Ρεπορτάζ: Σύνθια Μπούσιου

Μ. Μανουρά: «Δε νιώθω κατηγορούμενη»

 Ξεκινώντας την απολογία της, η ίδια κατέστησε σαφές πως δεν αισθάνεται κατηγορούμενη με την έννοια που αποδίδεται από τις αρχές. «Δεν νιώθω κατηγορούμενη με τον τρόπο που επιχειρεί να με παρουσιάσει το κατηγορητήριο. Η συνείδησή μου και η πολιτική μου στάση δεν μου επιτρέπουν να αποδεχτώ τη θέση αυτή απέναντι σε έναν δικαστικό μηχανισμό που λειτουργεί για να εξυπηρετεί τις επιταγές ενός συστήματος, ενάντια στο οποίο εγώ και ο Κυριάκος αγωνιζόμασταν εδώ και 15 χρόνια» ανέφερε χαρακτηριστικά. Αντίθετα, τόνισε ότι βρίσκεται στο εδώλιο για να αντικρούσει, αφενός, την εργαλειοποίηση του θανάτου του συντρόφου της και, αφετέρου, τη μεταχείριση που υπέστη από τις διωκτικές αρχές, καθώς και την άδικη και σκληρή δίωξη των συγκατηγορουμένων της.

Σημείωσε πως για ορισμένους η ημέρα της έκρηξης, η ημέρα που έχασε τον σύντροφό της, αποτέλεσε ευκαιρία επαγγελματικής ανέλιξης ή αύξησης των ποσοστών τηλεθέασης, ενώ για άλλους ήταν η στιγμή της απώλειας «ενός αγαπημένου ανθρώπου, φίλου, γιου, συντρόφου». «Το μεγαλύτερο τίμημα το έχω ήδη πληρώσει», ανέφερε χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας ότι δεν αποποιείται τις πολιτικές της ευθύνες, αλλά απορρίπτει το διογκωμένο κατηγορητήριο.

Σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά, δήλωσε ότι υπήρχε πρόθεση επεξεργασίας εκρηκτικής ύλης, την οποία είχε αναλάβει ο σύντροφός της, Κυριάκος. Η ίδια, όπως είπε, δεν βρισκόταν στον χώρο τη στιγμή της έκρηξης και μέχρι σήμερα δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως ο τρόπος με τον οποίο αυτή προκλήθηκε. Μάλιστα, επεσήμανε ότι είχε ζητήσει περαιτέρω διερεύνηση μέσω του συνηγόρου της, προκειμένου να διαπιστωθούν τα ακριβή αίτια, αίτημα που όμως δεν ικανοποιήθηκε. «Ήθελα να μάθω τους λόγους για τους οποίους έχασα τον άνθρωπό μου. Παρόλα αυτά η ανακρίτρια είπε ότι έχουμε ήδη όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη δίωξη – γιατί αυτό τους νοιάζει μόνο, η δίωξη» ανέφερε. Συμπλήρωσε, έπειτα, πως ούτε ο πυροτεχνουργός ούτε η ίδια μπορούν να καταλάβουν πώς έγινε η έκρηξη, ενώ θεωρεί πως γι’ αυτό εκείνος δεν καλέστηκε. «Θα έλεγε ότι είτε ήταν ανθρώπινο λάθος (αρά αμέλεια) είτε τεχνικό πρόβλημα. Εγώ θεωρώ ότι ήταν το δεύτερο», ανέφερε.  

Η κατηγορούμενη περιέγραψε τη δική της εμπλοκή ως συνειδητή στήριξη στην επιλογή του συντρόφου της να ενταχθεί στον ένοπλο αγώνα, εξηγώντας ότι συνέβαλε σε πρακτικά ζητήματα, όπως η εύρεση χώρου. Τόνισε, ωστόσο, ότι η ίδια δεν είχε επιλέξει την ίδια μορφή δράσης, αλλά αποφάσισε να βοηθήσει με πλήρη επίγνωση. «Συνέβαλα στο να βρεθεί ο χώρος για την επεξεργασία, στη μεταφορά, και αποφάσισα να παραμείνω εκεί σε περίπτωση που χρειαζόταν κάτι» ανέφερε.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ζήτημα του διαμερίσματος, επισημαίνοντας ότι η επιλογή του δεν συνδέεται με προσπάθεια αποποίησης ευθυνών, αλλά με πρακτικούς λόγους, όπως ζητήματα ασφάλειας, περιορισμένος χώρος στο σπίτι των ιδίων, η ύπαρξη κατοικιδίου και η πιθανότητα παρακολούθησής τους, ως αποτέλεσμα της στοχοποίησής τους λόγω της αναρχικής τους ταυτότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο απευθύνθηκε σε φίλους και γνωστούς για να βρεθεί χώρος, ενώ αναγνώρισε ότι η εμπλοκή της Δήμητρας έγινε χωρίς τη γνώση της για το σύνολο των προθέσεών τους, χαρακτηρίζοντάς την απόφαση απόκρυψης πληροφοριών ως δική της αστοχία. «Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η εμπλοκή της Δήμητρας ήταν άθελη και δεν είχα φανταστεί ότι ο διωκτικός μηχανισμός θα έφτανε σε τέτοια έκταση. Για αυτό και έχω ήδη απολογηθεί σε εκείνη. Το έκανα με στόχο την προστασία της από την καταστολή. Οι υπόλοιποι συγκατηγορούμενοι δεν είχαν προσωπική σχέση μαζί μου. Τον Δημήτρη τον γνώριζα μέσω της Δήμητρας. Τον Νίκο μόνο σαν όνομα και φυσιογνωμικά, ενώ τον Αργύρη δεν τον είχα καν δει» συμπλήρωσε.

