Ν. Ρωμανός: «Θα ήταν πιο ειλικρινές να μου πουν ότι θα φυλακιστώ επειδή το κράτος δεν με συμπαθεί»
Ρεπορτάζ: Σύνθια Μπούσιου
Δήμητρα: «Η Αντιτρομοκρατική παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας, μετατρέποντας την αρχή «όλοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου» σε «όλοι οι αγωνιστές είναι ένοχοι».
Πρώτη ξεκίνησε με την απολογία της η Δήμητρα Ζαραφέτα. «Η δίωξή μου έχει να κάνει καθαρά με την πολιτική μου ταυτότητα και επειδή υπερασπίστηκα προσωπικές και συντροφικές σχέσεις. Το αφήγημα δεν στηρίχτηκε πάνω σε στοιχεία, αλλά σε ακροβασίες που με χαρακτήριζαν ως εν δυνάμει τρομοκράτισσα» ανέφερε στην έναρξη της απολογίας της, ενώ στη συνέχεια σχολίασε ως παράδοξο το γεγονός ότι το κατηγορητήριο στηρίχτηκε στις σπουδές της ως ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Πολυτεχνείο, ώστε να αιτιολογήσει το γνωστικό υπόβαθρο για την κατασκευή βόμβας.
«Βαραίνει μια απώλεια», συνέχισε, «αυτή του αναρχικού Κυριάκου Ξυμητήρη. Οι σκέψεις του και τα όνειρά του δεν είναι υλικό δικαστικής κρίσης. Η σπίλωση της μνήμης του συντρόφου είναι απαράδεκτη». Στη συνέχεια, δήλωσε πως αρνείται να απομονωθεί πολιτικά και να εξοντωθεί. «Το αν η Αντιτρομοκρατική καταφέρει να επιβάλει το αφήγημά της είναι στα δικά σας χέρια» είπε απευθυνόμενη στο προεδρείο. «Η Αντιτρομοκρατική, μέσα σε μία νύχτα, κατασκεύασε και συνέταξε ένα βαρύ κατηγορητήριο που επισύρει έως και 25 χρόνια εγκλεισμού, με μοναδικό “στοιχείο” τα κλειδιά μαζί με τον σύντροφό μου Δημήτρη» συμπλήρωσε.
Κάνοντας αναδρομή στο περιεχόμενο και τα γεγονότα της υπόθεσης, ανέφερε ότι ήρθε στην Ελλάδα για να διευκρινίσει τη σχέση της με την υπόθεση, καθώς έμαθε πως η Μ. Μανουρά έδινε μάχη για τη ζωή της και ότι ο Κυριάκος ήταν νεκρός. Προσέθεσε πως κάποιοι από τους κατηγορούμενους δεν γνωρίζονται καθόλου μεταξύ τους και παρ’ όλα αυτά κατηγορούνται με το άρθρο 187Α. Τόνισε ότι δεν σχεδιαζόταν να γίνει η έκρηξη, επικαλούμενη το γεγονός ότι η αναρχική ιδεολογία απορρίπτει τις παράπλευρες απώλειες, και ότι, ενώ αυτό ήταν γνωστό, αποδόθηκε αυθαίρετα πρόθεση.
Ακόμη, χαρακτήρισε τον νόμο ως ασαφή, υποστηρίζοντας ότι δεν αφορά μόνο πράξεις αλλά και προθέσεις, χωρίς να εξηγεί το «γιατί», γεγονός που αποδεικνύει τον πολιτικό χαρακτήρα της υπόθεσης. Πρόσθεσε ότι η ασάφεια του άρθρου 187Α διευκολύνει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς να προχωρούν σε μαζικές διώξεις, ενώ οδηγεί τους δικαστές σε υποκειμενικές εκτιμήσεις, ενώ έκανε λόγο για ένα καθεστώς γενικευμένης εξαίρεσης, ένα παράλληλο σύστημα στο οποίο ο «εσωτερικός εχθρός» αντιμετωπίζεται με όλα τα μέσα.
Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι κατηγορείται για συμμετοχή με άγνωστο όνομα και άγνωστη δράση, επισημαίνοντας ότι οι σχετικές κατηγορίες καταρρέουν λόγω έλλειψης στοιχειοθέτησης. Στάθηκε ιδιαίτερα στην κατηγορία της κατασκευής εκρηκτικού μηχανισμού, τονίζοντας ότι, με τέτοια λογική, κάθε απόφοιτος Πολυτεχνείου θα μπορούσε να θεωρηθεί εν δυνάμει τρομοκράτης. Χαρακτήρισε το άρθρο 187Α ως έναν νόμο που λειτουργεί με «μορφή επιδημίας», και κατηγόρησε την Αντιτρομοκρατική ότι παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας, μετατρέποντας την αρχή «όλοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου» σε «όλοι οι αγωνιστές είναι ένοχοι».
Δήλωσε ότι επέστρεψε αυτοβούλως στην Ελλάδα, θεωρώντας πως αυτό αποδεικνύει ότι δεν επιχείρησε να διαφύγει και δεν είναι ένοχη. Υποστήριξε επίσης ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η προστασία της καταστρατηγούνται, αναφερόμενη και σε διαρροές προσωπικών δεδομένων, όπως φωτογραφίες της και στοιχεία της οικογένειάς της, με πρόσχημα τη δημόσια ασφάλεια.
