Εισαγγελέας: «Η νομολογία μας είναι φτωχή σε ζητήματα τρομοκρατίας»

Η εισαγγελέας, ξεκίνησε την εισήγησή της διαβάζοντας τις κατηγορίες, και κάνοντας μία περίληψη εξηγώντας τι περιλαμβάνει η κάθε μία.  «Η νομολογία μας είναι φτωχή σε ζητήματα τρομοκρατίας» παραδέχθηκε. Σχετικά με την πρώτη κατηγορία, αυτή της συγκρότησης και ένταξης σε τρομοκρατική οργάνωση, η εισαγγελέας μίλησε συγκεκριμένα για τη δομή της φερόμενης οργάνωσης, λέγοντας πως «είναι δυνατόν να φέρει και οριζόντιο χαρακτήρα με δεδομένο ότι μια τρομοκρατική οργάνωση δομείται πάνω σε ένα Χ αφήγημα και τα μέλη υποτάσσουν τη βούλησή τους λόγω της ιδεολογικής τους ταύτισης», με αποτέλεσμα να «είναι συχνά δύσκολη η ιεραρχία, η δράση όμως είναι στοχευμένη και με εντυπωσιακή ακρίβεια». Μάλιστα, καθώς το κατηγορητήριο δεν αναφέρει συγκεκριμένα όνομα, σύμβολο και διάρκεια της οργάνωσης, η εισαγγελέας, κάνοντας μια σαφή δίκη προθέσεων, υιοθέτησε το επιχείρημα πως «παρερμηνεύεται η έννοια της διάρκειας, μιλάμε για διαρκή πρόθεση όχι απαραίτητα διαρκή τέλεση».

Η εισαγγελέας χαρακτήρισε τη Μ. Μανουρά, τη Δ. Ζαραφέτα και τον Κ. Ξυμητήρη σαν «τρεις στενούς φίλους που γνωρίστηκαν στο Βερολίνο, συμμετέχουν στο αναρχικό κίνημα, το οποίο αποδέχεται τον ένοπλο αγώνα, ως ‘’ένα από τα μέσα του πολύμορφου αγώνα με άσκηση αντιβίας εναντίον της κρατικής καταχρηστικής βίας’’». H εισαγγελέας παρέθεσε την πρόβλεψη του ποινικού κώδικα σχετικά με το τι περιλαμβάνει η κατηγορία για τρομοκρατική οργάνωση, εξηγώντας πως πρόκειται για δομημένη ομάδα που απαρτίζεται από 3 ή περισσότερα άτομα, με κοινή στόχευση και σκοπό την τέλεση σοβαρών εγκληματικών πράξεων με σκοπό τον εκφοβισμό πληθυσμού, την παράνομη εξαναγκαστική υποταγή δημόσιας αρχής ή τη σοβαρή βλάβη θεμελιωδών θεσμικών, συνταγματικών, οικονομικών ή κοινωνικών δομών ενός κράτους

Έπειτα, αφού εξέθεσε τις κατηγορίες και εξήγησε το νομικό πλαίσιο, προέβη σε παράθεση των γεγονότων «όπως εκείνη τα αντιλαμβάνεται», εκθέτοντας, παράλληλα, τη γνώμη της πάνω στα πράγματα. 

«Δε με αφορά το ιδεολογικό προφίλ του καθενός», αλλά μήπως εντάσσεστε στον αναρχικό χώρο;

Ξεκίνησε μιλώντας για τον Κυριάκο Ξυμητήρη ως ένα άτομο που οι κατηγορούμενοι και οι μάρτυρες υπεράσπισης αποκαλούν «ένοπλο επαναστάτη», καθώς και για τη γνωριμία και σχέση της Μαριάννας, του Κυριάκου και της Δήμητρας, επεξηγώντας το ιστορικό, το προφίλ και το ιδεολογικό πλαίσιο της γνωριμίας των κατηγορουμένων. «Δε με αφορά το ιδεολογικό προφίλ του καθενός», τόνισε η εισαγγελέας, με το ακροατήριο να απορεί, καθώς καθόλη τη διάρκεια των δικασίμων το Προεδρείο έθετε σε όλα τα κατηγορούμενα άτομα αλλά και στους και στις μάρτυρες ερώτημα σχετικά με το αν ανήκουν ιδεολογικά στον αναρχικό χώρο. 