Αφηγούμενη τα γεγονότα γύρω από την υπόθεση, ανέφερε: «Εγώ ρώτησα φίλες και φίλους για διαθέσιμο διαμέρισμα. Προς τα τέλη Σεπτεμβρίου απευθύνθηκα στη φίλη και συντρόφισσα από το Βερολίνο, Δήμητρα, και τη ρώτησα αν γνωρίζει κάποιο κατάλυμα για φίλους από το εξωτερικό. Εκείνη έκανε έρευνα και μου έδωσε στις αρχές Οκτωβρίου θετική απάντηση. Στη συνέχεια, για λόγους επικοινωνίας, χρησιμοποιήθηκε το άγνωστο καρτοκινητό. Το έδωσα στη Δήμητρα ώστε να μπορεί να συνεννοείται με την ιδιοκτήτρια, καθώς αυτή δεν είχε κάρτα. Της είπα ότι οι φιλοξενούμενοι θα έλειπαν και της ζήτησα αντικλείδια, με τη δικαιολογία ότι θα μπαινοβγαίνουν άτομα, καθώς δεν γνωρίζαμε πότε ακριβώς θα γινόταν η αγορά των εκρηκτικών υλών. Της είπα ότι εμείς θα είμαστε υπεύθυνοι».

Η κατηγορούμενη ανέφερε πως οι εργασίες στο διαμέρισμα θα ήταν ο καθαρισμός των όπλων και η επεξεργασία της εκρηκτικής ύλης από τον Κυριάκο. Όσον αφορά τα κινητά που βρέθηκαν, ήταν ένα ζευγάρι που είχε αγοράσει η ίδια. «Στην αρχή ήταν τέσσερα, για πιθανή ενδοεπικοινωνία με τον Κυριάκο κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας. Τα δύο τα πέταξε ο Κυριάκος και τα άλλα δύο τα κράτησε για πιθανή χρήση» εξήγησε.

Ωστόσο, απέρριψε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό περί ύπαρξης τρομοκρατικής οργάνωσης, τονίζοντας ότι «ό,τι συνέβη, συνέβη μόνο εν γνώσει εμού και του Κυριάκου». Όπως τόνισε, δεν προκύπτουν τα απαιτούμενα στοιχεία, όπως δομή, διάρκεια και σχέδιο, που να στοιχειοθετούν μια τέτοια κατηγορία, κάνοντας λόγο για κατασκευή του κατηγορητηρίου από τις διωκτικές αρχές.

«Για εμάς η ανθρώπινη ζωή δεν ήταν ποτέ κάτι αδιάφορο»

Παράλληλα, δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις ζημιές που προκλήθηκαν στην πολυκατοικία, εκφράζοντας αίσθημα ευθύνης, παρότι όπως είπε δεν υπήρχε πρόθεση πρόκλησης βλάβης ή θέσης ανθρώπων σε κίνδυνο. Αντίθετα, σημείωσε ότι η αποφυγή παράπλευρων απωλειών αποτελεί βασική αρχή της αναρχικής ιδεολογίας. «Δεν θα το προσπεράσω αυτό, το θεωρώ ευαίσθητο και νιώθω αίσθημα ευθύνης, παρότι δεν υπήρχε πρόθεση. Για εμάς η ανθρώπινη ζωή δεν ήταν ποτέ κάτι αδιάφορο» είπε, ενώ σχολίασε πως το αίσθημα υποχρέωσης που αυτή νιώθει είναι πιο ουσιαστικό από τις δακρύβρεχτες δηλώσεις της κυβέρνησης που εργαλειοποίησε τον πόνο των ανθρώπων.

Αν ο Κυριάκος ήταν εδώ, πρώτος θα έβρισκε λύση για να βοηθήσουμε τους κατοίκους, γιατί η αλληλεγγύη είναι η κινητήριος δύναμη που μας παρακινεί σε δράση. Το κράτος με αφορμή την έκρηξη δεν έχασε χρόνο, άνοιξε μια βεντάλια διώξεων, ενώ εγώ ήμουν αναίσθητη με ένα διογκωμένο κατηγορητήριο» ανέφερε η Μαριάννα, ενώ αναφερόμενη στην άδική κράτηση των συγκατηγορουμένων της είπε πως δεν κατανοεί πώς από μια εξυπηρέτηση για εύρεση χώρου και μια σακούλα μπορούν να κρατηθούν 4 άτομα στη φυλακή. «Αυτό μπορεί να το λύσει μόνο η αντιτρομοκρατική υπηρεσία» σχολίασε, ενώ συνέχισε λέγοντας πως «η κατηγορούσα αρχή έλαβε κατευθείαν πολιτική θέση. Η νομοθετική εξουσία κάνει ξεκάθαρο ότι ο σκοπός της είναι να εξυπηρετεί το καθεστώς. Δεν είναι τυχαίο ότι όλη αυτή η αυστηρή νομοθεσία απευθύνεται στους πολιτικούς αντιπάλους του συστήματος, το οποίο η δικαστική εξουσία προστατεύει».

Έπειτα, η Μαριάννα αποφάσισε να «ανοίξει» το κεφάλαιο του νόμου 187Α , σημειώνοντας ότι το πιο ενδιαφέρον σημείο θα ήταν να εξεταστεί ο πυρήνας του άρθρου για τα εγκλήματα διακινδύνευσης, το οποίο είναι σκόπιμα διατυπωμένο με αυθαίρετο και ασαφή τρόπο. Όπως ανέφερε, δεν διώκεται μια συγκεκριμένη πράξη, αλλά ο κίνδυνος αυτός καθαυτός, «δηλαδή όχι τι έχει συμβεί, αλλά τι θα μπορούσε ενδεχομένως να συμβεί».