Η Δήμητρα στη συνέχεια προσέθεσε πως «θέλουν να σιωπήσουν αυτό που ποτέ δε θα καταφέρουν να κερδίσουν – το πάθος για τη λευτεριά. Το σύστημα τρέμει όταν η ουτοπία θα γίνει πραγματικότητα, που η σπίθα θα γίνει ανατροπή». Έκανε έπειτα λόγο για συνεχή αυστηροποίηση απέναντι σε όσους επιλέγουν να ζουν «εμπράκτως» και όχι απλώς να επιβιώνουν, σημειώνοντας ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με διογκωμένα κατηγορητήρια που θα την οδηγήσουν σε υπερπλήρεις φυλακές. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις γυναίκες κρατούμενες, τις οποίες περιέγραψε ως άτομα κοινωνικά περιθωριοποιημένα, στα όρια της φτώχειας, κακοποιημένες ή τοξικοεξαρτημένες, τονίζοντας ότι το σωφρονιστικό σύστημα λειτουργεί εκδικητικά και «απανθρωποποιητικά».
Κατήγγειλε ότι η φυλάκισή της εξυπηρετεί την ανάγκη κατασκευής ενός «αόρατου εχθρού» και ότι δεν είναι η μόνη, αλλά μία από τους δεκάδες αγωνιστές και τις δεκάδες αγωνίστριες που διώκονται όχι για πράξεις, αλλά για τις ιδέες και τη στάση τους απέναντι στην εξουσία. Τόνισε ότι όποιος αγωνίζεται θα έρθει αντιμέτωπος με ένα καθεστώς «μηδενικής ανοχής», όπου η νομιμότητα παραμερίζεται όταν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κράτους. Συνέδεσε την υπόθεσή της με ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής αδικίας, αναφέροντας φαινόμενα όπως η φτώχεια, τα σκάνδαλα, η πατριαρχική βία και η καταστολή, τα οποία, όπως είπε, αποτελούν εκφράσεις μιας κοινωνίας που αναπαράγεται μέσω εξουσίας και φόβου. «Τρομοκρατία δεν είναι να ζεις σε έναν τέτοιο κόσμο; Είναι φυσιολογικό να ζούμε έτσι, να μη μπορεί καμία να ονειρευτεί ότι μπορούμε να μη ζήσουμε έτσι; Τελικά όμως τρομοκράτες εμείς βαφτιστήκαμε» σημείωσε.
Στη συνέχεια περιέγραψε τα περιστατικά, αναφέροντας ότι, ενώ βρισκόταν στην Ελβετία, έλαβε μήνυμα από τη Μαριάννα σχετικά με την ανάγκη εύρεσης χώρου για τη φιλοξενία φίλων από το εξωτερικό και της φάνηκε λογικό λόγω της αύξησης των τιμών των καταλυμάτων. Εξήγησε ότι έχει φιλοξενήσει και η ίδια στο παρελθόν φίλους ή φίλους φίλων και ότι μίλησε με τον Στέφανο για τη χρήση του σπιτιού. Ανέφερε ότι ήρθε στην Ελλάδα και διέμενε στο σπίτι του Δημήτρη, ενώ παρέλαβε τα κλειδιά και το κινητό τηλέφωνο για πρακτικούς λόγους επικοινωνίας. Υποστήριξε ότι μετέφερε τα κλειδιά και βοήθησε τη μητέρα του Στέφανου στην αναζήτηση τυχόν λογαριασμών που ίσως βρίσκονταν στο διαμέρισμα, χωρίς να έχει γνώση οποιασδήποτε παράνομης δραστηριότητας.
Περιέγραψε ότι την ημέρα της έκρηξης βρισκόταν εκτός Ελλάδας λόγω του διδακτορικού της και πληροφορήθηκε το περιστατικό από τα μέσα ενημέρωσης, ενώ υπήρχε και μια πληροφορία για έναν νεκρό άντρα 65 χρονών. Δήλωσε ότι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και ότι, κατά την επιστροφή της, συνελήφθη από μεγάλο αριθμό αστυνομικών της Αντιτρομοκρατικής, που την περίμεναν έξω από το αεροπλάνο. «Για εμένα βρέθηκαν 100 οχήματα, για την Κυριακή Γρίβα ούτε ένα» σχολίασε.