Η εισαγγελέας φάνηκε να επικεντρώνεται στη Δήμητρα Ζαραφέτα. Συγκεκριμένα, ανέφερε, εξιστορώντας τα γεγονότα και παραθέτοντας στο ενδιάμεσο τις δικές της εκτιμήσεις, πως ξεκινώντας από τον αρχικό σχεδιασμό, όπου «η Δήμητρα αναλαμβάνει να βγάλει τα αντικλείδια για την υποτιθέμενη απρόσκοπτη και ανεξάρτητη μετακίνηση των φιλοξενούμενων», των οποίων την ύπαρξη αμφισβητεί, μεταβαίνοντας στο διαμέρισμα «και καλά για τους λογαριασμούς» και λαμβάνοντας τα πρωτότυπα κλειδιά.

Έπειτα, κάνοντας λόγο για τις τηλεφωνικές συσκευές που βρέθηκαν, τις οποίες θεωρεί κομβικό σημείο, ανέφερε πως στις 11/10/24 «λειτούργησαν οι συσκευές», ημερομηνία που «δεν είναι τυχαία, είναι η μέρα που φτάνει η Δήμητρα στην Ελλάδα». Η ίδια υποστήριξε πως η ενεργοποίηση αυτή αποτελεί «τσεκ», ενώ συνολικά οι πρακτικές ενεργοποίησης χαρακτηρίζονται «πολύ συνήθεις για την ταχύτητα της επικοινωνίας».

Από τα δεδομένα των τηλεφώνων διαπιστώνεται ότι «οι συσκευές είχαν υποδείξεις Χ1 και Χ2 και καθεμία είχε μόνο μία επαφή», στοιχείο που σύμφωνα με την ίδια «αποδεικνύει ότι υπήρχαν άλλοι δύο στην άλλη μεριά που περίμεναν επικοινωνία». Συνολικά, «τουλάχιστον 4 πρόσωπα και η Δήμητρα εμπλέκονται», συμπέρανε η Εισαγγελέας, με τη Δήμητρα να «φαίνεται να έχει κυρίαρχο ρόλο» και ότι «όλη η επιχείρηση έχει προσαρμοστεί στο πρόγραμμά της, στο πότε θα έρθει ή πότε θα φύγει η Δήμητρα από το εξωτερικό».

«Στις 31/10, ο Κυριάκος», συνέχισε η εισαγγελέας, «παραδίδει στη Μαριάννα όπλα και εκρηκτικά» και «αναχωρούν χωριστά για το διαμέρισμα». Πριν την είσοδό τους, συνέχισε, «ένα από τα τηλέφωνα τέθηκε για λίγο σε λειτουργία στα Πετράλωνα», ενώ οι συνδέσεις κινητής «έλαβαν χώρα σε Πετράλωνα και Καλλιθέα, ενώ η μία συσκευή είναι η ίδια με αυτή που δοκιμάστηκε στις 11/10 και λειτούργησε και στις 31/10».

Ως προς την παρουσία τους στο διαμέρισμα, η Εισαγγελέας υποστήριξε ότι «ο χρόνος παραμονής του Κυριάκου και της Μαριάννας δε φτάνει για συναρμολόγηση μηχανισμού», ωστόσο «τα ευρήματα δείχνουν ότι υπήρχε ήδη συναρμολογημένος μηχανισμός», ο οποίος «ήταν έτοιμος, πολύ δυνατός». Η ίδια ανέφερε πως «η παρουσία τους εκεί ήταν για την ολοκλήρωση του μηχανισμού και της συνδεσμολογίας που θα τον καθιστούσε λειτουργικό και για τη μεταφορά του στον στόχο». Εντός σάκου βρέθηκαν «2 από τα 4 τηλέφωνα».