«Τι είναι τελικά τρομοκρατία;»

Έθεσε, έτσι, το ερώτημα ποιος θεωρείται τελικά τρομοκράτης και ποιος είναι αυτός που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή των άλλων, σημειώνοντας ότι το κράτος επιβάλλει τη δική του αφήγηση και κατασκευάζει τη δική του πραγματικότητα.

Τόνισε ότι αισθάνεται υποχρεωμένη, τόσο απέναντι σε όσους έχουν βρεθεί πριν από εκείνη σε αντίστοιχη θέση όσο και σε όσους θα βρεθούν στο μέλλον, να τεθούν αυτά τα ερωτήματα σε βάθος.

Όπως είπε, η τρομοκρατία συνδέεται και με τη δημιουργία φόβου και αισθήματος ανασφάλειας. Επισήμανε ότι πρέπει να εξεταστεί πώς αυτό παράγεται στην πράξη και ποιοι είναι οι παράγοντες που το προκαλούν. Προσέθεσε ότι οι πολιτικές επιλογές του κράτους, σε συνδυασμό με τις προτεραιότητες του κεφαλαίου, δημιουργούν συνθήκες διαρκούς επισφάλειας και διακινδύνευσης.

Αναφερόμενη στην περίοδο των μνημονίων, τη χαρακτήρισε ως σημείο καμπής, επισημαίνοντας ότι η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και η αποδυνάμωση των δομών προστασίας οδήγησαν μεγάλο μέρος της κοινωνίας σε συνθήκες ανασφάλειας. «Η μόνη τρομοκρατία είναι αυτή του Κράτους και του Κεφαλαίου» ανέφερε, και συνέχισε λέγοντας πως «οι συνθήκες στον Covid, οι συνθήκες στην εργασία, οι συνθήκες στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι αυτά που κάνουν τον κόσμο να φοβάται και να νιώθει ανασφάλεια. Ποιος τρομοκρατεί τον κόσμο; Αγωνιστές όπως εγώ κι ο Κυριάκος που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους ή το πολιτικό σύστημα; Στις πλημμύρες και στις φωτιές ποιοι έθεσαν τόσο κόσμο σε κίνδυνο και τον οδήγησαν στο θάνατο; Η ανυπαρξία του κράτους, όχι εγώ και ο Κυριάκος. Τρομοκράτες για μενα είναι ξεκάθαρο πως είναι το κράτος και οι δικαστές και όχι το αγωνιζόμενο κομμάτι της κοινωνίας». 

Παράλληλα, σημείωσε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου κυβερνητικά εγκλήματα έχουν, κατά την άποψή της, συγκαλυφθεί δικαστικά και παραμείνει ατιμώρητα, καθώς και αντίστοιχες περιπτώσεις παραβίασης του Συντάγματος.

Έπειτα, φανερά συναισθηματικά φορτισμένη και με δάκρυα στα μάτια, η Μαριάννα μίλησε για τον σύντροφό της, Κυριάκο Ξυμητήρη.

Υποστήριξε ότι, παρόλο που η υπόθεση φαίνεται εκ πρώτης όψεως κοινή, φέρει ένα ιδιαίτερο βάρος που δεν συναντάται σε άλλες περιπτώσεις: την απώλεια της ζωής του Κυριάκου. «Θεωρώ πως έχω το δικαίωμα να προστατεύσω τη μνήμη του», ανέφερε, και δήλωσε ότι επέλεξε να μιλήσει για εκείνον, ώστε να γίνει καλύτερα γνωστός και να υψώσει ένα είδος «τοίχου προστασίας» γύρω από το όνομά του.

Ανέφερε ότι ο Κυριάκος συμμετείχε ενεργά για χρόνια σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, επιλέγοντας συνειδητά να ζήσει μια ζωή με αποτύπωμα, σε αντίθεση με μια πιο «αθόρυβη» πορεία. Όπως είπε, ήταν παρών σε πολιτικές διαδικασίες και κινητοποιήσεις, ιδιαίτερα σε περιόδους όπου η κοινωνική ζωή βρισκόταν σε ένταση ή σύγκρουση, εκφράζοντας έμπρακτα την ταξική αλληλεγγύη.

Τόνισε ότι είχε επιλέξει να αντιμετωπίζει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς μέσα από τον αγώνα και όχι την απομόνωση, βρισκόμενος σταθερά «εκεί όπου χτυπούσε η καρδιά της σύγκρουσης». Περιέγραψε τη στάση του ως μια συνειδητή επιλογή ρίσκου, λέγοντας πως «πήρε βαθιά ανάσα για το δικό του μακροβούτι», επιδιώκοντας να ταράξει, όπως υποστήριξε, τα νερά μιας επιβαλλόμενης «ένοπλης ειρήνης».

Τέλος, αφού αφηγήθηκε με τρυφερότητα τα εφηβικά και νεανικά χρόνια του, τις συνήθειές του, τα όσα αγαπούσε, τις σπουδές του και τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, τον χαρακτήρισε ενωτικό και οξυδερκή, επισημαίνοντας ότι έγινε γρήγορα απαραίτητος στον χώρο όπου δραστηριοποιούνταν, καθώς ήταν πάντα παρών για όποιον και όποια τον χρειαζόταν και είχε βρει τον σκοπό του, τον ρόλο του και τον τρόπο με τον οποίο ήθελε να συνεισφέρει.

