλήρωσε.
Σε ερώτηση για το περιεχόμενο της κατηγορίας, υποστήριξε ότι αυτή εντάσσεται σε μια στρατηγική αντιμετώπισης συγκεκριμένων πολιτικών ομάδων ως «εσωτερικού εχθρού». Στο σημείο αυτό της διαδικασίας, η ατμόσφαιρα στη δικαστική αίθουσα οξύνθηκε έντονα. Η εισαγγελέας διατύπωσε στον μάρτυρα ερώτημα λέγοντας: «Βγάλτε τα πολιτικά κίνητρα. Ως παράφρων, αν παίζω με μια βόμβα δεν προκαλείται αναστάτωση;». Η φράση αυτή προκάλεσε άμεση αντίδραση μέσα στην αίθουσα, στο κοινό και τους κατηγορούμενους.
Η Μαριάννα παρενέβη ρωτώντας: «Ποιος παίζει με βόμβα; Είναι δεύτερη φορά που ειρωνεύεστε τον Κυριάκο, ένας άνθρωπος σκοτώθηκε. Δε θα υπάρξει τρίτη», υπενθυμίζοντας πως η εισαγγελέας έχει ξαναπροκαλέσει τις αντιδράσεις σε προηγούμενη δικάσιμο. Η ειρωνεία της πυροδότησε τις αντιδράσεις και του ακρωτηρίου, από το οποίο ακούστηκαν φωνές και σχόλια, με χαρακτηριστικές αναφορές όπως «ρωτήστε τον Νετανιάχου ποιος παίζει με βόμβες» και «αυτοί που προστατεύετε παίζουν με βόμβες». Στο σημείο αυτό ο πρόεδρος επιχείρησε να διακόψει τις αντιδράσεις, ζητώντας να σταματήσουν οι διακοπές και οι αντεγκλήσεις, ώστε να συνεχιστεί η διαδικασία. Η αίθουσα παρέμεινε για λίγα λεπτά ιδιαίτερα τεταμένη, το αλληλέγγυο κοινό ήταν εμφανώς οργισμένο ενώ η εισαγγελέας συνέχισε στον ίδιο τόνο.
«Υπάρχει κενό στη δικογραφία και αυτό το κενό καλύπτεται από τον 187Α»
Ο συνήγορος υπεράσπισης, στη συνέχεια της εξέτασης, ρώτησε εάν, κατά τη γνώμη του μάρτυρα, η αντιμετώπιση θα ήταν η ίδια εάν η έκρηξη προκλινόταν όντως από υγραέριο, όπως ήταν η πρώτη εκτίμηση. «Αν ίσχυε αυτό, θα είχε εισαχθεί η υπόθεση με τον 187Α;». Ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά, σημειώνοντας ότι «υπάρχει παράδειγμα», αναφερόμενος στην υπόθεση της «Βιολάντα», λέγοντας ότι «δεν δικάζεται με 187Α, παρότι υπάρχουν πέντε νεκρές εργάτριες». Πρόσθεσε ότι «εμείς τις πέντε νεκρές εργάτριες τις στηρίζουμε».
Ο συνήγορος συνέχισε, επισημαίνοντας ότι «στη συγκεκριμένη υπόθεση υπάρχει κενό στη δικογραφία και αυτό το κενό καλύπτεται από τον 187Α», ασκώντας κριτική στη χρήση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας. Υποστήριξε ότι, κατά την άποψή του, «ο 187Α έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα και αποκλειστικά για τη δίωξη ατόμων από τον αναρχικό χώρο.
Τέλος, ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε δημοσιεύματα που, όπως είπε, τον εμφάνιζαν να συνδέεται με τον Κυριάκο Ξυμητήρη. «Δεν τον γνώριζα», δήλωσε προσθέτοντας ωστόσο ότι «θα ήταν τιμή μου να γνωρίζω τον σύντροφο», απορρίπτοντας τις σχετικές αιτιάσεις ως προσπάθεια σύνδεσης άσχετων μεταξύ τους στοιχείων της δικογραφίας.