«Αρνούμαι να θαφτώ στο τσιμέντο των φυλακών»
Έπειτα, φανερά συγκινημένη, αναφέρθηκε στον Κυριάκο Ξυμητήρη: «Έτσι, την υπόθεσή μας βαραίνει ένα φορτίο σημαντικότερο από οποιοδήποτε σενάριο, η απώλεια του συντρόφου Κυριάκου. Η συντρόφισσα Μαριάννα Μανουρά υπερασπίστηκε με αξιοπρέπεια τη μνήμη του με την παρουσία της, δεν αρνήθηκε τις πολίτικες της επιλογές και απέναντι σε αυτή τη πίεση στάθηκε όρθια θα στέκομαι στο πλευρό της. Κανένας κατασταλτικός μηχανισμός δε θα απομονώσει τη μια από την άλλη. Ο σύντροφος Κυριάκος βρίσκεται τώρα διπλά σε όλες και όλους όσες και όσους έπεσαν μαχόμενες και μαχόμενοι. Κανένα καθεστώς δεν εγκαταλείπει τα προνομία του οικειοθελώς , η αντίσταση είναι ο μόνος τρόπος. Ο αγώνας πρέπει να είναι πολύμορφος, κάθε μέσο πάλης αποτελεί αυταπόδεικτη βαθιά ανθρώπινη πράξη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η ένοπλη πάλη . Την κατεύθυνση αυτή επέλεξε να ακολουθήσει και ο Κυριάκος με βαθιά πίστη στο δίκαιο. Διαλέγοντας τη ζωή, έπεσε μαχόμενος· και αν σήμερα βρίσκομαι εδώ, μπροστά στους συντρόφους, και τοποθετούμαι, είναι γιατί τον γνώρισα και τον έζησα στο Βερολίνο. Μας συνέδεε μια φιλική και συντροφική σχέση, και μαζί συμμετείχαμε σε κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες. Πρόκειται για τη μετατροπή του πένθους σε πολιτική πράξη, της απώλειας σε δεσμό. Η πορεία, οι επιλογές και οι σχέσεις εγγράφονται ως πράξεις ελευθερίας που δεν διαγράφονται από τον θάνατο. Αποτελεί έμπνευση για τη συνέχιση του αγώνα. Ο δρόμος που απλώνεται δεν είναι πάντα ασφαλής, αλλά είναι δικός μας».
Έπειτα, απευθυνόμενη στην έδρα είπε: «Η ευθύνη για το αν θα δοθεί λευκή επιταγή στην Αντιτρομοκρατική να κατασκευάζει κατηγορίες βρίσκεται σε εσάς. Αρνούμαι να θαφτώ στο τσιμέντο των φυλακών. Θα κρατώ στην καρδιά μου τη μνήμη του Κυριάκου. Για αυτά τα μάτια που δεν θα προδώσουμε ποτέ».
Η Δήμητρα, έπειτα, κλήθηκε να απαντήσει εκτενώς στις ερωτήσεις της έδρας και της εισαγγελίας, σχετικά με το ζήτημα της επικοινωνίας μέσω του καρτοτηλεφώνου και εφαρμογών, σημειώνοντας ότι η χρήση συγκεκριμένης συσκευής δεν συνεπάγεται από μόνη της γνώση ή συμμετοχή σε παράνομες πράξεις. Σχετικά με τον λόγο που κλήθηκε αυτή να βρει σπίτι στην Αθήνα παρόλο που δεν κατοικούσε εκεί, ανέφερε ότι η Μαριάννα γνώριζε ότι υπήρχε «δίκτυο φίλων και συντρόφων» και ότι είχε απευθυνθεί σε περισσότερα από ένα άτομα για ζητήματα φιλοξενίας, ενώ ξεκαθάρισε πως ο Στέφανος δεν ανήκει στον αναρχικό χώρο, ενώ η έδρα τόνισε πολλές φορές πως η ίδια απέκρυψε από τον ιδιοκτήτη Στέφανο πως το διαμέρισμα στην πραγματικότητα δεν προοριζόταν για χρήση από την ίδια αλλά από τη Μαριάννα. Στο σημείο αυτό, απαντώντας σε υπαινιγμούς της έδρας, τόνισε ότι «το ψέμα δεν είναι ποινικά κολάσιμο» και ότι πρόκειται για καθημερινά ανθρώπινα λάθη, τα οποία δεν πρέπει να ερμηνεύονται με ποινικούς όρους.
Αναφορικά με το διαμέρισμα, επανέλαβε ότι μετέβη για πρακτικούς λόγους (όπως ο έλεγχος λογαριασμών), χωρίς να διαπιστώσει ύπαρξη εργαλείων ή άλλων ύποπτων αντικειμένων, περιγράφοντάς το ως «επιπλωμένο αλλά κλειστό σπίτι». Όσον αφορά την ενημέρωσή της για τα γεγονότα, είπε ότι πληροφορήθηκε την έκρηξη από τα μέσα ενημέρωσης στις 31 του μηνός και ότι στη συνέχεια βρέθηκε σε κατάσταση σοκ, διακόπτοντας τις επικοινωνίες της με τον Στέφανο, καθώς, όπως είπε, «ήμουν σε σοκ και μιλούσα μόνο με λίγα άτομα». Σε ερωτήσεις για τη συμπεριφορά της μετά το περιστατικό, εξήγησε ότι δεν επικοινώνησε άμεσα με όλους τους εμπλεκόμενους, διότι προτεραιότητά της ήταν να κατανοήσει τι είχε συμβεί και ποιοι βρίσκονταν στο διαμέρισμα. Στο πλαίσιο των ερωτήσεων για τεχνικά ζητήματα (τηλέφωνα, εφαρμογές επικοινωνίας όπως Signal και Viber), αρνήθηκε ότι υπάρχει ποινική σύνδεση μεταξύ ιδιοκτησίας συσκευών και ευθύνης για τη χρήση τους από άλλους.