«Για να μη συνηθίσεις τον θάνατο, μάχεσαι»

 Έπειτα, μίλησε για τη δική της πορεία:

«Ανήκω στη γενιά του Αλέξη, των μνημονίων, των Τεμπών, της γενοκτονίας στην Παλαιστίνη, της Ζακ, του Λάμπρου Φούντα, των 850 ευρώ, της Πύλου, του Λιγνάδη, της Γρίβα. Κατάλαβα ότι τα πράγματα κερδίζονται στον δρόμο, από το να κάνεις ό,τι περνά από το χέρι σου για να αλλάξει η συνθήκη. Διένυσα χιλιόμετρα με τον Κυριάκο, να μοιραζόμαστε σκέψεις και όνειρα.
Έζησα και αγωνίστηκα σε δύο πόλεις, την Αθήνα και το Βερολίνο. Παλέψαμε για το ανέφικτο: τη δικαιοσύνη. Αντιστεκόμαστε με συμμετοχή, με βία απέναντι στην κρατική βία. Δώσαμε αγώνες στους οποίους ήμασταν μαζί και οι δύο. Για να μη συνηθίσεις τον θάνατο, μάχεσαι»

Συμπλήρωσε πως έχει κατανοήσει τον ρόλο του νομικού πλαισίου, «που άλλες φορές είναι αμείλικτο και άλλες φορές συγκαλύπτει», ενώ υποστήριξε πως «δεν μένει παρά να αγωνιστείς για τη βελτίωση των συνθηκών, έστω και βραχυπρόθεσμα». Ειδική αναφορά έκανε στην περιοχή των Εξαρχείων, όπου διέμεναν και σύχναζαν, μιλώντας για τον εξευγενισμό της προς όφελος του οικονομικού κεφαλαίου, την έντονη παρουσία των ΜΑΤ, τα Airbnb, τα καταστήματα με τις υψηλές τιμές που απευθύνονται στους τουρίστες.
«Αγωνιστήκαμε για να μείνει γειτονιά αγώνα» ανέφερε, ενώ συμπλήρωσε πως «η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδικία προχωρά πάντα οπλισμένη. Δεν νιώθω ενοχή ούτε κατηγορούμενη, γιατί έκανα αυτό που θεωρούσα σωστό και δίκαιο. Όσοι διαλέγουν αυτόν τον δρόμο κουβαλούν τη μνήμη όλων όσων τον διένυσαν. Το δίκαιο δεν είναι αξιολογικά ουδέτερο».

Σημείωσε ότι το πολιτικό έγκλημα αποτελεί «γνήσιο τέκνο της επανάστασης και του διαφωτισμού», επισημαίνοντας ότι η εξουσία και το εκάστοτε πολιτικό πλαίσιο είναι αυτά που καθορίζουν τι θεωρείται νόμιμο και αποδεκτό.

Αναφέρθηκε σε πρόσωπα της Γαλλικής και της Ελληνικής Επανάστασης, σημειώνοντας ότι είχαν χαρακτηριστεί τρομοκράτες στην εποχή τους, ενώ σήμερα αναγνωρίζονται ως ήρωες. Τόνισε ότι το πολιτικό έγκλημα ερμηνεύεται ανάλογα με το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο, καθώς και με τη συγκυρία και την πολιτική σταθερότητα κάθε περιόδου.

Υπογράμμισε ότι το ελληνικό κράτος γεννήθηκε μέσα από ένοπλη επανάσταση, αλλά στη συνέχεια επιβίωσε ποινικοποιώντας την, προσθέτοντας ότι «σημασία δεν έχει η πράξη, αλλά το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα».

Στο ίδιο πλαίσιο, ανέφερε ότι «την ιστορία τη γράφουν οι νικητές», εξηγώντας πως, όπως είπε, αν κάποιος νικήσει θεωρείται ήρωας, ενώ αν ηττηθεί χαρακτηρίζεται εγκληματίας ή τρομοκράτης. Έφερε ως παραδείγματα την Ελληνική Επανάσταση του 1821, την Εθνική Αντίσταση και τον Αντιδικτατορικό Αγώνα.

Παράλληλα, σημείωσε ότι η μνήμη δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά κοινωνικά δομημένη διαδικασία και ανέφερε ότι ο Κυριάκος έχει καταγραφεί ως ένας ολοκληρωμένος κοινωνικός αγωνιστής, καθώς ακόμη και άνθρωποι που επλήγησαν δεν εκφράστηκαν αρνητικά ούτε για την ίδια ούτε για τον Κυριάκο. Τόνισε, όμως, ότι όταν μια πράξη χαρακτηρίζεται ως έγκλημα, η κοινωνική συνείδηση δυσκολεύεται να την αποποινικοποιήσει και πως η κοινωνία έχει μάθει να αντιμετωπίζει τη δική της βία ως παράνομη, ενώ την κρατική βία ως νόμιμη.

Μίλησε για μια κοινωνία που αυτολογοκρίνεται και αποφεύγει τη μνήμη, επισημαίνοντας ότι η ιστορία δεν κρίνεται σε μία μόνο μάχη. Όπως είπε, ακόμη και η ίδια η μνήμη αποτελεί ένα διαρκές διακύβευμα, καθώς η διατήρησή της κρατά ζωντανό ένα κίνημα. Κατέληξε ότι η μάχη για τη διατήρηση της μνήμης είναι αυτή που κρατά τον αγώνα ζωντανό, έτοιμο για νέες συγκρούσεις και διατηρώντας τον αιχμηρό χαρακτήρα του.