Ακολουθεί η έκρηξη, η οποία προκάλεσε το «ισοπεδωμένο διαμέρισμα με ανυπολόγιστες ζημιές», με ανθρώπους που «στερήθηκαν περιουσιακά στοιχεία» και άλλους που «ζουν σε ξενοδοχεία», ανέφερε η εισαγγελέας, ενώ συνέχισε βγάζοντας το συμπέρασμα πως «μετά το συμβάν, ο ιδιοκτήτης επικοινώνησε με τη Δήμητρα και, όταν την πίεσε, εκείνη απάντησε ότι «προσπαθεί να επικοινωνήσει με συντρόφους για να μάθει ποιος ήταν μέσα», φράση που «αποκαλύπτει ότι συμμετείχε και αυτή αλλά και άλλα πρόσωπα» και ενισχύει την εκτίμηση ότι «η οργάνωση υπερβαίνει τα 4-5 άτομα».

«Λόγω του προφίλ των συντροφικών σχέσεων, η Δήμητρα αποκλείεται να μη γνώριζε»

Σύμφωνα με την εισαγγελέα, «η σχεση οικειότητας, αλληλεγγύης και συντροφικότητας που χαρακτήριζε τη σχέση της Μαριάννας και της Δήμητρας καθιστά «εξαιρετικά απίθανο» το ενδεχόμενο απόκρυψης κρίσιμων πληροφοριών μεταξύ τους». Με βάση την αυθαίρετη αυτή συλλογιστική πορεία, έκρινε ότι η Δήμητρα γνώριζε πως ο Κυριάκος ήταν ενταγμένος στον ένοπλο αγώνα και «προσχωρώντας στην τρομοκρατική οργάνωση», έγινε «συνένοχος» του Κυριάκου και της Μαριάννας, συμπληρώνοντας έτσι, το τρίτο άτομο που χρειάζεται για να πληροί το νομικό όριο του αριθμού των ατόμων που είναι απαραίτητα για συγκρότηση τρομοκρατικής οργάνωσης. 

«Επιχειρησιακή αξία» στο διαμέρισμα της οδού Αρκαδίας βλέπει η Εισαγγελέας

Η εισαγγελέας, έπειτα, θέλοντας να αποδείξει πως η Μαριάννα, ο Κυριάκος και η Δήμητρα στόχευαν «τη σοβαρή βλάβη θεμελιωδών θεσμικών, συνταγματικών, οικονομικών ή κοινωνικών δομών ενός κράτους» υποστήριξε πως το διαμέρισμα των Αμπελοκήπων βρισκόταν σε σημείο με ιδιαίτερη «επιχειρησιακή αξία», λόγω της εγγύτητάς του σε κρατικές δομές,  και μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά και της γειτνίασής του με βασικές οδικές αρτηρίες της Αθήνας, που διευκολύνουν τόσο την ταχεία πρόσβαση όσο και την άμεση απομάκρυνση. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ότι η Δήμητρα φέρεται να γνώριζε το ακίνητο από παλαιότερη επίσκεψή της, γεγονός που, σύμφωνα με την εισαγγελέα, δείχνει προϋπάρχουσα γνώση και εξοικείωση με τον χώρο.

Επιπλέον, αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι σημειώσεις της Δήμητρας που βρέθηκαν στο σπίτι της Μαριάννας και του Κυριάκου με διαγράμματα κυκλωμάτων σχετίζονται με το μεταπτυχιακό της Μαριάννας και προέκυψαν από βοήθεια που προσέφερε η Δήμητρα στη Μαριάννα σχετικά με αυτό, με το επιχείρημα πως η Μαριάννα «μετακόμιζε συχνά», άρα «δεν είναι λογικό να έχει κρατήσει σημειώσεις ενός μεταπτυχιακού που έχει τελειώσει» και το γεγονός ότι «το μεταπτυχιακό της δεν είχε σχέση» με το περιεχόμενο των σημειώσεων. Η εισαγγελέας, λοιπόν, έβγαλε το συμπέρασμα πως η Δήμητρα ήταν αυτή που σχεδίασε αρχικώς τον εκρηκτικό μηχανισμό και ο Κυριάκος Ξυμητήρης είναι αυτός που μέσω της επεξεργασίας του επιχείρησε να τον ολοκληρώσει.

