Η Αλμπανέζε έχει γίνει ένα διεθνές σύμβολο της κριτικής στο Ισραήλ, συνδυάζοντας το υψηλό θεσμικό κύρος με μια σπάνια παρρησία, την οποία έχει πληρώσει πολύ ακριβά. Έχει αντιμετωπίσει απειλές, δολοφονία χαρακτήρα, φυσικά τις γνωστές κατηγορίες για αντισημιτισμό, και ένα πάγωμα των τραπεζικών της λογαριασμών, που σημαίνει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να ταξιδέψει, να κλείσει ξενοδοχείο, να πληρωθεί ή να έχει ιατρική ασφάλιση.

Όλα αυτά είναι δυσκολίες που αντιμετωπίζει μια γυναίκα που δέχεται επιθέσεις, αλλά δεν είναι το θύμα. Περιγράφει στο βιβλίο της μια σκηνή όπου μιλάει μέσω βιντεοκλήσης με παιδιά στην Παλαιστίνη (έχει ζήσει στην περιοχή για χρόνια) για τις συνθήκες ζωής τους, ενώ η ίδια έκανε διακοπές στην Κορσική, στα πεθερικά της. Τα παιδιά της εμφανίζονται περαστικά στην κάμερα με μαγιό, και τα συγκεντρωμένα πιτσιρίκια από την άλλη πλευρά τη ρωτούν γιατί τα παιδιά της δεν φοράνε ρούχα. Εξηγεί ότι κάνουν διακοπές στη θάλασσα. Τα παιδιά της Δυτικής Όχθης δεν έχουν δει τη θάλασσα.

Δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε αυτό το τεράστιο χάσμα που μας χωρίζει από τα πραγματικά θύματα της σύγκρουσης. Αυτή η παράδοξη θέση είναι στην καρδιά όσων συζητάμε.

Όταν στην αρχή της συζήτησης στο Τριανόν ρωτήθηκε για τη δική της κατάσταση, απάντησε αρχικά ότι είναι καλά, όπως τη βλέπουμε, είναι υγιής, αλλά όταν η συζήτηση επανήλθε, η αντίδρασή της ήταν εντονότερη: είπε ότι είναι εξοργιστικό αυτό, «έχω καταθέσει μία έκθεση που δείχνει ότι αυτή τη στιγμή διαπράττονται βιασμοί εναντίον των Παλαιστινίων, σας παρακαλώ, να μιλήσουμε για την Παλαιστίνη».

Αναφέρεται στην πιο πρόσφατη έκθεσή της, που στοιχειοθετεί τη συστηματική χρήση βασανιστηρίων από το κράτος του Ισραήλ. Περιγράφει ομαδικούς βιασμούς, ενίοτε με χρήση αντικειμένων, ηλεκτροσόκ, σεξουαλικές επιθέσεις σε κρατούμενους που έχουν σκεπασμένα τα μάτια και τους έχουν αφαιρέσει τα ρούχα, ακόμα και σε παιδιά.

Αυτά εννοεί όταν λέει ότι είναι εξοργιστικό ότι ανησυχούμε τόσο για την ίδια, αντί να συζητάμε την τελευταία έκθεσή της.

Αυτά ειπώθηκαν στη συνέντευξη Τύπου, για την οποία έχω να πω ότι είναι λογικό για εκείνη να αντιδρά και λογικό και για τους δημοσιογράφους να ρωτούν για τη ζωή της. Ο λόγος φάνηκε στη συνέχεια, όταν πήρε τον λόγο ο Γιάνης Βαρουφάκης (την ομιλία του μπορείτε να διαβάσετε στην ΕφΣυν), όπου μίλησε για ιστορίες θαρραλέων ανθρώπων που μέσα στη συντριπτική κυριαρχία της βίας και του μίσους στο Ολοκαύτωμα όρθωσαν το ανάστημά τους ρισκάροντας και σώζοντας σε κάποιες περιπτώσεις χιλιάδες Εβραίους. Με τη σύνδεση αυτή επανήλθε στο τέλος της ομιλίας του σε κάτι που δεν μπορεί να το πει η ίδια η Αλμπανέζε, αλλά οφείλουμε να το αντιλαμβανόμαστε εμείς: «Ας την τιμήσουμε λοιπόν. Όχι με κούφια αγάλματα. Όχι με βραβεία που δεν ζήτησε. Αλλά με κάτι πιο δύσκολο: Με τη δική μας άρνηση να κοιτάξουμε αλλού».