Αναφερόμενη στην έκτακτη επιστροφή της στην Αθήνα πριν το περιστατικό, η Δήμητρα ανέφερε πως δεν έχει σχέση με την υπόθεση, αλλά με προβλήματα που είχε με γειτόνισσά της στην Ελβετία, η οποία, καθώς ήταν ψυχικά ασθενής, ήταν επιθετική. Σε σχέση με το ταξίδι και τη διαμονή της στην Αθήνα, ανέφερε ότι οι γονείς της γνώριζαν την παρουσία της εκεί και ότι είχε ενημερώσει για τις μετακινήσεις της μέσω επικοινωνίας. Τέλος, σε ερωτήσεις της έδρας σχετικά με το γιατί δεν επέστρεψε άμεσα στην Κόρινθο ή στην οικογένειά της, απάντησε ότι προτίμησε να παραμείνει με τον σύντροφο και τους φίλου της. Συνολικά, δήλωσε ότι δεν υπάρχει ποινική σύνδεση των πράξεών της με τα αδικήματα που της αποδίδονται, επιμένοντας ότι η υπόθεση βασίζεται σε ερμηνείες και όχι σε αποδεικτικά στοιχεία.
«Με αποκόψατε από τη ζωή μου, με πετάξατε στη φυλακή. Και μετά; Θα μου επιστρέψει κανείς όλα αυτά πίσω;»
Ολοκληρώνοντας, η Δήμητρα συμπλήρωσε, συγκινώντας το ακροατήριο:
«Αυτό που έχω να πω είναι πως, όσον αφορά εμένα, σε σχέση με το ποινικό σκέλος δεν συνδέομαι με τίποτα ποινικά κολάσιμο στη δικογραφία. Έχει ειπωθεί ότι η δικαιοσύνη λειτουργεί σωστά, ενώ έχουν αναφερθεί μάρτυρες που φυλακίστηκαν και αθωώθηκαν, ακόμη και περιπτώσεις απεργίας πείνας, άνθρωποι που έθεσαν το σώμα τους σε κίνδυνο. Αναρωτιέμαι: τι σημαίνει το “μετά”; Τι σημαίνει ενάμιση χρόνος εγκλεισμού; Με αποκόψατε από τη ζωή μου, με «πετάξατε» στη φυλακή. Και μετά; Εγώ τι θα κάνω μετά; Θα μου επιστρέψει κανείς όλα αυτά πίσω;
Η αστική δικαιοσύνη, την οποία λέτε ότι λειτουργεί, στην πράξη δεν λειτουργεί. Αν λειτουργούσε, θα έπρεπε να είχα αφεθεί ελεύθερη. Περάστε μια μέρα από τις φυλακές για να δείτε τι σημαίνει εγκλεισμός. Όλοι οι μάρτυρες απευθυνθήκαμε στον Κυριάκο. Για εμάς, η 31η Οκτωβρίου δεν είναι απλώς σελίδες δικογραφίας. Είναι η μέρα που χάσαμε τον αναρχικό, ένοπλο αγωνιστή, τον σύντροφο και φίλο μας, τον Κυριάκο. Καλώς κάναμε που μιλήσαμε και δεν σιωπήσαμε μπροστά σας γι’ αυτόν, ώστε να περάσει στην επαναστατική μνήμη».
Δημήτρης: «Αρνούμαι στο σύνολο όλες τις κατηγορίες»
Έπειτα, σειρά είχε ο σύντροφός της, Δημήτρης. Στην απολογία του ο Δημήτρης ανέφερε: «Λυπαμαι πολύ που βρίσκομαι σε μια υπόθεση που κόστισε τη ζωή ενός φίλου μας και ταλαιπώρησε κόσμο. Δεν έχω καμία σχέση με αυτά, δεν είχα πρόθεση να κάνω αυτά για τα οποία κατηγορούμαι. Αρνούμαι στο σύνολο όλες τις κατηγορίες». Στη συνέχεια ξεκαθάρισε πως: «Είμαι σίγουρος ότι δε θα βρείτε τίποτα. Με τη Δήμητρα γνωριστήκαμε στην Πάτρα στη σχολή. Μέσω αυτής γνώρισα και τη Μαριάννα και τον Κυριάκο στο μπαρ που δούλευε· με τους άλλους δύο κατηγορούμενους δεν γνωριστήκαμε ποτέ παρά μόνο στη φυλακή»
Στη συνέχεια ανέφερε πως στις 11/10 η Δήμητρα γύρισε εκτάκτως και ο ίδιος τη συνόδευσε για να βρεθεί με τη μητέρα του Στέφανου. «Έχει γραφτεί η κατηγορία ότι συνέβαλα στην εύρεση χώρου. Αυτό απαιτεί επικοινωνία· εγώ δεν επικοινώνησα με κανέναν» προσέθεσε. Για τη Δήμητρα σημείωσε πως «έχουμε 7 χρόνια σχέση από απόσταση, δεν γνώριζα τα άτομα που μου είπε πως θα φιλοξενούνταν». «Μου ζήτησε να γυρίσω τα κλειδιά στην κυρία Δέρβου. Δυσανασχέτησα, δεν ήθελα να τα γυρίσω γιατί είχα πολύ επιβαρυμένο πρόγραμμα» συμπλήρωσε.
Ο Δημήτρης προσέθεσε: «Η πρώτη και τελευταία φορά που χρησιμοποίησα το κινητό ήταν για να μιλήσω με την ιδιοκτήτρια στο διάλειμμα της δουλειάς μου. Της μίλησα κανονικά, της συστήθηκα και συνεννοηθήκαμε ότι θα βρισκόμουν μαζί της στην Αγία Παρασκευή για τα κλειδιά. Μετά το τέλος της εργασίας μου πήγα στο μετρό για να κατευθυνθώ σπίτι και έλαβα μήνυμα από τη Δήμητρα ότι έγινε κάτι σημαντικό».