«Απαξία για την ανθρώπινη ζωή έχει αυτός που συνέταξε το βούλευμα»
Η μητέρα του Δημήτρη κατέθεσε πως ο γιός της την ενημέρωσε όντας ταραγμένος μετά το περιστατικό, πως έχει γίνει κάτι σοβαρό, ενώ είχε αποφασίσει να πάει στη ΓΑΔΑ. Κατέθεσε πως ο Δημήτρης είχε κάνει διπλωματική εργασία στα συστήματα ασφαλείας και την κυβερνοασφαλεια, ενώ δούλευε παράλληλα με τις σπουδές του. Όπως ανέφερε, γνώριζαν πως διατηρεί συναισθηματικό δεσμό με τη Δ. Ζαραφέτα, κυρίως εξ αποστάσεως. Σημείωσε πως εδώ και 17μιση μήνες ο γιός της είναι έγκλειστος στις φυλακές Κορυδαλλού και «όλο αυτό το διάστημα προσπαθεί να σταθεί όρθιος για να αποδείξει πως δεν έχει σχέση με όλα αυτά. «Με το που μπήκε στη φυλακή γράφτηκε σε ΙΕΚ σκιτσογραφίας, έκανε αίτημα για μεταπτυχιακό, συμμετέχει στη ιατρική ομάδα των φυλακών. Τόσους μήνες είναι έγκλειστος για κάτι που δεν έχει καμία σχέση» τόνισε.
Σε ερώτηση του προέδρου αν ο Δημήτρης ανήκει στον αναρχικό χώρο, η μάρτυρας απάντησε πως ο γιός της δεν ανήκει στο συγκεκριμένο χώρο, αλλά έχει πολιτική και κοινωνική τοποθέτηση. Σχετικά με το διαμέρισμα, ανέφερε πως ο Δημήτρης ήξερε πως η Δήμητρα είχε μιλήσει με τον Στέφανο και θα έπαιρνε τα κλειδιά για να φιλοξενήσει κάποιος γνωστούς της. Ο πρόεδρος ρώτησε γιατί ο Δημήτρης πέταξε τη sim του τηλεφώνου που είχαν γίνει οι επικοινωνίες. «Πανικοβλήθηκε, υπήρχε ένας νεκρός, ζημιές σε διαμερίσματα, τον έπιασε πανικός. Ήταν μια χαζή κίνηση» απάντησε η μάρτυρας. Ο πρόεδρος σχολίασε πως ο Δημήτρης «ως άνθρωπος της τεχνολογίας γνώριζε πως δεν είχε νόημα να πετάξει της sim».
Στη συνέχεια, ρώτησε τη μάρτυρα γιατί ο Δημήτρης πήρε το τηλέφωνο που του έδωσε η Δήμητρα, αντί να τηλεφωνήσει με το δικό του. «Αυτό έγινε για να πάρει τηλέφωνο από γνωστό αριθμό» απάντησε η μάρτυρας, επισημαίνοντας πως αμέσως αφού ο Δημήτρης πέταξε τη sim πήγε να ενημερώσει την οικογένεια για το περιστατικό και μετά πήγε στη ΓΑΔΑ με τα κλειδιά του διαμερίσματος, ενώ είπε στους αστυνομικούς που θα βρουν το τηλέφωνο.
Η μάρτυρας απάντησε σε ερώτηση της εισαγγελέα πως η ίδια δεν είδε τη συσκευή, αλλά την εντόπισαν οι αστυνομικοί στο δωμάτιο του Δημήτρη, αφού τους ενημέρωσε ο ίδιος. Επιπλέον, σημείωσε πως η ίδια δεν έχει συναντήσει τη Δήμητρα.