Σχετικά με τον τρίτο κατηγορούμενο, τον Δημήτρη, η εισαγγελέας ανέφερε πως λίγη ώρα πριν την έκρηξη, ο Δημήτρης «επικοινωνεί για να πάρει τα κλειδιά». «Αν και βρίσκεται κοντά, επιλέγει άλλη διαδρομή», γεγονός που οδηγεί στην εκτίμηση ότι «είχε σαφείς οδηγίες για το πότε να κάνει τι» από τη Δήμητρα. Μετά την έκρηξη, «πετά τη SIM αλλά κρατά το τηλέφωνο, εμφανίζεται αυτοβούλως στις αρχές και παραμένει συνεπής», αναγνωρίζοντας πως το να πετάξει την sim αποτέλεσε κίνηση πανικού. Η Εισαγγελέας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που να συνηγορούν στη συμμετοχή του εν γνώσει του».

Έπειτα, η Εισαγγελέας πέρασε στους δύο τελευταίους κατηγορούμενους, τον Ν.Ρωμανό και τον Αργύρη. Η εισαγγελέας επικαλέστηκε τα αποτελέσματα της έκθεσης δακτυλοσκόπησης, σύμφωνα με τα οποία «εντός σχισμένης και ρυπαρής σακούλας απορριμμάτων Σάνιτας βρέθηκε τυλιγμένο όπλο», επί της οποίας εντοπίστηκε μερικό δακτυλικό αποτύπωμα του Νίκου Ρωμανού, στο εσωτερικό, αλλά και του Αργύρη Κ., στο εξωτερικό της, επισημαίνοντας ότι «η σακούλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πολλούς σκοπούς από διαφορετικούς ανθρώπους».

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι, παρότι «έχει βρεθεί και του Α.Κ. το δακτυλικό αποτύπωμα», η δίωξη στρέφεται κυρίως προς τον Ρωμανό, ενώ παράλληλα αμφισβητείται ότι το δακτυλικό αποτύπωμα επί της σακούλας συνιστά επαρκές αποδεικτικό στοιχείο. Τονίζεται, δε, ότι «εκτός από τα δακτυλικά των κατηγορουμένων υπήρχαν και άλλα αταυτοποίητα», γεγονός που αποδυναμώνει την αποκλειστικότητα της απόδειξης.

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι για τους Παπαθανασίου, Ρωμανό και Κυριακούλια «δεν αναδείχθηκαν στο δικαστήριο πλήρεις αποδείξεις», καθώς «κανένας δεν τους είδε ή τους εντόπισε», ενώ ειδικά για ορισμένους η παρουσία τους αποδίδεται σε προσωπικές σχέσεις, χωρίς να προκύπτει γνώση ή συμμετοχή, με τη διατύπωση ότι, συγκεκριμένα για τον Δημήτρη, «δεν μου παρέχει πλήρη απόδειξη, συνόδευσε τη σχέση του».

Ολοκληρώνοντας, η Εισαγγελέας, και πριν υποβάλει την πρότασή της, ανέφερε πως ως προς τον σκοπό της πράξης, «ο προορισμός του μηχανισμού είναι άγνωστος», η στάση, όμως, των κατηγορουμένων «που δικαιολογούν τέτοιες ενέργειες ως αντιβία κοινωνική», σε συνδυασμό με τη θέση του διαμερίσματος «τόσο κοντά σε σημαντικά κτήρια», καταδεικνύουν ότι «η πρόθεση να πλήξουν σημαντικό θεσμικό κτίριο είναι ξεκάθαρη», δήλωσε η εισαγγελέας. Η ίδια η πράξη συνιστά «μαρτυρία της πρόθεσης να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό», καθώς «μια δυνατή έκρηξη σε μια πυκνοκατοικημένη περιοχή είναι περίτρανη απόδειξη» είπε.