Για την ημέρα της έκρηξης θυμήθηκε: «Ενημερώθηκα από site για την έκρηξη· δεν φαντάστηκα ότι έγινε κάτι στο διαμέρισμα, καθώς είχα τα κλειδιά στο χέρι. Μετά ξαναεπισκέφθηκα το site και είδα ότι ήταν το διαμέρισμα του οποίου είχα τα κλειδιά. Βρέθηκε οπλισμός, ήρθε η Αντιτρομοκρατική. Μου κόπηκαν τα πόδια, τρομοκρατήθηκα, πέταξα τη SIM από τον πανικό μου. Ήταν λάθος, το είπα στις αρχές κατευθείαν, δεν απέκρυψα τίποτα. Επικοινώνησα με δικηγόρο· μου είπε πως μπορούσα είτε να κάτσω στο σπίτι είτε να πάω στις αρχές. Πήγα μόνος μου στην αστυνομία, γνωρίζοντας πως μέχρι στιγμής δεν υπήρχε ένταλμα σύλληψης. Από τη στιγμή που πέρασα το πόδι μου μέσα, κάθε κριτήριο αθωότητας που είχα εξαφανίστηκε – συμπεριφορά, φρασεολογία κ.λπ. Μόνος μου ανέφερα το σπίτι, έγιναν έρευνες. Βρέθηκε ένα laptop της Μαριάννας. Είναι αγορασμένο το 2011, είχε συναισθηματική αξία για μένα, δεν είναι λειτουργικό». «Είπατε ότι απέκρυψα τη σχέση μου με τη Μαριάννα και τον Κυριάκο. Πώς την απέκρυψα αφού το ανέφερα;» αναρωτήθηκε ο Δημήτρης, τονίζοντας πως είπε εξαρχής «ότι οι σχέσεις μου είναι φιλικές. Η Μαριάννα επισκέφθηκε μία φορά το σπίτι μου για καφέ, παρουσία της Δήμητρα»
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς πως λόγω σπουδών γνωρίζει να κατασκευάζει εκρηκτικό μηχανισμό, ξεκαθάρισε: «Ουδέποτε είχα σχέση· είναι πράγματα ξένα για εμένα. Οι γνώσεις μου είναι σε προπτυχιακό επίπεδο, όπως όλων των φοιτητών. Δεν έχω κάποια εξειδίκευση, και αυτό αποδεικνύεται από τα μαθήματα επιλογής μου και από την πτυχιακή μου εργασία στην κυβερνοασφάλεια». Συγκεκριμένα εξήγησε: «Έχει επηρεαστεί το προσωπικό, επαγγελματικό και οικογενειακό μου περιβάλλον. Η δουλειά μου αφορά ευαίσθητα δεδομένα. Είχα προτάσεις από άλλες εταιρείες και συνειδητά επέλεξα τη SPH. Ήμουν αναλυτής δικτύων, επιτηρούσαμε δεδομένα πελατών, κρατικών υποδομών, τραπεζών και υπηρεσιών. Μου ανατέθηκε να εντοπίζω κενά ασφα λείας σε δίκτυα και εφαρμογές, να λειτουργώ σαν κακόβουλος χρήστης με άδεια, ώστε να διορθώνονται τα σφάλματα».
Στη συνέχεια προσέθεσε: «Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι θα βρεθώ εδώ. 17 μήνες τώρα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να ξεφύγω, είτε με πιστοποιήσεις είτε με μεταπτυχιακό είτε με δραστηριότητες. 17 μήνες κάνω υπομονή. Έχουν γραφτεί και ακουστεί πράγματα για μένα που ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας. Έχει γραφτεί ότι ήμουν στην πολυκατοικία, ψέμα. Ήμουν στην εργασία μου. Με χαρακτήρισαν “σκληρό”, “επικίνδυνο”, “αντικοινωνικό”. Είμαι ακριβώς το αντίθετο. Είμαι άνθρωπος με νόμιμη εργασία και κατοικία, με λευκό ποινικό μητρώο. Στο ΑΤ έχω πάει μόνο για να πάρω ταυτότητα».
Όπως σημείωσε, ο ίδιος σεβάστηκε τις διαδικασίες: «Ακόμα και η φωτογράφιση έγινε με απειλή βίας, γιατί ήθελα τα νόμιμα δικαιώματά μου να τηρηθούν και να μην δοθούν οι φωτογραφίες στον Τύπο. Περίμενα 10 μήνες να βγουν τα εργαστηριακά αποτελέσματα. Από την πρώτη μου απολογία είπα ότι μου έχει ζητηθεί να σηκώσω ένα βάρος που δεν μου αντιστοιχεί. Μετά από 10 μήνες, ξέρω ότι σας έχω πει την αλήθεια: δεν έχω καμία σχέση με όλα αυτά. Μου ζητήθηκε να κάνω μια εξυπηρέτηση, καμία μου πράξη δεν έχει κάτι παράνομο. Μου ζητήθηκε να δώσω ένα ζευγάρι κλειδιά στη μητέρα ενός φίλου μας και βρίσκομαι εδώ».