Κλείνοντας, ανακεφαλαίωσε σύντομα και καθαρά τα όσα είχε πει προηγουμένως, βάζοντας τα συμπεράσματα που προκύπτουν σε τάξη, ώστε να είναι σαφή. Διασαφήνισε για ακόμη μια φορά ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε πρόθεση πρόκλησης φθορών ή ταλαιπωρίας σε κατοίκους, τονίζοντας ωστόσο ότι θα φέρει το ηθικό βάρος των συνεπειών για το υπόλοιπο της ζωής της.

Δήλωσε ξανά ότι αρνείται το κατηγορητήριο στο σύνολό του, επισημαίνοντας πως δεν προκύπτει ύπαρξη τρομοκρατικής οργάνωσης, καθώς δεν πληρούνται οι βασικές προϋποθέσεις, όπως η απαιτούμενη διάρκεια, η δομή και η συνέχεια δράσης. Όπως ανέφερε, η κατοχή των κλειδιών διήρκεσε μόλις δέκα ημέρες, στοιχείο που δεν μπορεί να υποστηρίξει διάρκεια.

Υποστήριξε ακόμη ότι το κατηγορητήριο περιέχει αντιφάσεις και επιχειρήματα που παραβιάζουν την κοινή λογική, προσθέτοντας ότι η μόνη εξατομίκευση που επιχειρείται αφορά τα βιογραφικά στοιχεία των κατηγορουμένων.

Αναφερόμενη στην κατηγορία για τρομοκρατική οργάνωση, σημείωσε ότι αυτή προϋποθέτει συγκεκριμένη δομή, ρόλους και εξειδικευμένες λειτουργίες, υπογραμμίζοντας ότι δεν προκύπτουν τέτοια χαρακτηριστικά, ενώ τόνισε ότι οι τέσσερις συγκατηγορούμενοί της δεν έχουν σχέση με την υπόθεση, ούτε προκύπτει, κατά τη γνώμη της, σε βάρος τους ποινική επιβάρυνση από τα στοιχεία της δικογραφίας και πως η ύπαρξη οργάνωσης δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ως απλό άθροισμα προσώπων, αλλά απαιτεί σύνδεση, συνοχή και κοινές στοχεύσεις, τα οποία δεν προκύπτουν.

Αναφέρθηκε, επίσης, στην κατηγορία περί ενδεχόμενου δόλου, επισημαίνοντας ότι αυτός προϋποθέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν. Όπως είπε, «ο ενδεχόμενος δόλος προϋποθέτει γνώση και αποδοχή», κάτι που, κατά την ίδια, δεν υπήρξε, καθώς «δεν υπήρχε καν το βουλητικό στοιχείο».

«Τίποτα δεν έχει τελειώσει, όλα συνεχίζονται»

Τόνισε ότι η διάκριση μεταξύ ενδεχόμενου δόλου και αμέλειας είναι «δυσδιάκριτη», αλλά υπάρχουν κριτήρια που βοηθούν στη διάκριση, «όπως η αυτοδιακινδύνευση», ενώ αναφερόμενη στην πραγματογνωμοσύνη, σημείωσε ότι «δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα στοιχεία», προσθέτοντας ότι «υπάρχουν αντιφάσεις που πρέπει να αναδειχθούν».

Σε πολιτικό επίπεδο, υποστήριξε ότι «στόχος της εξουσίας είναι να ξεριζώσει την αντίσταση από τη συλλογική μνήμη». Παράλληλα, επεσήμανε ότι η σκληρή αντιμετώπιση της υπόθεσης δείχνει πως το κράτος δεν αντιμετωπίζει τους αγώνες αυτούς απλώς ως «γραφικούς», αλλά ως «έναν πραγματικό πολιτικό αντίπαλο, επικίνδυνο και αναγνωρίσιμο», παρά το γεγονός ότι συχνά υιοθετεί ένα αφήγημα σχετικά με το ότι οι αναρχικοί είναι γραφικοί και ουτοπιστές. 

Όπως ανέφερε, αυτή η στάση συνδέεται με την προσπάθεια διατήρησης μιας «εικόνας παντοδυναμίας», η οποία όμως «κρύβει φόβο και ανασφάλεια». «Τίποτα δεν έχει τελειώσει, όλα συνεχίζονται», είπε χαρακτηριστικά.

 «Φαντασία, αισιοδοξία και ρίσκο»

Μιλώντας για τον Κυριάκο, τον περιέγραψε με την αγαπημένη του φράση: «φαντασία, αισιοδοξία και ρίσκο», σημειώνοντας ότι αυτός, πράγματι, είναι «ο πιο εύστοχος τρόπος να τον περιγράψει κανείς».

Υπογράμμισε ότι «η απώλειά του είναι το μεγαλύτερο τίμημα» για την ίδια, προσθέτοντας ότι «αυτό είναι το τίμημα του να είσαι με έναν επαναστάτη και έναν υπέροχο άνθρωπο». Κατέληξε λέγοντας ότι «η επιλογή του είχε αυτοτελή αξία», τονίζοντας πως «έχασε τη ζωή του όπως ήθελε, μαχόμενος και επαναστατημένος».

