του Κωνσταντίνου Πουλή
Αμέσως μετά ξεκίνησε ένας μακρύς μονόλογος του δικηγόρου Καπερνάρου ο οποίος αγόρευε επί της ουσίας, έλεγε για τον εντολέα του ότι είναι «παντάπασι αθώος» αλλά και θεωρεί τον εαυτό του απόλυτα προσβεβλημένο που είναι κατηγορούμενος με αυτό το βούλευμα. Δεν ξεκινούσε λοιπόν η κατάθεση του πατέρα του θύματος, διότι περιμέναμε τον Καπερνάρο να εξηγήσει ότι ευτελίζονται αστυνομικοί (!) με βάση ένα στημένο σενάριο, γιατί αν κάτι ξέρουμε ότι κάνει πολύ συχνά η ελληνική δικαιοσύνη, είναι να στήνει σενάρια εναντίον αστυνομικών. Που, εδώ που τα λέμε, ακόμα και άοπλο παιδί να δολοφονήσουν, πάλι συγχαρητήρια θα λάβουν.
Μιλούσε για έναν μάρτυρα αστυνομικό που αν έρθει θα τελειώσει η δίκη, αλλά η εισαγγελία αρνείται να τον καλέσει -για ποιον λόγο άραγε; αναρωτιόταν- ήθελε εξηγήσεις, μετά κι άλλες εξηγήσεις γιατί δεν του έφτασαν, όλα αυτά για να κληθεί ένας ακόμη αστυνομικός να μας πει ότι όλα έγιναν καλώς, σαν τους δεκάδες αστυνομικούς που παρέλασαν από το δικαστήριο του Βόλου για να επαινέσουν ντροπιαστικά το έγκλημα των συναδέλφων τους. Όλα αυτά με ατελείωτες παρεμβολές που δυσχαίρεναν τη διαδικασία, με ιώβειο υπομονή εκ μέρους της έδρας στις προσβολές και την απαξίωση που μετέφεραν οι χαρακτηρισμοί και το ύφος του.
Όταν ξεκίνησε η κατάθεση του Γιάννη Μάγγου, τα πράγματα μπαίνουν σε μια πολύ διαφορετική προοπτική. Η πρόεδρος ρωτά πώς ήταν ως άνθρωπος ο Βασίλειος, και εκεί συμβαίνει κάτι πολύ έντονο: οποιαδήποτε μικρή πληροφορία για τη ζωή του, εντελώς άσχετη με την υπόθεση, έφερε τον μακάβριο αέρα της απουσίας του σήμερα.
Ο πατέρας του μίλησε για το πόσο δεμένοι ήταν, για τότε που είχαν χωριστεί σε διαφορετικούς προορισμούς με τη γυναίκα του όταν διορίστηκε στην Τήλο και είχε πάρει τον μικρό Βασίλειο μαζί του, όταν ήταν τριών ετών, μίλησε μετά για την κοπέλα του, και φυσικά για τη χρήση ναρκωτικών. Την καθημερινή άσκηση, το περπάτημα, που έκαναν μαζί, στο διάστημα που είχε απεξαρτηθεί, πριν τον βασανισμό του.
Ρωτήθηκε για τις πολιτικές πεποιθήσεις του θύματος και είπε ότι δεν θα το κρύψει ότι ο γιος του ήταν κοινωνικός αγωνιστής που ανήκε στον αναρχικό χώρο, μίλησε για τις αξίες που ήθελαν να εμφυσήσουν στα παιδιά τους. Το έχετε δει το βίντεο; τον ρωτά η πρόεδρος. Χιλιάδες φορές, της απαντά, επί έξι χρόνια το βλέπω κάθε μέρα. Στην ερώτηση αν θυμάται, πιο μετά, της απαντά ότι ξυπνάει και κοιμάται με αυτή τη σκέψη, κάθε μέρα, όλες τις μέρες.
Φτάνοντας στη στιγμή που ρίχνουν τον Βασίλειο κάτω, η πρόεδρος μεταφέρει τα επιχειρήματα της υπεράσπισης, ως οφείλει, οπότε ρωτά αν προσπαθούσε να επιτεθεί στους αστυνομικούς, αν ήθελε να απελευθερώσει τον κρατούμενο που ήταν στα χέρια της αστυνομίας, για να ειπωθεί ότι βεβαίως δεν γίνονται αυτά.
Περιγράφει την επίθεση που δέχεται ο Βασίλειος έξω από το δικαστήριο, όπου τέσσερις αστυνομικοί τον χτυπούν λυσσαλέα, και διευκρινίζεται ότι το συμβάν έξω από το δικαστήριο δεν είναι αντικείμενο αυτής της δίκης, αλλά της δίκης που προηγήθηκε στον Βόλο.
Εκεί προκύπτει κάτι που θα μας απασχολήσει και στη συνέχεια. Το δικαστήριο του Βόλου καταδίκασε τους τρεις κατηγορούμενους θεωρώντας ότι είναι υπαίτιοι για τα σπασμένα πλευρά του Βασίλειου, οπότε το ερώτημα είναι αν αυτό έγινε στην πρώτη φάση του ξυλοδαρμού, έξω από τα δικαστήρια, που έχει κριθεί, ή αργότερα, στο όχημα της αστυνομίας και μέσα στο τμήμα, όπου συνεχίστηκε ο βασανισμός του.