Η εισαγγελέας συνοψίζει το κίνητρο ως «αυτοδικία», επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι «είναι βέβαιο πως η απόφαση του Κυριάκου και της Μαριάννας, χωρίς γνώσεις, εμπεριέχει το ρίσκο και την αποδοχή της πιθανότητας να τραυματιστούν οι ίδιοι ή άλλοι». Το γεγονός ότι «κάποιο δικό τους λάθος ή αστοχία υλικού ήταν δυνατό να προκαλέσει ζημιά σε κόσμο και αποδείχθηκε» αποδεικνύει, λέει, «τον ενδεχόμενο δόλο».

Πρόταση Εισαγγελέα

Τέλος, η εισαγγελέας ολοκλήρωσε την πρότασή της. 

Πρότεινε την αθώωση του Νίκου Ρωμανού και του Αργύρη Κυριακούλια, καθώς δε θεωρεί τα δακτυλικά αποτυπώματα σε πλαστική σακούλα επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. 

Ως προς τον Δημήτρη, πρότεινε να κριθεί «αθώος όλων των πράξεων», καθώς δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία που να στοιχειοθετούν εν γνώσει συμμετοχή του.

Αντιθέτως, για τις Μαριάννα Μανουρά και Δήμητρα Ζαραφέτα, η εισαγγελέας φάνηκε να εξαντλεί την αυστηρότητά της, προτείνοντας ότι «τέλεσαν τις αποδιδόμενες πράξεις».

Ειδικότερα, για τη Μαριάννα και τη Δήμητρα προτείνεται η ενοχή της για:

  • «συγκρότηση και ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση»,
  • «συγκρότηση με σκοπό την τέλεση τρομοκρατικής πράξης και κατασκευή εκρηκτικών με σκοπό τον εφοδιασμό τρομοκρατικής οργάνωσης»,

Ενώ για τη Μαριάννα πρότεινε επιπλέον

  • «προμήθεια και κατοχή εκρηκτικών υλών, που συνιστούν κίνδυνο για άνθρωπο»,
  • «υπαιτιότητα έκρηξης με κίνδυνο για άνθρωπο»,
  • «διακεκριμένη φθορά ξένης περιουσίας από εκρηκτική ύλη».

 

Δικηγόρος ενοίκων πολυκατοικίας: «Ενοχή της Μ. Μανουρά μόνο για την κατηγορία «διακεκριμένη φθορά ξένης περιουσίας από εκρηκτική ύλη» 

Έπειτα, τον λόγο πήρε ο δικηγόρος των κατοίκων της πολυκατοικίας της οδού Αρκαδίας, επισημαίνοντας ότι η Μαριάννα «ήξερε ότι με έναν λάθος χειρισμό ίσως θα μπορούσε να προκληθεί σοβαρό αποτέλεσμα», ενώ θεωρεί πως έχουν ευθύνη καθώς υπό το «πρόταγμα ένοπλου αγώνα», έθεσαν σε δεύτερη μοίρα την ανάγκη λήψης προληπτικών μέτρων και μέτρων ασφαλείας.

Τονίζεται ότι «η ύπαρξη μεγάλης ποσότητας εκρηκτικής ύλης πρέπει να συνδέεται με το γνωστικό υπόβαθρο», ενώ ταυτόχρονα «κανείς δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι δεν θα συμβεί κάτι», ακριβώς λόγω έλλειψης εξειδικευμένης γνώσης. Παρά ταύτα, οι συγκατέχοντες «αποδέχονταν, όσο δυσάρεστο και αν ήταν, το ενδεχόμενο του τι θα συνέβαινε αν εκρήγνυτο».