Τόνισε πως «οι αρχές οφείλουν να διερευνήσουν αναλυτικά όλα τα στοιχεία που έχουν στα χέρια τους για να οδηγηθούν οι κατηγορούμενοι στη δικαιοσύνη». «Μετά από 7 μήνες ποτέ δεν βγήκαν στοιχεία, ποτέ δεν ήρθε αυτή η εβδομάδα. Σας διαβεβαιώνω ότι δεν είχα ποτέ σχέση με αυτά. Έχω πει την αλήθεια και είμαι στη διάθεσή σας για ερωτήσεις» κατέληξε.
Στη συνέχεια η έδρα τον ρώτησε σχετικά με την παράδοση των κλειδιών: «Γιατί 31 και όχι πιο μετά;». «Η Δήμητρα μου είπε ότι στις 31 του μήνα τα περιμένει» απάντησε. Επίσης όταν τον ρώτησαν αν στο διάλειμμα της δουλειάς συνάντησε κανέναν, ο Δημήτρης απάντησε κατηγορηματικά όχι. Κατά την ερώτηση για τα φυλλάδια που βρέθηκαν στο σπίτι μου, σχετικά με «αλληλεγγύη στον σύντροφο Ανδρέα Φλώρο», απάντησε ότι πολλά από αυτά είναι υλικό που δινόταν στον δρόμο και δεν αποτελούν ένδειξη οργανωτικής σχέσης ή ένταξης σε συγκεκριμένο χώρο.
«Δεν γνωρίζω προσωπικά τον Ανδρέα Φλώρο. Τον γνωρίζω μόνο ως φυσιογνωμία από την Πάτρα και μέσω ενός κοινού γνωστού. Όταν προέκυψε η υπόθεση, επικοινώνησα με τον συγκεκριμένο γνωστό, ο οποίος μου ανέφερε ότι θεωρεί πως έχει βρεθεί άδικα στη φυλακή. Επηρεασμένος από αυτή τη συζήτηση, συμμετείχα σε δύο ή τρεις σχετικές ανοιχτές συζητήσεις για το ζήτημα» ανέφερε. Σε ερώτηση γιατί είχε αυτά τα φυλλάδια ή πώς εξηγείται η ύπαρξή τους, είπε ότι προέρχονται από υλικό που διακινείται ελεύθερα στον δρόμο και δεν συνδέονται με κάποια οργανωμένη δράση από μέρους μου.
Νίκος Ρωμανός: «Κατάλαβα ότι θα αντιμετωπιστώ σαν λάφυρο, θα περιφερθώ στα κανάλια ως προϊόν πολιτικού μάρκετινγκ»
Στη συνέχεια, στο βήμα ανέβηκε ο Νίκος Ρωμανός: «Βρίσκομαι εδώ μετά από 18 μήνες άδικης κράτησης. Ζητώ αποκατάσταση της αλήθειας, ο λόγος που βρίσκομαι εδώ είναι το παρελθόν μου. Επαναλαμβάνω ότι δεν έχω καμία σχέση με την υπόθεση, δεν έχω πράξει τίποτα από αυτά που μου αποδίδονται, οι κατηγορίες είναι αποτέλεσμα ρεβανσισμού. Από την αποφυλάκισή μου το 2019 είχα ενεργή κοινωνική και πολιτική ζωή. Οι δυσκολίες ενός ανθρώπου που βγαίνει από τη φυλακή μετά από χρόνια είναι πολλές, είχα ηθικές υποχρεώσεις προς το οικογενειακό μου περιβάλλον που με στήριξε από την πρώτη στιγμή· όσο βρισκόμουν στη φυλακή, προσπάθησα να τις φέρω εις πέρας με πολλούς τρόπους.
Ένας άνθρωπος που βγαίνει μετά από χρόνια από τη φυλακή βιώνει έναν «παγωμένο χρόνο»: η φυλακή είναι σαν ψυγείο, και όταν βγαίνεις έρχεσαι αντιμέτωπος με έναν κόσμο που έχει αλλάξει ραγδαία. Εσύ πρέπει να τον προλάβεις. Προσπάθησα να προσαρμοστώ. Ήταν μια δύσκολη και επώδυνη διαδικασία. Βρήκα δουλειά, οικοδόμησα κοινωνικές σχέσεις που μου έδιναν χαρά και ευχαρίστηση, είχα οικογένεια, σύντροφο, φίλους, σχέδια και πλάνα για τη ζωή μου.
Είχα και δημόσια πολιτική ζωή: πολιτιστικές, πολιτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, ευαισθητοποίηση για τα δικαιώματα κρατουμένων, διαδηλώσεις. Η πιο σημαντική στιγμή αυτής της κοινωνικής μου δράσης ήταν η αποκατάσταση του μνημείου του φίλου μου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Έγινε προσπάθεια να αποκατασταθεί ένα μνημείο που είχε αφεθεί στη σήψη, ώστε να διατηρηθεί ζωντανό το σύμβολο της μνήμης ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους άδικα.
