του Δημήτρη Χαμπεσή
Στο πρόσφατο άρθρο του σε ένα περιοδικό γνώμης, το Books’ Journal, με τον τίτλο «Η υποκρισία του ελληνικού αντισιωνισμού», ο Ιλάν Μανουάχ δεν επιχειρεί απλώς να υπερασπιστεί τον σιωνισμό ή να αντικρούσει ορισμένες ακραίες ή επιφανειακές μορφές αντιισραηλινής ρητορικής. Επιχειρεί κάτι πολύ πιο φιλόδοξο. Κάνει πειθαρχική αναδιάταξη του πεδίου όπου μας εγκαλεί, ξαναζεσταίνοντας μια ηθική απάτη που έχει πια ξεφουσκώσει. Αν ασκήσεις κριτική στον σιωνισμό, είσαι αντισημίτης.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι στοιχειώδες, που ο Μανουάχ προσπαθεί συστηματικά να θολώσει. Ο αντισημιτισμός αφορά ανθρώπους. Ο σιωνισμός αφορά μια πολιτική ιδεολογία και την κρατική της εφαρμογή. Η σύγχυση αυτών των δύο δεν είναι απλώς λάθος. Είναι εργαλείο.
Αυτό που απασχολεί τον συγγραφέα δεν είναι τι πραγματικά συμβαίνει. Τον απασχολεί ποιος το ονομάζει, με ποια λέξη, με ποιες «ασυνέπειες» και με ποια υποτιθέμενα κίνητρα.
Δεν τον απασχολεί η λιμοκτονία ως όπλο, η μαζική δολοφονία πολιτών, ανθρωπιστικών εργαζομένων και δημοσιογράφων, η καταστροφή νοσοκομείων, η μαζική τιμωρία αμάχων. Τον απασχολεί αν η λέξη «σιωνισμός» χρησιμοποιείται σωστά, αν η λέξη «λόμπι» είναι επιτρεπτή, αν ο αντισιωνισμός έχει ηθική καθαρότητα, κάνοντας εσκεμμένη μετατόπιση θέματος από την ουσία, στη διαχείριση του λεξιλογίου της κριτικής.
Και για να πετύχει αυτή τη μετατόπιση, ο Μανουάχ δεν απαντά στον πραγματικό αντισιωνισμό που κερδίζει έδαφος και μέσα στο Ισραήλ, αλλά κατασκευάζει έναν άλλο μονοδιάστατο, ηθικά ρηχό, ενίοτε συγγενή με τον αντισημιτισμό, έναν αντισιωνισμό που απλοποιεί βολικά για να μπορέσει να του επιτεθεί.
Γι’ αυτό και μες στο κείμενο καταφεύγει σε μια δεύτερη, πολύ πιο επιθετική πρακτική, στην ιδεολογική κατάληψη της εβραϊκότητας.
Ο σιωνισμός παρουσιάζεται περίπου ως φυσική, οργανική ή αυτονόητη έκφραση της εβραϊκής εμπειρίας.
Σαν να μην υπήρξαν ποτέ εβραϊκές αντισιωνιστικές παραδόσεις.
Σαν να μην υπάρχουν σήμερα Εβραίοι που αντιτίθενται στον σιωνισμό.
Σαν να μη βλέπουμε σε πόσα βίντεο ακόμα και ultra-orthodox Εβραίους να καίνε τη σημαία του Ισραήλ ονομάζοντάς το σιωνιστικό κράτος που προκαλεί κακό στους Εβραίους παγκοσμίως.
Σαν να είναι αυτός ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος του εβραϊσμού.
Έτσι, ιστορικοί και διανοούμενοι που έχουν ασκήσει τεκμηριωμένη κριτική εκ των έσω, όπως ο Ilan Pappé ή ο Norman Finkelstein, απαξιώνονται εκ των προτέρων ως «ταλισμανικές φιγούρες», λες και η επίκληση γνωστών και δημόσιων παρεμβάσεων είναι πρόβλημα προς απαξίωση και όχι επιχείρημα προς απάντηση.
Όταν όμως χρειάζεται στήριγμα, δεν διστάζει να επικαλεστεί με τη σειρά του αρθρογραφία τύπου Eva Illouz, δηλαδή ακριβώς τη δική του προτιμώμενη συμβολική αυθεντία. Με άλλα λόγια, οι «δικές του» αναφορές είναι σοβαρές, οι «άλλες» είναι ταλισμανικές – ό,τι κι αν εννοεί μ’ αυτή τη λέξη.
Αυτή η κλασική απόπειρα κατασκευής ενός εύκολου αντιπάλου τον οποίο παρουσιάζει σαν ηθική καρικατούρα, είναι θεωρητικά σαθρή αλλά πολιτικά χρήσιμη, γιατί αν σιωνισμός = εβραϊκότητα όπως πάει να μας πει, τότε κάθε αντίθεση στον σιωνισμό μπορεί να στιγματιστεί εκ των προτέρων.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο του κειμένου βρίσκεται στην εμμονή του να αντιδρά στη διάκριση αντισιωνισμού και αντισημιτισμού και να την παρουσιάζει ως ηθικά ύποπτη. Εκεί φαίνεται τι τον ενοχλεί πραγματικά. Όχι αν η διάκριση είναι αβάσιμη ή ασαφής. Τον ενοχλεί ότι είναι πια ξεκάθαρη. Τόσο καθαρή, ώστε δεν λειτουργεί πια αυτόματα το παλιό shortcut «κριτική στο Ισραήλ = μίσος προς τους Εβραίους». Και χωρίς αυτό το shortcut, η υπεράσπιση του σιωνισμού από απολογητές σαν κι αυτόν μένει ακάλυπτη.