Ως προς την πρόβλεψη του αποτελέσματος, τίθεται το ερώτημα αν «προέβλεψε τα πιθανά αποτελέσματα» και η απάντηση που δίνεται είναι αρνητική. Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι κατά τη διαδικασία, η Μαριάννα παραδέχθηκε πως « η επεξεργασία έπρεπε να γίνει κατά τρόπο εργαστηριακό», ώστε οι εργασίες «να μην διακοπούν από ζώο, άνθρωπο ή τις αρχές». Καταλήγει ότι η κατηγορούμενη «είχε υπόψη ότι πρόκειται για μια επικίνδυνη διαδικασία» και ότι «η αυτοδιακινδύνευση δεν απορρίπτει τον ενδεχόμενο δόλο». «Με βάση τα ανωτέρω, προτείνεται η ενοχή της πρώτης κατηγορουμένης Μαριάννας Μανουρά για την πέμπτη κατηγορία, αυτή της διακεκριμένης φθοράς ξένης περιουσίας από εκρηκτική ύλη» είπε ολοκληρώνοντας.

Ο συνήγορος υπεράσπισης του Δημήτρη, παίρνοντας τον λόγο, τόνισε εξαρχής ότι ο τρίτος κατηγορούμενος «καμία σχέση δεν είχε με τους χώρους όπου προετοιμάστηκαν και φυλάχθηκαν οι ύλες», απορρίπτοντας κάθε σύνδεση του εντολέα του με την υπόθεση, ενώ, παράλληλα, αποδόμησε το επιχείρημα περί γνωστικού υποβάθρου, της σύνδεσης, δηλαδή, του πτυχίου του από το Πολυτεχνείο Πατρών με τη γνώση κατασκευής εκρηκτικού μηχανισμού,  αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «δεν θα ασχοληθώ με το αστείο επιχείρημα μιας σύνδεσης του πτυχίου», θεωρώντας το νομικά και ουσιαστικά αβάσιμο.

Ως προς τα πραγματικά περιστατικά, επισήμανε ότι το μοναδικό στοιχείο που προκύπτει είναι ότι «συνόδευσε τη Δήμητρα». «Ουδέν το ύποπτον, ουδέν το τρομοκρατικόν», συμπλήρωσε.

Συνήγορος Ρωμανού: «Πώς είναι δυνατόν η λογική να αποκαθίσταται μόνο εν μέρει, όσον αφορά τον Ρωμανό;»

Έπειτα, τον λόγο πήρε η δικηγόρος του Νίκου Ρωμανού, η οποία ξεκίνησε λέγοντας πως όταν ανέλαβε την υπόθεση, ο πατέρας του Νίκου Ρωμανού την είχε ρωτήσει «Τι προσδοκάτε;» κι εκείνη είχε απαντήσει «να αποκατασταθεί η λογική». «Πιστεύω ότι θα γίνει» συμπλήρωσε. Στη συνέχεια, θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: «πώς είναι δυνατόν η λογική να αποκαθίσταται μόνο εν μέρει, όσον αφορά τον Ρωμανό;», για να απαντήσει ότι «η απάντηση φαίνεται στην παράξενη ανατομία αυτής της υπόθεσης».

Όπως υποστηρίζει, το δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει επί της ουσίας για δύο διαφορετικές υποθέσεις: «η κύρια υπόθεση είναι αυτή που ξεκινά από το τραγικό συμβάν στην Αρκαδίας», ενώ παράλληλα «δικάζεται και η υπόθεση της πλαστικής σακούλας». Τονίζει ότι «αυτές οι δύο υποθέσεις είναι ξεχωριστές», ακόμη και όπως αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

Ασκεί έντονη κριτική στην «ακραία επικοινωνιακή διαχείριση» της υπόθεσης, σημειώνοντας ότι κυβερνητικά στελέχη και ο πρωθυπουργός «υποσχέθηκαν αποκατάσταση και αποζημίωση των ενοίκων», κάτι που, όπως λέει, «δεν συνέβη». Κατά την άποψή της, αυτή η διαχείριση «εξηγεί τον λόγο για τον οποίο ο Νίκος Ρωμανός βρίσκεται μπροστά σας», είπε, απευθυνόμενη στην έδρα.