Αυτό διακόπηκε βίαια. Ήταν σαν ένα ντεζαβού: η σύλληψή μου από το πατρικό μου σαν ένα τραύμα που ξανανοίγει και επαναλαμβάνεται. Ένα άσχημο βίωμα. Μετά από κάποια στιγμή κατάλαβα ότι θα αντιμετωπιστώ σαν «λάφυρο», θα περιφερθώ στα κανάλια ως προϊόν πολιτικού μάρκετινγκ. Είχα επίγνωση ότι θα συμβούν όλα αυτά όταν κατάλαβα τι μου καταλογίζεται.
Βρίσκομαι εδώ εξαιτίας αυτής της επιλογής, που δεν ήταν δική μου. Αντίθετα, στο παρελθόν τις επιλογές μου τις υπερασπίστηκα όχι μόνο σε έναν φίλο μου αλλά και δημόσια, σε αίθουσες δικαστηρίων, εκθέτοντας το ιστορικό και κοινωνικό μου πλαίσιο. Αυτές είναι κομμάτι της ύπαρξής μου. Έχω βρεθεί σε δικαστήρια για πράγματα που δεν έχω κάνει – και δεν ήταν λίγα. Δεν πήγαινα για καλύτερη ποινική μεταχείριση, γιατί αυτή ήταν ήδη βαριά, αλλά για αποκατάσταση της αλήθειας, για να αναλαμβάνει ο καθένας την ευθύνη των πράξεών του και όχι να μου αποδίδονται πράξεις που δεν έχω κάνει.
Βρίσκομαι σε μια καφκική κατάσταση, ένα τραγικό περιστατικό όπου ο Κυριάκος έχασε τη ζωή του και η Μαριάννα τραυματίστηκε σοβαρά. Η υπόθεση έχει εργαλειοποιηθεί πολιτικά από την πρώτη στιγμή. Η δική μου περίπτωση είναι το “κερασάκι της τούρτας” αυτής της εργαλειοποίησης. Αναρωτιέμαι πόση συζήτηση μπορεί να γίνει για μια σακούλα. Επαναλαμβάνω ότι για όσα έχω κάνει αναλαμβάνω ευθύνη και αντιμετωπίζω τον νόμο.
Βρίσκομαι εδώ για να “αποδείξω ότι δεν είμαι ελέφαντας”, για μια σακούλα με πολλά διαφορετικά αποτυπώματα. Δεν μπορώ να ξέρω πότε ήρθα σε επαφή με μια σακούλα, θα ήταν υποκριτικό να ισχυριστώ κάτι τέτοιο. Οι πιθανότητες παραμένουν πιθανότητες· πρόκειται μόνο για υποθέσεις και σενάρια. Αδυνατώ να θυμηθώ πότε ήρθα σε επαφή με μια σακούλα.
Θα ήταν πιο ειλικρινές να μου έλεγε κανείς ότι θα φυλακιστώ επειδή το κράτος δεν με συμπαθεί, δε με γουστάρει. Θα ήταν πιο τίμιο. Το ότι βρίσκομαι στη φυλακή με το επιχείρημα μιας σακούλας δεν το θεωρώ σωστό».
Περνώντας στις ερωτήσεις, ο Πρόεδρος αναφέρθηκε σε τρεις εκδοχές που έχουν ακουστεί σχετικά με το δακτυλικό αποτύπωμα στη σακούλα: Είτε πρόκεται για συσκευασία και πιθανή προμήθεια όπλου στον Κυριάκο Ξυμητήρη, είτε η σακούλα που ο Ν. Ρωμανός είχε χρησιμοποιήσει στην καθημερινότητά του ενδέχεται να έφτασε τυχαία στο διαμέρισμα των Αμπελοκήπων, είτε ότι πρόκειται για «φυτευτή» κατάσταση, κάτι που ο Πρόεδρος ανέφερε, λέγοντας ότι δεν φοβάται να το πει, καθώς έχει ήδη υπονοηθεί ότι ο Ρωμάνός δεν έχει τη «συμπαθεια» των αρχών.
Ο Ρωμανός επισήμανε ότι, από τη δική του εκτίμηση, μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εμπλοκής στη μεταφορά ή προμήθεια όπλου, ενώ τα υπόλοιπα ενδεχόμενα δεν μπορούν ούτε να αποκλειστούν ούτε να επιβεβαιωθούν πλήρως. Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, έχει προβεί σε νομικές ενέργειες, έχει επεξεργαστεί τα δεδομένα και έχει συντάξει τεχνική έκθεση.
Ο πρόεδρος αναφέρθηκε επίσης σε ζητήματα επανένταξης και πολιτικής δραστηριότητας, ρωτώντας τον αν υπάρχει συνέχεια επαφών με τον αναρχικό χώρο μετά το 2013, ενώ σημείωσε ότι το κατηγορητήριο αποδίδει κατανομή ρόλων και οργανωμένη δράση.
Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι, κατά την απολογία του, ερωτήθηκε από την ανακρίτρια πότε ήταν η τελευταία φορά που ήρθε σε επαφή με όπλα, και ο ίδιος απάντησε το 2013. «Η Δημουλίδου σαν εκπρόσωπος τύπου της ελληνικής Αστυνομίας βγήκε και είπε πως έχουν διαψευσθεί τα λεγόμενά μου και οι ισχυρισμοί μου. Ανέφερε πως είπα ότι δεν έχω έρθει σε επαφή με σακούλες από το 2013 και το διέψευσε, ενώ εγώ είχα μιλήσει για όπλα» ανέφερε ο Ν. Ρωμανός. Τόνισε, επίσης, ότι είναι πολιτικά ενεργός και ότι θεωρεί πως ποινικοποιείται η πολιτική του δραστηριότητα. «Είμαι πολιτικά ενεργός, μου αρέσει που είμαι πολιτικά ενεργός ,νομίζω ότι είναι λάθος να ποινικοποιείται σε αυτή τη δίκη το αν είμαι σε επαφή με τον χώρο» ανέφερε. Ανέφερε επίσης ότι είχε επαφές με άτομα από τον αναρχικό, κομμουνιστικό και αριστερό χώρο λόγω πολιτικών και ιδεολογικών συμφωνιών.