Ο συνήγορος υπεράσπισης ρώτησε τη μάρτυρα αν ο γιος της είχε εκφράσει ποτέ συμπάθεια με την ένοπλη βία, με την ίδια να δηλώνει κατηγορηματικά όχι. «Δεν ασχολήθηκε ποτέ με όπλα, πυρομαχικά εκρηκτικές ύλες ή οτιδήποτε» απάντησε. Στη συνέχεια, τη ρώτησε αν είχε ανησυχήσει ποτέ πως ο γιός της θα μπορούσε να παρασυρθεί σε κάτι παράνομο από παρέες, με την ίδια να απαντάει ξανά κατηγορηματικά. Επιπλέον, απάντησε πως ο γιος της δεν είχε επαφή με κανέναν συγκατηγορούμενο, εκτός φυσικά της Δήμητρας, καθώς και πως δεν γνώριζε πως είναι το τηλέφωνο είναι «πακιστανικό», ούτε θα μπορούσε να το ξέρει.
Σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου, η μάρτυρας επιβεβαίωσε πως ο μεγαλύτερος πελάτης της Space, στην οποία δουλεύει ο Δημήτρης, είναι το ελληνικό δημόσιο, καθώς και πως του έγινε εξονυχιστικός έλεγχος κατά την πρόσληψη. «Ξέρω, έχοντας δουλέψει σε πολυεθνική, πως κάνουν έρευνα» απάντησε. «Πόσο μάλλον σε αυτό το τομέα» σχολίασε ο συνήγορος, ρωτώντας επίσης αν η συνέντευξη για το μεταπτυχιακό έγινε μετά τη προφυλάκιση. Η μάρτυρας το επιβεβαίωσε, λέγοντας πως «δεν θα τον έπαιρναν αν πίστευαν πως θα δημιουργεί προβλήματα».
«Στη ΓΑΔΑ έμαθε ποιοι ήταν στο διαμέρισμα. Ήξερε απλώς πως θα ήταν κάποιοι φίλοι της Δήμητρας. Όταν πήγε στη ΓΑΔΑ είπε πως μόνο μια φορά είδε τη Μ. Μανουρά σε μια επίσκεψη για καφέ. Στο σπίτι των Αμπελοκήπων δεν είχε πάει ποτέ» είπε ακόμα. Ο συνήγορος διάβασε ένα απόσπασμα από το βούλευμα, όπου αναφέρεται πως οι κατηγορούμενοι «έχουν απαξία για την ανθρώπινη ζωή». «Ο άνθρωπος που με τόση ευκολία χαρακτηρίζει έτσι, έχει ο ίδιος απαξία για την ανθρώπινη ζωή» σχολίασε η μάρτυρας.
Ο πατέρας του Α.Κ. καταγγέλλει την εκδικητική μεταχείριση του γιού του και του Ν. Ρωμανού
Στη συνέχεια, κατέθεσε ο πατέρας του Α.Κ., ο οποίος κατηγορείται με μοναδικό στοιχείο ένα μερικό δακτυλικό αποτύπωμα, όπως ο Ν. Ρωμανός. «Μου τηλεφώνησε η Αντιτρομοκρατική πως υπάρχει ένταλμα σε βάρος του γιού μας και να πάμε σπίτι για να γίνει έρευνα» ανέφερε, προσθέτοντας πως οι γονείς του Κυριάκου κατάφεραν να τον δουν το βράδυ της ίδιας μέρας. «Ήταν σατισμένος, μας εξηγησε τι έχει γίνει και μας δήλωσε από την πρώτη στιγμή πως δεν έχει ούτε ακουστα κανένα από τους κατηγορουμένους, πλην του Ρωμανού, με τον οποίο είναι φίλοι» ανέφερε ο μάρτυρας. «Στη συνέχεια, μάθαμε ότι βρέθηκαν και άλλα αποτυπώματα και μας έκανε εντύπωση γιατί ο γιος μας και ο Νίκος είχαν συλληφθεί» σχολίασε. Ο ίδιος είπε πως έχουν δώσει σαν οικογένεια σακούλες σε δομές αλληλεγγύης, στη Κιβωτό του Κόσμου, στην Κουζίνα Άλλος Άνθρωπος και αλλού, αλλά ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως πηγαίνοντας μια σακούλα σε μια δομή αλληλεγγύης θα κατηγορηθούν.