Αναφερόμενη στο κρίσιμο εύρημα, υποστηρίζει ότι η σακούλα αποτέλεσε «απλό μέσο μεταφοράς και όχι μέσο αποθήκευσης», επισημαίνοντας ότι αντίστοιχα ευρήματα «δεν αξιοποιήθηκαν για άλλους, ούτε καν σε επίπεδο μαρτύρων, ούτε για να ερωτηθεί ο Παπαβασιλείου αν τους γνώριζε». Επιπλέον, κάνει λόγο για «κινητά, ποινικά αδιάφορα αντικείμενα», που δεν θεμελίωσαν κατηγορίες για άλλους εμπλεκόμενους.

Αντιθέτως, «στον Ρωμανό όχι μόνο αξιοποιήθηκε, αλλά αποτέλεσε τη βάση και μέχρι σήμερα το μοναδικό θεμέλιο για την κατηγορία σε όλες τις αξιόποινες πράξεις και για την έκδοση εντάλματος σύλληψης». Θέτει, δε, το ερώτημα: «γιατι είχε συγκριτικά με τα άλλα αποτυπώματα μεγαλύτερη αποδεικτική αξία το συγκεκριμένο αποτύπωμα;», για να καταλήξει ότι «η μόνη διαφορά ήταν ο ίδιος ο Ρωμανός, το παρελθόν του».

Ειδική αναφορά γίνεται στο «μετεφηβικό του παρελθόν», το οποίο, όπως τονίζει, είχε ήδη κλείσει: «όταν ο καθηγητής του, ο Δαμιανός, εγγυήθηκε δημόσια να τον συνοδεύσει για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπως και έγινε, εκεί σταμάτησε το παρελθόν του, το οποίο σήμερα τον στοιχειώνει».

Υπενθυμίζει πως ο δάσκαλός του τον περιγράφει ως «ένα από τα 45 παιδιά που, σε μια εικοσαετή πορεία, κατάφερε να δώσει Πανελλήνιες και να περάσει», σημειώνοντας ότι «όλα αυτά κόπηκαν στις 18/11/2024, με τη σύλληψή του». Και καταλήγει ότι «κανείς δεν θα ασχολιόταν με αυτό, αν πίσω από αυτό δεν βρίσκονταν 17 μήνες προσωρινής κράτησης».

Σχετικά με τον συγκατηγορούμενο του Ρωμανού, Αργύρη Κυριακούλια, υπογράμμίσε ότι «αυτό που τελικά είχε αξία ήταν ότι ήταν φίλος του Ρωμανού», αφήνοντας σαφείς αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο στοχοποιήθηκε ο Νίκος Ρωμανός.

 «Έχει από όλες τις πλευρές τελειώσει αυτή η υπόθεση»

  Η συνήγορος, στη συνέχεια της αγόρευσής της, τόνισε ότι στην περίφημη σακούλα βρέθηκαν και άλλα τμήματα αποτυπωμάτων τα οποία, σύμφωνα με την ΔΕΕ, κρίθηκαν ακατάλληλα για παραβολή. Από την συμπληρωματική έρευνα και αυτοψία στην οδό Αρκαδίας προκύπτει ότι, αφού αφαιρέθηκαν οικοδομικά υλικά, βρέθηκαν και άλλα κομμάτια της «ρυπαρής σκισμένης σακούλας Σάνιτας», τα οποία επίσης εστάλησαν στην ΔΕΕ, χωρίς να μπορούν εν τέλει να ταυτοποιηθούν. «Έχει από όλες τις πλευρές τελειώσει αυτή η υπόθεση», υπογράμμισε η συνήγορος. «Σοφίσματα» και «υποθέσεις» χαρακτήρισε τα όσα καταλογίζονται στον Νίκο Ρωμανό, υποστηρίζοντας ότι ο Ρωμανός έχει συρθεί σε δίκη και πολύμηνη στέρηση της ελευθερίας του με βάση υποψίες οι οποίες, όμως, δεν μπορούν «ούτε σαν σκέψη να κατατείνουν προς την ενοχή του». Καταλήγοντας, τόνισε ότι «ο δάσκαλος του Ρωμανού, Δαμιανός, σας είπε να τον αφήσετε να ζήσει. Εγώ σας ζητάω να κρίνετε την δικογραφία με νηφαλιότητα και ψυχραιμία», επαναλαμβάνοντας την ακλόνητη πεποίθηση της για την αθωότητα του Ρωμανού και την φαιδρότητα των κατηγοριών. 