Σχετικά με τις σχέσεις με συγκατηγορούμενους, σημείωσε ότι γνώρισε τον Δημήτρη στη φυλακή, γνώριζε ήδη τον Αργύρη, ενώ δεν ήξερε καν ονομαστικά τη Μαριάννα, τον Κυριάκο και τη Δήμητρα. Εξέφρασε, τέλος, τα θερμά του συλλυπητήρια προς την οικογένεια, τη σύντροφο και τους συντρόφους του Κυριάκου, σημειώνοντας ότι αντιμετωπίζει την απώλεια με σεβασμό.
Αργύρης: «Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα βρεθώ εμπλεκόμενος σε μια τέτοια υπόθεση»
Τέλος, απολογήθηκε ο Αργύρης, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι κατηγορείται για πράγματα που δεν έχει διαπράξει και ότι δεν έχει καμία επαφή με όπλα ή συναφή αντικείμενα. Δήλωσε ότι βρίσκεται σε μια συνθήκη έντονης συναισθηματικής αδικίας, καθώς καλείται να αποδείξει την μη τέλεση πράξεων που, όπως υποστηρίζει, δεν έχει διαπράξει.
Τόνισε ότι δεν έχει έρθει σε επαφή με όπλο και ότι δεν υπήρξε καμία εμπλοκή του σε μεταφορά ή σύνδεση τέτοιων αντικειμένων. Περιέγραψε την κατάσταση που βιώνει ως ιδιαίτερα επιβαρυντική, με άγχος, διαταραχές ύπνου, καθώς και σοβαρές κοινωνικές, οικονομικές και συναισθηματικές επιπτώσεις στην καθημερινότητά του, στην οικογένειά του και στις προσωπικές του σχέσεις.
Όπως ανέφερε, αρχικώς είχε ειπωθεί ότι στη σακούλα βρέθηκαν μόνο το δικό του αποτύπωμα και του Νίκου, ωστόσο στη συνέχεια προέκυψαν διαφορετικά ευρήματα, καθώς επρόκειτο για κοινόχρηστο αντικείμενο. Είχε την πεποίθηση ότι μετά από αυτή τη διευκρίνιση θα αποδεικνυόταν η αλήθεια και θα μπορούσε να επιστρέψει στην κανονικότητά του. «Νόμιζα ότι μετά από αυτό θα δικαιωνόμουν και θα επέστρεφα σπίτι μου», αναφέρει χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι δεν ανέμενε να βρεθεί σε αυτή την κατάσταση.
Έπειτα, σε ερώτηση για τις γνωριμίες του με συγκατηγορούμενους, απάντησε ότι δεν γνωρίζει κανέναν πέρα από τον Ρωμανό. Η σχέση του με τον αναρχικό χώρο, όπως εξηγεί, περιορίζεται στη συμμετοχή του σε φοιτητικό στέκι στην ΑΣΟΕΕ, όπου συμμετείχε σε διεκδικήσεις υπεράσπισης φοιτητικών δικαιωμάτων. Από εκεί, όπως λέει, προέκυψε για πρώτη φορά η εμπλοκή του με τη δικαιοσύνη για περιστατικό που έχει πλέον μετατραπεί από κακούργημα σε πλημμέλημα.
Αναφερόμενος στη σακούλα, υπογράμμισε και αυτός ότι είναι αντικείμενο καθημερινής χρήσης και ότι το περιεχόμενό της προφανώς είχε αλλάξει μετά τη στιγμή που την άγγιξε, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει κάτι σχετικό. Όταν συνέβη το περιστατικό, όπως είπε, ενημερώθηκε από τα μέσα ενημέρωσης, ενώ όταν συνελήφθη ο Νίκος βρέθηκε σε κατάσταση σοκ. Δήλωσε ότι προσπάθησε να ενημερωθεί για την υπόθεση και να σταθεί δίπλα στον Νίκο που θεωρούσε ότι χρειαζόταν συμπαράσταση, χωρίς να έχει καμία γνώση για το τι είχε προηγηθεί. «Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα βρεθώ εμπλεκόμενος σε μια τέτοια υπόθεση», σημείωσε.
Κλείνοντας, ανέφερε πως «όσον αφορά την τρομοκρατική οργάνωση, έχουμε μια υπόθεση με κανένα μη αμφισβητούμενο πραγματικό περιστατικό , είναι ζήτημα ερμηνείας».
Η δίκη έκλεισε με θερμά χειροκροτήματα από το ακροατήριο, ενώ επόμενη δικάσιμος, η οποία θα είναι κρίσιμη, καθώς θα ανακοινωθεί η πρόταση της Εισαγγελέως, ορίστηκε για την Τρίτη 21 Απριλίου 2026.