Ο πρόεδρος, αφού παραδέχθηκε πως οι σακούλες είναι κινητά αντικείμενα, υποστήριξε πως ο νόμος των πιθανοτήτων είναι εναντίον τους, διερωτώμενος πόσο «άτυχοι» πρέπει να είναι για να έχει τα αποτυπώματά τους μια σακούλα, που είχε μέσα όπλα, καθαρά όπως παραδέχτηκε, τα οποία βρέθηκαν σε ένα χώρο, όπου έγινε μια έκρηξη, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν και να σκοτωθούν άνθρωποι από ένα συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Ο μάρτυρας σχολίασε πως αφενός υπήρχαν και άλλα αποτυπώματα, αφετέρου πως θα πρέπει να αποσυνδεθεί η σακούλα από το περιεχόμενο, καθώς δεν θα μπορούσε ένα άτομο να παίρνει τα μέτρα προστασίας για τα όπλα, που δεν έχουν δακτυλικά αποτυπώματα, αλλά όχι για σακουλα. Ο μάρτυρας θυμάται πως ο γιός του συνελήφθη 8 μέρες μετά τον Ν. Ρωμανό. Όταν συνέλαβαν τον Νίκο, τους είπε πως πάει να μάθει τι έχει συμβεί. Στο μεταξύ, τις επόμενες ημέρες πήγαινε κανονικά στη δουλειά, στο σπίτι, χωρίς να διαπιστώσουν πως είχε ανησυχία για κάτι. Συμπέρανε, τέλος, πως υπάρχουν δύο μέτρα και σταθμά στη μεταχείριση, αφού η σακούλα έχει και άλλα αποτύπωματα.
Σε ερώτηση της εισαγγελέα αν γνωρίζει την εικόνα στην οποία βρέθηκε η σακούλα, εκείνος απάντησε: «Δεν έκανα εγώ την έρευνα. Εμείς μάθαμε πως βρέθηκε ένα όπλο καθαρό και μια σακούλα με πολλά αποτυπώματα. Σε αυτό θα έπρεπε να απαντήσει κάποιος αστυνομικός». Στο σημείο αυτό αξίζει να υπενθυμίσουμε πως κανένας αστυνομικός δεν ήρθε να υποστηρίξει το κατηγορητήριο.
Ο Αλέξανδρος Κανελλόπουλος, συνήγορος του Α.Κ., ρώτησε πού ήταν ο κατηγορούμενος όταν απολογούταν ο Ρωμανός στην ανακρίτρια. «Ήταν παρών στα δικαστήρια σε ένδειξη αλληλεγγύης, όπως πολλοί άλλοι» απάντησε. Ο συνήγορος υπενθύμισε πως ο ίδιος κάλεσε την ανακρίτρια να διατάξει έρευνα για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν και άλλα αποτυπώματα. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο μάρτυρας, «παρότι ο εισαγγελέας του δικαστικού συμβουλίου πρότεινε ο Ρωμανός να αποφυλακιστεί με ηλεκτρονική επιτήρηση και ο γιος μας με παρουσία στο τμήμα, το συμβούλιο δεν το υιοθέτησε. Το αποτέλεσμα είναι να κοντεύει να ολοκληρωθεί το 18μηνο της προφυλάκισης και ο γιος μας να έχει αποστασιοποιηθεί από την εργασία του». Επιπλέον, σημείωσε πως «ο γιος μας για κάποιο λόγο δεν προφυλακίστηκε στον Κορυδαλλό, αλλά στις φυλακές Μαλανδρίνου, που είναι σκληρές φυλακές». Αναφέρθηκε στην οικονομική επιβάρυνση που υφίστανται για να μετακινηθούν, κάνοντας λόγο για εκδικητική μεταχείριση. Σημείωσε επίσης πως οι ιδεολογικές αρχές του γιου του δεν έχουν σχέση με τέτοιες ενέργειες, πόσο μάλλον με όπλα.