Το ίδιο pattern επανέρχεται όταν ο Μανουάχ περνά από την πολιτική στην ψυχολογία και από την ψυχολογία στον ψυχολογισμό και την κοινωνιολογία του καφενείου. Εκεί επιστρατεύεται ένα περίεργο μείγμα μικροπαρατήρησης, παραπόνου και κουτσομπολιού. Καλλιτεχνικοί χώροι, πρωινάδικα, πισώπλατα μαχαιρώματα που του κάνουν, το πώς μιλάνε οι άνθρωποι, το ποιος συγκινείται με τι, το ποιος θυμάται τι. Αυτό φυσικά δεν είναι αθώο ύφος. Είναι φτηνός ψυχολογισμός.
Κάνει ακριβώς αυτό που κάνει κάθε αδύναμη απολογητική όταν δεν μπορεί να απαντήσει στο επιχείρημα. Προσπαθεί να χαμηλώσει το επίπεδο του αντιπάλου της, να τον παρουσιάσει ως υστερικό, εμπαθή, ρηχό, κακόπιστο ή κοινωνικά ευτελή.
Το ίδιο ισχύει και για τα whataboutisms του τύπου «και γιατί δεν μιλάτε για τον τάδε εθνικισμό», «γιατί δεν λέτε για το Θιβέτ», «γιατί τα πρωινάδικα ασχολούνται με το Ισραήλ».
Η απάντηση εδώ είναι στοιχειώδης. Γιατί εδώ έχουμε μια ανοιχτή, πλήρως τεκμηριωμένη, παγκόσμια ορατή κρίση, με άμεση διεθνή ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ εμπλοκή, που έχει σπάσει πλέον τον κύκλο της εξειδικευμένης ενημέρωσης και έχει περάσει στη μαζική κουλτούρα. Και όταν ένα θέμα φτάνει μέχρι τα πρωινάδικα, δεν είναι ένδειξη «υποκρισίας» του κοινού. Είναι ένδειξη κατάρρευσης του ηγεμονικού αφηγήματος που για χρόνια το προστάτευε.
Ακόμη πιο πρόχειρη είναι η απόπειρα να επιτεθεί στην ελληνική Αριστερά, την οποία χαρακτηρίζει προβληματική. Θα μας μιλήσει για το ιδεολογικό της πλαίσιο, το οποίο απ’ ό,τι μας λέει, περιλαμβάνει τα κηρύγματα του Κοσμά του Αιτωλού, τα οποία πάντα τον στεναχωρούσαν. Λες και η αντισιωνιστική ή φιλοπαλαιστινιακή στάση στην Ελλάδα αρθρώνεται πάνω σε ένα υπόγειο ορθόδοξο, εθνοφυλετικό ή προνεωτερικό απόθεμα και όχι πάνω σε αντιιμπεριαλιστικές, αντι-αποικιακές και διεθνιστικές παραδόσεις δεκαετιών.
Εκεί δεν έχουμε απλώς ιστορική αφέλεια. Έχουμε επιλεκτική ιστορία και cherry picking με σαφή πολιτική λειτουργία. Ο στόχος είναι να αχρηστευτεί ιδεολογικά η κριτική, να εμφανιστεί όχι ως πολιτική στάση αλλά ως ένα είδος μισοσυνειδητής πολιτισμικής παθολογίας. Έτσι η κριτική δεν χρειάζεται να αντικρουστεί. Αρκεί να εμφανιστεί ως ύποπτη από τη γέννησή της.
Με αυτό το burden shifting που επιχειρεί, επιδιώκει να μεταφέρει το βάρος από τύπους σαν κι αυτόν που υπερασπίζονται μια εθνοκρατική, αποικιακή ιδεολογία, η οποία δεν είναι συγκυριακή αλλά έχει παγιωθεί και κλιμακωθεί ιστορικά, και να το ρίξει σε εκείνον που την καταγγέλλει.
Από τον τελευταίο απαιτεί να αποδείξει ότι δεν είναι ηθικά μολυσμένος, πολιτικά αφελής ή ιστορικά ηλίθιος.
Πρόκειται για μια ξεκάθαρη αντιστροφή ηθικού φορτίου, με όχημα είτε την επιλεκτική επίκληση ασυνέπειας, ακόμη και στα όσα γράφει κάποιος στα social media, είτε τη χρήση «λάθος λεξιλογίου». Λες και όποιος δεν διακρίνει άψογα το «Ισραηλίτης» από το «Ισραηλινός», όπως μας επισημαίνει, δεν δικαιούται να ασκεί κριτική.