Αυτή η διάκριση οδήγησε και στη διατύπωση της ανατριχιαστικής ερώτησης της Προέδρου αν πονάει περισσότερο το χτύπημα σε σπασμένα πλευρά. Αντιλαμβάνομαι τη λογική: ακόμη και αν τα κατάγματα έχουν γίνει νωρίτερα, με αυτόν τον τρόπο εδραιώνεται ότι οι αστυνομικοί τον χτυπούσαν πάνω στα σπασμένα πλευρά και δίνεται το μέτρο της βαρβαρότητας αυτής της πράξης. Δεν μπορώ να μη σκεφτώ ωστόσο ότι αυτό δεν λέγεται ως μέρος ταινίας τρόμου, με κάποιον μανιακό δολοφόνο που τεμαχίζει πτώματα, αλλά αφορά αστυνομικούς εν ώρα υπηρεσίας.
Μεταφέρει όσα του είπε ο γιος του, ότι τον χτύπησαν στα δικαστήρια, μετά στο αυτοκίνητο και στο τμήμα, και του φώναζαν σεξιστικές βρισιές, «παλιοκραγμένη, παλιοαδερφή, θα πεθάνεις κωλόπαιδο, παλιοπούστη», του έλεγαν «τι “α” μωρή κραγμένη, πόσα πλευρά έχεις; δεν θα σου λείψουν», ότι τον χτύπησαν και τον εξευτέλισαν.
Η περιγραφή του Γιάννη Μάγγου για το πώς βρήκε το παιδί του μετά τον βασανισμό ήταν η πιο φορτισμένη στιγμή της διαδικασίας. Λέει ότι μπαίνοντας στο σπίτι αντιμετωπίζει ένα θέαμα αποτρόπαιο. Το πρόσωπο του παιδιού του ήταν αλλοιωμένο από τους πόνους, ήταν ένας άνθρωπος πανικόβλητος, δυσκολευόταν να ανασάνει, δεν μπορούσε να σταθεί πουθενά. «Έκλαιγε από τους πόνους και δίπλα του έκλαιγε ο 14χρονος αδερφός του, ο οποίος κλαίει ακόμα». Αυτή την περιγραφή καλώ να θυμόμαστε κάθε φορά που ακούγεται στεντορεία τη φωνή ότι έχουμε στημένα σενάρια για να ευτελίζονται αστυνομικοί. Αναφέρεται πάλι στη χρήση ουσιών, για να πει ότι ο ίδιος δήλωσε στο νοσοκομείο ότι ο γιος του υπήρξε (στον αόριστο) χρήστης, ώστε να μην του δώσουν κάτι που μπορεί να τον πειράξει.
Την ώρα που τον βασανίζουν, ο Βασίλειος ζητεί το όνομα του ενός από τους αστυνομικούς, για να καταθέσει μήνυση. Ο βασανιστής του τον κοροϊδεύει λέγοντας «και ποιος θα δώσει σημασία;», αλλά ορίστε που αυτός που ρώτησε ποιος θα δώσει σημασία είναι κατηγορούμενος, και στα δικαστήρια βρίσκονται πάντα συγκεντρωμένοι φίλοι και σύντροφοι του Βασίλειου, δημοσιογράφοι από αρκετά διαφορετικά Μέσα, για να απαντήσουν στον βασανιστή ότι είναι πολλοί αυτοί που νοιάζονται, γι’ αυτό είναι κατηγορούμενος για κακούργημα.
Όταν ο Βασίλειος κάνει και πάλι χρήση, στο διάστημα μετά τον βασανισμό του από την αστυνομία, φτάνουμε στο τελευταίο κομμάτι της κατάθεσης, τον θάνατό του. Ο Γιάννης Μάγγος είναι μαζί με την κατάκοιτη μητέρα του, μαθαίνει τι έχει συμβεί, την αφήνει και πηγαίνει στο νεκροτομείο, όπου λέει «άνοιξα ένα συρτάρι και είδα το παιδί μου για τελευταία φορά». Ήταν μια χαρά τα τελευταία χρόνια, μετά τα απάνθρωπα βασανιστήρια έχασε τα πάντα και έκανε χρήση.
Η πρόεδρος ρωτά πριν να κλείσει αν παρότρυνε τον Βασίλειο να υποβάλει μήνυση κατά των αστυνομικών. Ήταν θέμα χρόνου, της απαντά, αλλά κατά βάθος η απάντηση είναι ότι κανείς μας δεν ξέρει πότε θα μας προλάβει ο θάνατος. Πολύ περισσότερο ένας θάνατος τόσο πρόωρος.
Στο τέλος, ρωτά τον πατέρα αν του ζήτησαν ποτέ συγγνώμη και απαντά: είναι αμετανόητοι και αδίστακτοι κυρία πρόεδρε. Ακούγεται μάλιστα η φωνή κάποιου συνηγόρου να λέει «γιατί να ζητήσουν συγγνώμη;».
Η αλήθεια είναι ότι αν η αστυνομία ένιωθε κάποια απόσταση από αυτές τις συμπεριφορές, θα το είχαμε καταλάβει, γιατί θα συμπαραστεκόταν σε όσους ζητούν την τιμωρία των βασανιστών. Όσα συμβαίνουν μετά τον βασανισμό, αποδεικνύουν ότι η αστυνομία είναι συστημικά συνένοχη. Και όσα συμβαίνουν σε αυτόν ή οποιονδήποτε άλλον βασανισμό συμβαίνουν μόνο διότι οι αστυνομικοί ξέρουν ότι δεν παραβιάζουν τον κώδικα της πραγματικής δεοντολογίας τους, κάνουν αυτό ακριβώς που το Σώμα περιμένει και επικροτεί.