Αυτό ήταν και το μήνυμα της Αλμπανέζε στη δική της ομιλία, που ακολούθησε. Ξεκίνησε λέγοντας ότι στο περιβάλλον μιας τόσο διαδεδομένης δειλίας, η δική της έλλειψη δειλίας την κάνει να ξεχωρίζει, αλλά το πρόβλημα παραμένει η δειλία.

Ήταν πολύ δυνατή η στιγμή κατά την οποία σε ύφος μάλλον ανάλαφρο, χωρίς κανένα στόμφο και αυταρέσκεια, έλεγε ότι είναι ενοχλητική, δεν κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν άνετα. «Δεν είμαι η Τέηλορ Σουίφτ, δεν είστε φανς, αν μου κάνετε Like στο Facebook αλλά  αγοράζετε ZARA, ή όλα αυτά τα προϊόντα που το BDS σας λέει να μην αγοράζετε, σας είμαι άχρηστη. Αν στέκεστε πίσω μου, το ερώτημα είναι αν με ακολουθείτε ή αν κρύβεστε πίσω μου». Μίλησε για το μποϋκοτάζ, αναρωτήθηκε πώς γίνεται να μην έχει χρεοκοπήσει η Airbnb. Το βιβλίο που παρουσιαζόταν αναφέρει το παράδειγμα του Απαρτχαϊντ: η Μαίρη, μια πωλήτρια 21 ετών σε ένα κατάστημα μιας ιρλανδικής πόλης, αρνήθηκε να χτυπήσει γκρέιπφρουτ από τη Νότια Αφρική στην ταμειακή μηχανή, ακολουθώντας την απόφαση του συνδικάτου της. Τέθηκε σε αναστολή εργασίας και οκτώ εργαζόμενοι ξεκίνησαν απεργία που κράτησε τρία χρόνια, οδηγώντας στην απόφαση να είναι η Ιρλανδία η πρώτη χώρα που απαγόρευσε την εισαγωγή νοτιοαφρικανικών εμπορευμάτων.

Η άρνησή της Αλμπανέζε να κρατήσει ίσες αποστάσεις φυσικά καταγγέλλεται ως αντισημιτισμός, φαινόμενο στο οποίο αφιερώνει ένα κεφάλαιο του βιβλίου της εξηγώντας ότι η ταύτιση των εγκλημάτων του Ισραήλ με τον εβραϊκό λαό έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο του αντισημιτισμού -αυτή τη φορά του πραγματικού αντισημιτισμού, όχι της κριτικής στο Ισραήλ που βαφτίζεται αντισημιτισμός. Οι ίσες αποστάσεις εδώ ανακαλούν την οδηγία προς τα βρετανικά σχολεία να διδάσκουν την ιστορία της Παλαιστίνης «με σεβασμό και στις δύο πλευρές», και του αποικιοκράτη και του θύματος: σαν να ζητούσαμε μια ιστορία του Απαρτχάιντ που να δίνει ίσο χώρο στην προπαγάνδα των φυλετικών διακρίσεων.