Έτσι, το πολιτικό μεταφράζεται σε ηθικολογικό, και το ηθικολογικό σε πειθαρχικό. Δεν συζητάμε πια τι ισχύει. Συζητάμε αν επιτρέπεται να το πεις χωρίς να λερωθείς. Και αυτό ακριβώς είναι ο ηθικός εκβιασμός στη χαμηλής έντασης, «ευπρεπή» μορφή του.
Αλλά το πλέον αποκαλυπτικό, είναι το σημείο όπου ο σιωνισμός του Μανουάχ φλερτάρει μέσω των αναφορών που επικαλείται, με μια ρητορική «αποκατάστασης της αξιοπρέπειας», ακόμη και με εξομοιώσεις προς κινήσεις χειραφέτησης όπως το Pride. Εδώ πράγματι δεν έχουμε απλώς μια κακή αναλογία. Έχουμε ολοσχερή κατάρρευση της αναλογίας.
Δεν μπορείς να παρουσιάζεις ως «αξιοπρέπεια» ένα καθεστώς που απαιτεί από τον κόσμο να θεωρήσει «φυσικό του δικαίωμα» τον αποκλεισμό, την άνιση κυριαρχία και τον εποικισμό δεκαετιών, και μάλιστα να το κάνεις αυτό πατώντας σε βιβλικές αναφορές και θεολογικές αφηγήσεις, λες και αποτελούν διεθνώς αναγνωρισμένη νομιμοποιητική βάση.
Κανένας λαός δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί ως ιστορικό και νομικό πεπρωμένο τη μετατροπή της γης του σε θεολογική επιβεβαίωση της ταυτότητας κάποιου άλλου.
Αν αυτό δεν είναι σαφές, αξίζει να διευκρινιστεί ότι το Pride αφορά ανθρώπους που διεκδικούν να μην καταπιέζονται για αυτό που είναι. Ο σιωνισμός, στη μορφή που υπερασπίζεται ο Μανουάχ και επιλέγει να τον φοράει παράσημο, απαιτεί να ονομαστεί αξιοπρέπεια ένα σύστημα στρατιωτικής υπεροχής, θεσμικού διαχωρισμού και διαρκούς αποστέρησης του άλλου. Η εξίσωση αυτή δεν είναι απλώς άστοχη, είναι σκόπιμη παραμόρφωση της πραγματικότητας και ηθικό πλυντήριο.
Και αυτό δεν γίνεται μόνο με παραμορφωτικές αναλογίες. Γίνεται και με συστηματική αποφυγή ονομασίας. Όταν η πραγματικότητα απαιτεί να λέγονται τα πράγματα με το όνομά τους, ο λόγος του επιλέγει υπαινιγμούς, τεχνικούς όρους και περιγραφές που απονευρώνουν τα γεγονότα. Η βία μετατρέπεται σε «δυσκολία διαχείρισης» και η γενοκτονία την οποία έχει αναγνωρίσει ακόμα και το IAGS, γίνεται «σύγκρουση». Αυτή η γλωσσική υπεκφυγή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι πολιτική επιλογή.
Ο ίδιος σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι, ως Έλληνας Εβραίος συμπολίτης μας, δεν υποχρεούται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον να αποδείξει τη θέση του ή να καταδικάσει κάτι, επικαλούμενος εύλογα τον κίνδυνο του dual loyalty. Και έχει δίκιο σε αυτό.
Αλλά αν κάτι πρέπει να ειπωθεί χωρίς περιστροφές, είναι το εξής: κανείς δεν οφείλει να απολογείται λόγω καταγωγής ή θρησκείας. Όμως όποιος βγαίνει δημόσια να υπερασπιστεί τον IDF, να δικαιολογήσει στρατιωτικές επιχειρήσεις ή να καταγγείλει την κριτική ως «αντισημιτισμό», κρίνεται πολιτικά για αυτές τις θέσεις. Όχι για το ποιος είναι. Για το τι λέει.
Κάπου εδώ, αυτή η ιδεολογία θα πρέπει να συναντηθεί με όλους μας, όπως έγινε και με τον Αντώνη Φάρα, ο οποίος ήδη έδειξε εύστοχα ότι η υποκρισία δεν βρίσκεται στον αντισιωνισμό αλλά στον ταυτοτικό σιωνισμό. Η δική του κριτική επανέφερε το ηθικό και πολιτικό κέντρο βάρους εκεί που πρέπει, δηλαδή στη βία, στο κράτος, στην αποικιακή πρακτική.
Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι μια σοβαρή υπεράσπιση του σιωνισμού. Ο Μανουάχ δεν υπερασπίζεται απλώς μια ιδέα. Υπερασπίζεται το δικαίωμα μιας κρατικής βίας να αυτοβαφτίζεται ταυτότητα και να απαιτεί ασυλία.
Και εδώ τελειώνει η συζήτηση. Όταν μια ιδεολογία χρειάζεται να βαφτίζει την κριτική της «ρατσισμό» για να επιβιώσει, δεν είναι παρεξηγημένη. Είναι εκτεθειμένη.