Ο τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν οικογενειακός φίλος με τους γονείς του Α.Κ και τον ίδιο που τον ξέρει από 6 ετών. Ρωτήθηκε από τον πρόεδρο πώς αντέδρασε όταν έμαθε για τη σύλληψη, σημειώνοντας πως δεν το πίστεψε από την αρχή και κατάλαβε πως είναι τυχαίο εύρημα. Όπως σημείωσε, μετά το επεισόδιο με τον προπηλακισμό του Πρύτανη της ΑΣΟΕΕ στο γραφείο του το 2020, ο Α.Κ. αποστασιοποιήθηκε από το χώρο, παρότι συνέχισε να έχει τις ίδιες αρχές. Ανέφερε πως δούλευε στην εστίαση και στο κλάδο φαγητού και ποτού, όπου είχε πάνω από 1.000 ένσημα, ακόμα και σε ένα τέτοιο κλάδο, που επικρατεί ανασφάλιστη εργασία, ενώ παράλληλα σπούδαζε.
Η εισαγγελέας ρώτησε τον μάρτυρα αν γνώριζε για παλαιότερες δράσεις του Α.Κ., με τον ίδιο να απαντά πως το μόνο που γνωρίζει είναι η παρέμβαση στην ΑΣΟΕΕ. Ο κ. Κανελλόπουλος υπενθύμισε πως, παρά τις αρχικές κατηγορίες για «εγκληματική οργάνωση», η δίκη για την παρέμβαση στην ΑΣΟΕΕ γίνεται στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο, με τις κατηγορίες να περιορίζονται σε διατάραξη λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας και φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Τέλος, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, σημείωσε πως η μητέρα του Α.Κ. εργάζεται στη ΓΣΕΕ και ο πατέρας του υπήρξε συνδικαλιστής στην Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος, ενώ ο κατηγορούμενος δεν είχε εκφραστεί ποτέ στον ίδιο υπέρ της ένοπλης πάλης.
«Πρόχειρο το βούλευμα»
Αφού ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία, ο συνήγορος του Α.Κ. σημείωσε: «Οι πράξεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο είναι σοβαρές πράξεις, για αυτό σε αντίθεση με όσα ακούστηκαν είμαι πρόθυμος να δείξω κατανόηση για τον υπερβάλλοντα ζήλο των προανακριτικών αρχών. Ωστόσο, θα ήμουν ασυνεπής, αν δεν εκφράσω παράπονο για την προχειρότητα του βουλεύματος, το οποίο είχε το χρόνο να δείξει μεγαλύτερη επιμέλεια. Έχουμε νέους ανθρώπους που δεν θα πρέπει να τους αποδοθούν πράγματα που δεν έχουν κάνει ή που είναι πολύ λιγότερα από αυτά».
Επιπλέον, ανέφερε πως «σε σχέση με το αδίκημα της έκρηξης, το βούλευμα έχει σοβαρά προβλήματα». Εξήγησε πως το κατηγορητήριο περιλαμβάνει «ενδεχόμενο δόλο», ενώ οι φερόμενοι ως αυτουργοί ήταν οι ίδιοι θύματα της έκρηξης. Μάλιστα, υπενθύμισε πως λόγω υπερβολικής χρήσης του ενδεχόμενου δόλου τις προηγούμενες δεκαετίες, ο Άρειος Πάγος επενέβη ξεκαθαρίζοντας πως όταν έχουν διακινδύνευση ή θύμα τον ίδιο το δράστη δεν μπορούμε να δεχτούμε δόλο. «Εξ ορισμού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο δόλος, ακόμα και αν γίνουν αποδεκτές όλες οι κατηγορίες» τόνισε. Επιπλέον, σημείωσε πως δεν προκύπτουν σοβαρές προϋποθέσεις του 187Α, όπως διατάραξη σχέσεων με ξένες χώρες, οργανισμούς κλπ. Αλλά ακόμα και αν το δικαστήριο δεχθεί τον 187Α, τότε θα πρέπει να παύσει η δίωξη για τις άλλες επιμέρους κατηγορίες που περιλαμβάνονται σε αυτόν.