Τέλος, παίρνοντας με τη σειρά του τον λόγο, ο συνήγορος του Αργύρη διευκρίνισε ότι συντάσσεται με την πρόταση της εισαγγελέως καθώς «στην ακροαματική διαδικασία τα ισχνά έως ανύπαρκτα στοιχεία δεν μετατράπηκαν με κανέναν τρόπο σε απόδειξη ότι ο Αργύρης έχει διαπράξει κάποια αξιόποινη πράξη». «Μοναδικό στοιχείο είναι το μισό αποτύπωμα και τίποτα άλλο», τόνισε. Μετά την σύλληψη, έγιναν εκτενέστατες ανακρίσεις και ψάξιμο του φιλικού, οικογενειακού και επαγγελματικού κύκλου του Αργύρη μήπως βρεθεί κάποιο στοιχείο, «όμως όλα βγήκαν καθαρά». Έμφαση δόθηκε από τον συνήγορο στην μη εύρεση αποτυπωμάτων του Αργύρη – και ούτε του Ρωμανού – πάνω στο ίδιο το όπλο. «Πρώτο χαρτί που αποδομεί την κατηγορία είναι ότι το όπλο είναι καθαρό. Δηλαδή τί έγινε, έβαλε επιμελώς γάντια για το όπλο αλλά τα έβγαλε αμελώς για την σακούλα;», διερωτήθηκε ρητορικά ο συνήγορος, τονίζοντας ότι δεν βρέθηκε κανένα άλλο στοιχείο πουθενά, δεν αποδείχθηκε κάποια σύνδεση με την οδό Αρκαδίας, ούτε κάτι μεμπτό από την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου. Ο συνήγορος του Αργύρη χαρακτήρισε την κατάσταση «καφκική», καθώς ο Αργύρης «καλείται να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας», υπογραμμίζοντας επανειλημμένα ότι η διαδικασία αντιστρέφει το βάρος της απόδειξης εις βάρος του κατηγορούμενου, παραβιάζοντας δηλαδή την αρχή του «αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου». «Η νομολογία είναι πλουσιότατη και λέει ότι δεν αρκεί ένα αποτύπωμα από μόνο του για να αποτελέσει απόδειξη ενοχής», τόνισε. Προς επίρρωση των παραπάνω έφερε παράδειγμα μια παλαιότερη υπόθεση όπου ένα δέμα, το οποίο περιελάμβανε ένα βιβλίο που έκρυβε έναν εκρηκτικό μηχανισμό, εντοπίστηκε και πάνω του υπήρχε το αποτύπωμα μιας μεσήλικης γυναίκας, τελείως άσχετης με την υπόθεση, η οποία προφυλακίστηκε για 6 μήνες. Στο δικαστήριο οι κατηγορίες κατέπεσαν γιατί ακριβώς το αποτύπωμα από μόνο του δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί αποδεικτικό στοιχείο όταν πρόκειται για φορητό αντικείμενο, ενώ παράλληλα ο συνήγορος τόνισε ότι το δικαστήριο τότε είχε ερμηνεύσει, ορθά, την αμφιταλάντευση της κατηγορούμενης για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έπιασε το βιβλίο, ως ένδειξη ότι δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την υπόθεση και όχι ως πηγή υποψιών. Ο συνήγορος έκλεισε ζητώντας την πλήρη απαλλαγή του Αργύρη από όλες τις κατηγορίες.