Τέλος, η Μαριάννα έκλεισε την απολογία της διαβάζοντας ένα ποίημα Ρώσου αναρχικού ποιητή, με τις τελευταίες φράσεις να προκαλούν δάκρυα συγκίνησης τόσο στην ίδια, όσο και στο ακροατήριο, το οποίο την χειροκρότησε θερμά :

« … Αν ηττηθούμε, άλλοι άνθρωποι, εντελώς διαφορετικοί από εμάς, εντελώς οι ίδιοι με εμάς, θα κατέβουν ένα βράδυ σαν και αυτό σε τούτη την ράμπλα, σε δέκα, σε είκοσι χρόνια, αυτό δεν έχει πραγματικά σημασία, με τη σκέψη τους στην ίδια κατάκτηση θα σκεφτούν ίσως το δικό μας αίμα. Νομίζω πως ήδη τους βλέπω και σκέφτομαι και το δικό τους αίμα, που κι αυτό θα κυλήσει. Αλλά θα την πάρουν την πόλη σύντροφοι! ».

Η δίκη διεκόπη για μισή ώρα, ώστε να περάσει στη διαδικασία των ερωτήσεων του προεδρείου. Κατά τη διάρκεια αυτής, υπήρξαν έντονες εντάσεις μεταξύ των παρευρισκόμενων αλληλέγγυων και της διμοιρίας της αστυνομίας που βρισκόταν έξω από τη δικαστική αίθουσα, καθώς στα άτομα που έβγαιναν στιγμιαία εκτός του αστυνομικού κλοιού που είχε σχηματιστεί δεν επιτρεπόταν από την αστυνομία η εκ νέου είσοδός τους.

Πριν την έναρξη του δεύτερου μισού της δίκης, επετράπη, μετά από παρακλήσεις, από την αστυνομία, η είσοδος της μητέρας και του πατέρα του Κυριάκου Ξυμητήρη στον χώρο των εδωλίων των κατηγορουμένων, οι οποίοι αγκάλιασαν τη σύντροφο του γιου τους Μαριάννα, αλλά και τη Δήμητρα.

Ερωτήσεις Προεδρείου

Η συνέχεια της διαδικασίας περιλάμβανε ερωτήσεις από την έδρα προς την κατηγορούμενη. Τις ερωτήσεις ξεκίνησε ο Πρόεδρος, και συνέχισε η Εισαγγελέας.

Η διαδικασία στράφηκε από νωρίς στη διερεύνηση του διαμερίσματος και στον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η πρόσβαση σε αυτό. Ο πρόεδρος ρώτησε αρχικά τη Μαριάννα για το πότε ήρθε για πρώτη φορά σε επικοινωνία με τη Δήμητρα Ζαραφέτα για το διαμέρισμα.

«Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2024», απάντησε η κατηγορούμενη, διευκρινίζοντας ότι δεν υπήρχε κάποια προσωπική σχέση με τον ιδιοκτήτη και ότι η επαφή έγινε μέσω της Δήμητρας και αποκλειστικά στο πλαίσιο αναζήτησης χώρου.

Η έδρα ρώτησε αν γνώριζε από πριν τη χρήση που επρόκειτο να γίνει ή αν αυτό προέκυψε στην πορεία. Εκείνη απάντησε ότι «δεν υπήρχε εξαρχής συγκεκριμένη εικόνα», ενώ ανέφερε πως γνώριζε τον γενικό σκοπό, τον οποίο ενέταξε στο πλαίσιο του ένοπλου αγώνα.

Σε επόμενη ερώτηση για το γιατί δεν ενημέρωσε τη Δ. Ζαραφέτα για τον πραγματικό λόγο της αναζήτησης, είπε πως αν και πρόκειται για φίλη της και άνθρωπο του ίδιου χώρου, η απόφαση να μη δοθούν λεπτομέρειες είχε να κάνει με την προσπάθεια προστασίας της, αφού η καταστολή δημιουργεί έναν ασφυκτικό κλοιό και κανείς δεν μπορεί να ξέρει πώς θα διαχειριστεί τέτοιες πληροφορίες.

Σε ερωτήσεις της έδρας για τον χρόνο παραλαβής των κλειδιών και τη χρήση του διαμερίσματος, ανέφερε ότι τα κλειδιά παραλήφθηκαν στις 22 του μήνα, ενώ είχε προηγηθεί σχετική συνεννόηση με την ιδιοκτήτρια μέσω τρίτου προσώπου. Όταν της επισημάνθηκε ότι σε άλλο σημείο είχε αναφερθεί σε πρώτη επίσκεψη στις 31 Οκτωβρίου, απέδωσε τη διαφοροποίηση στο γεγονός ότι εκείνη την περίοδο δεν είχε ακόμη οριστικοποιηθεί η αγορά της εκρηκτικής ύλης, οπότε διασφάλισε ένα δεκαήμερο κατοχής του διαμερίσματος, μέσα στο οποίο θα υπήρχε ο χρόνος για αγορά της ύλης.

Η συζήτηση, στη συνέχεια, επικεντρώθηκε στα κινητά καρτοτηλέφωνα που βρέθηκαν σε ονόματα αλλοδαπών, με την έδρα να ρωτά γιατί επιλέχθηκε η χρήση τηλεφώνου αντί για άλλους τρόπους επικοινωνίας. Η κατηγορούμενη απάντησε ότι η επιλογή σχετιζόταν με ζητήματα «ψηφιακής ανωνυμίας». Σε επόμενη ερώτηση για τον λόγο παράδοσης της συσκευής στη Δήμητρα, ανέφερε ότι αυτό έγινε επειδή δεν είχε κάρτα SIM διαθέσιμη.