Μ. Μανουρά: «Για εμένα “φυσιολογικό” είναι να αγωνιζόμαστε»
Τέλος, τον λόγο πήρε η Μ. Μανουρά, η οποία σημείωσε πως «καθόλη την διάρκεια της εξέτασης χρησιμοποιήθηκε ο όρος “βόμβα”, παρότι δεν βρέθηκαν υπολείμματα εκρηκτικού μηχανισμού». «Εκτιμώ πως είναι κάποια είδους προσπάθεια παγίδευσης των μαρτύρων για να υιοθετήσουν τους χαρακτηρισμούς» διαπίστωσε. Επιπλέον, σχολίασε πως στη δίκη έγινε λόγος πολλές φορές για «φυσιολογικές» ή μη σχέσεις.
«Επειδή υπερασπίζομαι όχι μόνο τη ζωή μου, αλλά και το θάνατο του συντρόφου μου, θέλω να πω ότι φυσιολογικό θεωρείται ότι δεν θα έπρεπε: Φυσιολογικό θεωρείται μια υπερδύναμη να απειλεί πως θα αφανίσει έναν πολιτισμό, να απαγάγει τον πρόεδρο μιας χώρας και ο πρωθυπουργός μας να λέει πως δεν είναι ώρα να μιλήσουμε για νομιμότητα, να συγκρούονται τρένα και να γίνεται μια δίκη σε μια αίθουσα που δεν χωράει τους συγγενείς των θυμάτων, παρότι δαπανήθηκαν εκατομμύρια από τα ταμεία που δεν δίνονται για κοινωνικούς σκοπούς…» συνέχισε.
«Για μένα φυσιολογικό είναι να αγωνιζόμαστε ενάντια σε όλα αυτά. Έχουμε πολλά παραδείγματα στην ιστορία: από την επανάσταση των αγροτών στη Γερμανία, τη Γαλλική Επανάσταση, την Ελληνική Επανάσταση του ‘21, την αντίσταση κατά των Ναζί κα.» προσέθεσε. «Το σύστημα προτείνει την ιδιώτευση. Για εμένα φυσιολογικό είναι να αγωνιζόμαστε. Ο αγώνας μας δεν είναι ενάντια στην κοινωνία, αλλά στις συνθήκες που ζει η κοινωνία. Αν ήμασταν ενάντια στην κοινωνία θα ήμασταν μέλη της κυβέρνησης, που οι μισοί βουλευτές της είναι υπόδικοι, του Υπουργείου Υγείας που ιδιωτικοποιεί τα δημόσια νοσοκομεία, του υπουργείο ΠΡΟ. ΠΟ. που δολοφονεί μειονότητες με ρατσιστικά κίνητρα και του ΥΠΕΞ για να βοηθάει σε γενοκτονίες και σφαγές λαών» συνέχισε η Μαριάννα.
«Δυστυχώς στον αγώνα μας μπορεί να χάσουμε την ίδια μας τη ζωή και αυτό είναι τιμητικό. Είναι η μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος. Πολλοί θυσιάστηκαν πριν από εμάς για να έχουμε αυτή την -σε πολλά εισαγωγικά- πρόοδο» κατέληξε.
Διακοπή για αύριο, Πέμπτη 16/4, όπου θα ξεκινήσουν οι απολογίες των κατηγορούμενων.