Στη συνέχεια μίλησε για τον Ισραηλινό πρέσβη που την αποκάλεσε «μάγισσα» και είπε ότι η πατριαρχία χτύπησε ταβάνι, γιατί δεν μπορούσε να ανεχτεί μια γυναίκα να του υποδεικνύει τι συμβαίνει. Περιέγραφε περιπτώσεις όπου ακόμη και όταν κατάφωρα είχαν διαψευσθεί οι κατηγορίες που της αποδίδονταν, η «τεστοστερονική ενέργεια» δεν επέτρεπε να ζητήσουν συγγνώμη. Το ίδιο όταν η νεαρή Παλαιστίνια ζωγράφος Μαλάκ ακούει τον ηλικιωμένο καθηγητή της να τη ρωτάει μήπως θα ήταν πιο ταιριαστό για το φύλο της να ζωγραφίζει ανθοδοχεία.

Γράφει στο βιβλίο της η Αλμπανέζε ότι για να σταματήσεις μια γενοκτονία, πρέπει πρώτα να τη δεις. Όμως αν αναλογιστούμε πόσο επείγον είναι το αίτημα να σταματήσει η σφαγή, είναι αποκαρδιωτικό ότι -όπως γράφει ο D. Fassin για την Παλαιστίνη- για τη σφαγή στη Ναμίμπια, τη γενοκτονία των Χερέρο και Νάμα από τους Γερμανούς, χρειάστηκαν 117 χρόνια μέχρι την αναγνώριση από τις γερμανικές αρχές το 2021. Δεν έχουμε τόσο χρόνο.

Αυτό που μπορούμε να δούμε είναι ότι η θέση του Ισραήλ στη συνείδηση της δυτικής κοινής γνώμης κλονίζεται. Ο Πέρι Άντερσον χρησιμοποιεί την αναλογία με τους Αφρικάνερς για να πει ότι η ανοιχτή πολιτική στήριξη στο Απαρτχάιντ δεν ήταν εύκολη, ήταν καθεστώς απαξιωμένο και στην Ολλανδία, παρότι στηριζόταν από ιδιώτες επιχειρηματίες. Δεν ισχύει καθόλου το ίδιο για το Ισραήλ, που ενεργοποιεί έναν ισχυρότατο μηχανισμό προπαγάνδας και σπίλωσης κάθε αντίθετης φωνής, πάρα πολύ δυναμικά και αποτελεσματικά.

Η Αλμπανέζε αφηγείται τις ματαιωμένες εκδηλώσεις, τις αλλεπάλληλες περιπτώσεις που ως εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών δεν μπορούσε να μιλήσει δημόσια στη Γερμανία, όπου μεταφερόταν σε μικρότερες αίθουσες ή εκδηλώσεις ακυρώνονταν ή η αστυνομία ενημέρωνε τους διοργανωτές  της Junge Welt ότι αν γινόταν η εκδήλωση θα αναγκάζονταν να τη συλλάβουν με βάση τη γερμανική νομοθεσία για τον αντισημιτισμό (χρειάστηκε να παρέμβει ο ΟΗΕ για να υπενθυμίσει ότι έχει διπλωματική ασυλία και αυτό θα ήταν πρωτοφανές σκάνδαλο).

Μίλησε στην αρχή για το πρόβλημα του «εξισραηλισμού της δημόσιας ζωής», τόσο στη Γερμανία όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, μια συνθήκη απώλειας της ελευθερίας του λόγου που μεταφέρεται στις κοινωνίες μας. Στο βιβλίο παραθέτει τη φράση της Πολιτκόφσκαγια που χρησιμοποιεί ως προμετωπίδα σε ένα κεφάλαιο και περιέχει τη φράση: «η γενοκτονία ενός λαού οδηγεί στη γενοκτονία ενός άλλου λαού […] Σήμερα στην γκιλοτίνα καταλήγει ο τάδε, αύριο ο δείνα, μεθαύριο είναι η σειρά της μικρής Λιάνα».