Σχετικά με τα ευρήματα των μη χρησιμοποιημένων όπλων, η κατηγορούμενη δήλωσε ότι τα είχε μεταφέρει σε μεγάλη σακούλα, η οποία περιείχε μικρότερες σακούλες μέσα στις οποίες βρίσκονταν τα όπλα, σημειώνοντας ότι προορίζονταν για λόγους αυτοάμυνας και εκφοβισμού σε περίπτωση ανάγκης, ενώ αρνήθηκε ότι είχε εκπαιδευτεί στη χρήση τους.

Σε ερωτήσεις για τις συνθήκες στο διαμέρισμα κατά τον χρόνο της έκρηξης, περιέγραψε ότι ο Κυριάκος είχε στην κατοχή του σακούλα με εκρηκτική ύλη, ενώ στο τραπέζι υπήρχαν ορισμένα υλικά, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει πλήρη εικόνα για τη χρήση ή τη λειτουργία τους.

Όταν η έδρα ζήτησε διευκρινίσεις για το αν επρόκειτο για έτοιμο μηχανισμό ή επιμέρους υλικά, απάντησε ότι δεν μπορεί να το προσδιορίσει και ότι, κατά την άποψή της, θα ήταν αναγκαία η συνδρομή πραγματογνώμονα.

«Αν βγάλεις από τον χώρο τα πράγματα μπορείς να δώσεις ό,τι περιεχόμενο θέλεις»

Η διαδικασία συνεχίστηκε με αναφορές σε ευρήματα στη μόνιμη κατοικία του ζευγαριού, στην οδό Σκυλίτση των Εξαρχείων, όπως μάσκες, περούκες και επιπλέον κινητά τηλέφωνα. «Αν βγάλεις από τον χώρο τα πράγματα μπορείς να δώσεις ό,τι περιεχόμενο θέλεις. Εμείς αυτά τα πράγματα τα είχαμε σε τσάντα με αποκριάτικα. Οι ειδήσεις έδειξαν μόνο μια τρομακτική μάσκα. Άλλο να βλέπεις μόνη της μια τρομακτική μάσκα και άλλο σε ένα αποκριάτικο μαγαζί ή σε μια σακούλα με αποκριάτικα» σχολίασε η Μαριάννα. Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι τα αντικείμενα αυτά είχαν αποκτηθεί για διαφορετικές χρήσεις ή δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ επανέλαβε ότι τα κινητά αγοράστηκαν για λόγους ανωνυμίας και πιθανής ανάγκης επικοινωνίας.

Σε ερώτηση για τα αντικλείδια του διαμερίσματος, απάντησε ότι εκδόθηκαν για πρακτικούς λόγους πρόσβασης, καθώς την περίοδο εκείνη δεν είχε ακόμη οριστικοποιηθεί η απόκτηση της εκρηκτικής ύλης από τον Κυριάκο.

Σε ερώτηση για το τι ακριβώς είδε να κάνει ο Κυριάκος πριν από το περιστατικό, η κατηγορούμενη απάντησε ότι τον είδε να έχει πάρει μια σακούλα με την εκρηκτική ύλη. Όταν της ζητήθηκε να διευκρινίσει τι υπήρχε μπροστά του εκείνη τη στιγμή, ανέφερε ότι το τραπέζι ήταν άδειο και δεν υπήρχαν πάνω καλώδια, πυροκροτητές ή άλλα υλικά.

Στην παρατήρηση της έδρας ότι σε άλλα σημεία είχαν αναφερθεί καλώδια και διακόπτες, απάντησε ότι υπήρχαν κάποια ηλεκτρολογικά υλικά, χωρίς όμως να μπορεί να επιβεβαιώσει αν είχαν ήδη τοποθετηθεί ή παραμείνει μέσα στη σακούλα μεταφοράς. Επανέλαβε ότι, κατά την αντίληψή της, στο τραπέζι υπήρχε μόνο η εκρηκτική ύλη που είχε αγοραστεί λίγο πριν.

Όταν ρωτήθηκε αν ο Κυριάκος γνώριζε πώς να κατασκευάσει εκρηκτικό μηχανισμό, απάντησε ότι δεν μπορεί να το γνωρίζει με βεβαιότητα, σημειώνοντας ότι πρόκειται για υλικό που είχε αποκτηθεί εκείνη την περίοδο. Σε ερώτηση αν επρόκειτο για έτοιμο πακέτο ή μεμονωμένα υλικά, επανέλαβε ότι επρόκειτο για την εκρηκτική ύλη όπως είχε αγοραστεί.

Η έδρα έθεσε το ενδεχόμενο εσφαλμένου χειρισμού ή ακατάλληλου υλικού, τα οποία αναφέρονται στη δικογραφία, με την κατηγορούμενη να απαντά ότι δεν μπορεί να το κρίνει και ότι  θα έπρεπε να έχει κληθεί πραγματογνώμονας για να εξετάσει τα δεδομένα.

Σε επόμενη ερώτηση για το αν ήταν η πρώτη φορά που ο Κυριάκος είχε έρθει σε επαφή με τέτοιου είδους υλικά κι αν ήξερε πού να τα αναζητήσει, απάντησε ότι δεν γνωρίζει να είχε προηγούμενη εμπειρία, προσθέτοντας ότι «κάπως είχε καταφέρει να βρει μια άκρη», χωρίς να μπορεί να δώσει περαιτέρω στοιχεία.

Όταν η έδρα ρώτησε για τις εναπομείνασες συσκευές, απάντησε ότι εκτιμά πως δεν χρησιμοποιήθηκαν περαιτέρω και ότι δεν γνωρίζει πού βρίσκονται. Σε ερώτηση αν είχαν παραχωρηθεί σε τρίτους, το αρνήθηκε.

