Όπως σημειώνει με την επίκαιρη ερώτησή της «η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε συνθήκες ασφυκτικής πίεσης, εξαιτίας της χρόνιας υποχρηματοδότησης και της δραματικής υποστελέχωσης των δημοτικών υπηρεσιών. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται διαρκώς, με άμεσες συνέπειες στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες».

Σύμφωνα με τη βουλεύτρια, οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των εργαζομένων στους ΟΤΑ (Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης) αναδεικνύουν την έντονη εργασιακή ανασφάλεια χιλιάδων εργαζομένων, οι οποίοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες μέσω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. «Οι εργαζόμενοι αυτοί, ιδίως σε κρίσιμες κοινωνικές δομές όπως οι βρεφονηπιακοί σταθμοί και τα ΚΔΑΠ, αποτελούν βασικό πυλώνα κοινωνικής συνοχής» προσθέτει.

Η διατήρηση σε ισχύ της «τροπολογίας Βορίδη» «υπονομεύει ευθέως τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοτέλεια των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς επιβάλλει στους Δήμους την υποχρεωτική άσκηση ενδίκων μέσων ακόμη και σε περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι δικαιώνονται δικαστικά» υπογραμμίζει ακόμα η κα. Αποστολάκη.

Όπως τονίζει, η πρακτική αυτή παρατείνει την εργασιακή αβεβαιότητα των εργαζομένων δημιουργεί σοβαρές διοικητικές δυσλειτουργίες και υπονομεύει την αυτοδιοικητική αυτονομία.

Παράλληλα, αναφέρει ότι «οι περιορισμοί στις προσλήψεις και η μη εφαρμογή της αναλογίας 1 προς ένα 1 εντείνουν την υποστελέχωση, οδηγώντας σε υπερεργασία, επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και αύξηση του κινδύνου εργατικών ατυχημάτων. Την ίδια στιγμή, διαμορφώνονται συνθήκες υποκατάστασης βασικών δημοτικών υπηρεσιών από ιδιώτες, με σοβαρές επιπτώσεις στον δημόσιο χαρακτήρα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης».

Με την επίκαιρη ερώτησή της, η κ. Αποστολάκη καλεί την Κυβέρνηση «να προχωρήσει άμεσα στην κατάργηση της επίμαχης διάταξης, να σεβαστεί τις αποφάσεις της ΚΕΔΕ και να λάβει ουσιαστικά μέτρα για τη μόνιμη ενίσχυση των Δήμων με προσωπικό».