Ίσως αυτό εξηγεί τη διπλή πρόκληση που προέκυψε σε αυτή τη συζήτηση, καθώς ο Βαρουφάκης έλεγε αστειευόμενος ότι «θα την εκνευρίσει» μιλώντας για την ίδια. Γιατί χρειάζεται να καταφέρουμε να χωνέψουμε την έκταση, το βάθος, τη βαρβαρότητα της βίας του γενοκτονικού σχεδίου του Ισραήλ στην Παλαιστίνη, και μαζί να μιλήσουμε για μας, για το τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους της Δύσης να μιλούν ή να σωπαίνουν, κάποτε μάλιστα να σωπαίνουν χωρίς ανταλλάγματα και χωρίς απειλές. Μερικές φορές είναι «ληστές χωρίς λάφυρα», όπως λέει ο Ιλάν Παπέ, βρίσκονται στο πλευρό των κατακτητών, αλλά δεν προσκαλούνται βέβαια στη μοιρασιά της λείας.

Η Αλμπανέζε συνάντησε στην Ελλάδα θερμή υποδοχή. Δεν ήμουν στην εκδήλωση του Παντείου, όπου συνομίλησε με τον Δημήτρη Χριστόπουλο, αλλά είδα βίντεο και περιγραφές. Φοβάμαι όμως ότι μέσα στην ευγένειά της ήταν πολύ επιεικής μαζί μας, ή έστω συνάντησε όσους θα δημιουργούσαν μια εικόνα παραπλανητική. Η ελληνική κοινωνία συνολικά σιωπά για την Παλαιστίνη, όπως σιωπά για όλα.

Η παρουσία της Αλμπανέζε σε αυτή τη συζήτηση στο Τριανόν ήταν βαθιά αναζωογονητική, ακριβώς γιατί μας δείχνει πόση ομορφιά αποπνέουν οι άνθρωποι που συνεχίζουν, ακόμα και όταν ο κόσμος κοιμάται ή, όπως στην περίπτωση των τελευταίων κυβερνήσεών μας, όταν συνεργάζεται με εγκληματίες.

Ο λόγος της συνδυάζει την τεκμηρίωση με την αφήγηση: εξηγεί ότι τη γενοκτονία δεν την τεκμηριώνεις με επιμονή στη λεπτομέρεια, αλλά κατορθώνοντας να δεις το ευρύτερο πλαίσιο. Και αυτό το πλαίσιο περιλαμβάνει και αριθμούς και αφηγήσεις. Περιλαμβάνει αριθμούς, γιατί όταν ακούμε ότι το Ισραήλ εγκληματεί μόνο μετά το ’23, έχει σημασία ότι η έκθεση της Αλμπανέζε για την παιδική ηλικία στη Γάζα τεκμηριώνει 1400 δολοφονίες παιδιών πριν την 7η Οκτωβρίου, όμως την ίδια στιγμή μάς ενημερώνει για την οργάνωση «Δεν είμαστε αριθμοί» από παλαιστίνιους συγγραφείς, που στόχος της είναι  ακριβώς να αντισταθεί «στον ευτελισμό των στατιστικών», στην απλή αλήθεια ότι κανείς δεν συγκινείται από αυτούς τους αριθμούς.

Είναι λογικό που η Αλμπανέζε δυσφορεί όταν την επαινούν για τις λογοτεχνικές αρετές του βιβλίου, καθώς το αντικείμενό του είναι η παγερή φρίκη της γενοκτονίας. Ωστόσο, μόνο συνδυάζοντας τα τεκμήρια με τις ανθρώπινες ιστορίες καταλαβαίνουμε γιατί αυτό το βιβλίο που εστιάζει σε δέκα διαφορετικές αφηγήσεις ανθρώπων που τη σημάδεψαν σε σχέση με τη Γάζα, διαβάστηκε τόσο πολύ.

Αν το ερώτημα «Τι να κάνουμε;» ακούγεται ολοένα πιο ράθυμα και μελαγχολικά όταν αφορά την εγχώρια πολιτική, σαν να συνοδεύεται και από ένα ανασήκωμα των ώμων, εδώ το ερώτημα «τι να κάνουμε» έχει μια απείρως πιεστικότερη απόληξη. Ας κάνουμε κάτι άλλο. Ή έστω: κάτι.