Η διαδικασία προχώρησε και σε ερωτήσεις σχετικά με τον χώρο της Αρκαδίας και τη φύση του διαμερίσματος, καθώς και για τη μεταφορά και αποθήκευση αντικειμένων. Η κατηγορούμενη περιέγραψε ότι τα όπλα βρίσκονταν μέσα σε σακούλες μαζί με άλλα αντικείμενα και ότι η πρόθεση ήταν να καθαριστούν, κάτι που όμως δεν ολοκληρώθηκε.

Κατά την εξέταση από την εισαγγελέα, η διαδικασία επικεντρώθηκε στον τρόπο χρήσης του διαμερίσματος, στον σκοπό της επεξεργασίας υλικών και στις συνθήκες υπό τις οποίες ελήφθησαν οι σχετικές αποφάσεις.

Σε ερώτηση για το τι εννοεί με τον όρο «επεξεργασία», η κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν μπορεί να τον προσδιορίσει με ακρίβεια. Όταν ρωτήθηκε πού θα κατέληγε το υλικό, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει, προσθέτοντας ότι δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί κάποια ενέργεια εκείνη την ημέρα.

Στην παρατήρηση ότι ούτε ο πραγματογνώμονας ούτε η ίδια έχουν σαφή εικόνα για το αν επρόκειτο για έτοιμο υλικό ή όχι, απάντησε ότι αυτό παραμένει ασαφές.

Η συζήτηση στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην επιλογή του διαμερίσματος και τη Δήμητρα Ζαραφέτα. Η κατηγορούμενη ρωτήθηκε γιατί απευθύνθηκε σε εκείνη, απαντώντας ότι είχε κάνει ήδη αναζητήσεις και με άλλα πρόσωπα, χωρίς όμως να έχει βρει χώρο, σημειώνοντας ότι επρόκειτο απλώς για διαδικασία εύρεσης διαμερίσματος.

Όταν της ζητήθηκαν διευκρινίσει για τον λόγο που δεν έγινε η επεξεργασία στο δικό της σπίτι, ανέφερε ότι ένας από τους λόγους ήταν ότι υπήρχε κατοικίδιο και ότι η διαρρύθμιση του χώρου δεν θα επέτρεπε τη διαδικασία.

Η εισαγγελέας τη ρώτησε πότε πληροφορήθηκε ότι ο Κυριάκος είχε αποφασίσει να εισέλθει στον ένοπλο αγώνα. Η κατηγορούμενη απάντησε ότι πρόκειται για διαδικασία που είχε συζητηθεί σε βάθος χρόνου και όχι για απόφαση που ελήφθη σε μία στιγμή. Όπως ανέφερε, η σχετική κατεύθυνση είχε αρχίσει να διαμορφώνεται «κάποιους μήνες πριν», πιθανότατα από το καλοκαίρι. Σε ερώτηση αν είχε γνώση της συγκεκριμένης επιλογής, απάντησε ότι οι συζητήσεις για την πολιτική κατάσταση και τις διεθνείς εξελίξεις ήταν συνεχείς και ότι η διαδικασία δεν ήταν στιγμιαία.

Όταν ρωτήθηκε για τον σκοπό της επιλογής αυτής, απάντησε ότι, κατά την αντίληψή της, «εντασσόταν στο πλαίσιο ενός επαναστατικού στόχου μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον».

Ο εισαγγελέας επανήλθε στο ζήτημα της συνδρομής της και ζήτησε να διευκρινίσει τον ρόλο της. Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι η συμμετοχή της περιοριζόταν σε πρακτικά ζητήματα που αφορούσαν τη συγκεκριμένη ημερομηνία, σημειώνοντας ότι δεν υπήρχε γενικότερη συμφωνία ή οργανωμένη συστηματική δράση.

Η συζήτηση στράφηκε έπειτα στο ζήτημα του ρίσκου του Κυριάκου. Η κατηγορούμενη κλήθηκε να το περιγράψει, σημειώνοντας ότι αυτό μπορεί να περιλαμβάνει συλλήψεις, στοχοποίηση, παρανομία ή ακόμη και απώλεια ζωής.

Σε υποθετική ερώτηση για την τύχη των όπλων μετά την αποχώρηση από το διαμέρισμα, απάντησε ότι δεν επιθυμεί να απαντήσει σε υποθετικά σενάρια, ενώ σε επόμενη ερώτηση, αναφέρθηκε στις επιπτώσεις για τους κατοίκους της πολυκατοικίας και στις σχετικές παρεμβάσεις υπέρ της κατηγορίας. Η κατηγορούμενη δήλωσε ότι αντιλαμβάνεται τα προβλήματα της καθημερινότητας των ανθρώπων και ότι δεν έχει καμία αντιπαράθεση με τους κατοίκους.

Όπως είπε, «δεν έχω να χωρίσω τίποτα με αυτούς τους ανθρώπους», σημειώνοντας ότι αντιλαμβάνεται τις ανάγκες τους και ότι ο αγώνας που περιγράφει αφορά, κατά την ίδια, κοινωνικά στρώματα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, για τα οποία νιώθει αλληλεγγύη.

Κλείνοντας, ανέφερε ότι παραμένει στη θέση της ως προς την πολιτική της τοποθέτηση και ότι εξακολουθεί να στηρίζει τον Κυριάκο, υπογραμμίζοντας ότι θεωρεί πως οι ενέργειες δεν στρέφονταν εναντίον των κατοίκων.

Η δίκη θα συνεχιστεί αύριο, 17/4/2026, με την απολογία της Δήμητρας Ζαραφέτα.