Εξηγώντας το δημοσκοπικό προβάδισμα της ΝΔ παρά τα όσα συμβαίνουν τα τελευταία 7 χρόνια ο κ. Χαρίτσης σημείωσε ότι «η ελληνική κοινωνία δεν έχει πειστεί ότι υπάρχει εναλλακτική, ένα άλλο σχέδιο, αντιπαραθετικό με αυτό της Νέας Δημοκρατίας. Γι’ αυτό η κυβέρνηση εξακολουθεί, παρά τα σκάνδαλα, παρά την πλήρη καταβαράθρωση των δημοκρατικών θεσμών και την έκρηξη των ανισοτήτων, να διατηρεί ένα σημαντικό πολιτικό προβάδισμα». «Ο συσχετισμός θα κριθεί στο κατά πόσον θα πειστεί η ελληνική κοινωνία ότι μπορεί να υπάρξει διαφορετικός δρόμος, ένας άλλος πολιτικός πόλος, αριστερός και προοδευτικός με ένα πολιτικό σχέδιο για το πώς θέλουμε να είναι η χώρα τα επόμενα χρόνια με όρους προστασίας των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας» συνέχισε.
Η κυβέρνηση της ΝΔ κατάφερε να διαμορφώσει τις συνθήκες μιας κοινωνίας «πολύ χαμηλών προσδοκιών» και τώρα «θέλουν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχουν συλλογικές λύσεις στα αδιέξοδά μας» ενώ ταυτόχρονα «η απόσταση μεταξύ πολιτικού συστήματος και κοινωνίας διευρύνεται και η εμπιστοσύνη σε θεσμούς όπως η Δικαιοσύνη, το Κοινοβούλιο, τα ΜΜΕ χάνεται», επισημαίνει ο Αλ. Χαρίτσης και συνεχίζει: «Διαμορφώνεται έτσι ένα πεδίο στο οποίο ενισχύονται δυνάμεις που αναφέρονται στην αντιπολιτική και στην ακροδεξιά. Αυτό δεν βοηθά απλώς την κυβέρνηση, αλλά καλλιεργείται και τροφοδοτείται από την ίδια και επιτείνει αυτό το κοινωνικό αδιέξοδο».
Ερωτηθείς για το μανιφέστο του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, σημειώνει ότι σε τέτοιου είδους διακηρυκτικά κείμενα είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς σημεία συμφωνίας αλλά και κριτικής, εστιάζει, όμως, κυρίως στον χρήσιμο ρόλο που επιτελεί πολιτικά το μανιφέστο: «Να περιγράψει την ανάγκη για μια πλουραλιστική και συνθετική εκδοχή της Αριστεράς» και για το πώς πρέπει «να συναντηθούν και να συμπλεύσουν» τα τρία ρεύματα της σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας, σε μια εποχή μεγάλου κατακερματισμού και περιχαρακώσεων. Ο Αλ. Χαρίτσης επισημαίνει, επίσης, ότι ενώ τέτοιου είδους διακηρύξεις συχνά αποτελούν αντικείμενο συζήτησης ενός περιορισμένου χώρου πολιτικών και δημοσιογράφων, το συγκεκριμένο κείμενο σχολιάστηκε ευρέως «δημιούργησε πολιτικό γεγονός. Και αυτό το βρίσκω θετικό». Τονίζει ότι «τελικά όλα κρίνονται στο πώς οι προθέσεις θα μεταφερθούν στην πολιτική και θα αποκτήσουν πολιτικό περιεχόμενο» αναγνωρίζοντας ζήτημα αξιοπιστίας της Αριστεράς και γενικότερα του προοδευτικού χώρου διεθνώς και αναφέρεται στο παράδειγμα της κυβέρνησης Σάντσεθ στην Ισπανία, με τη συνεργασία σοσιαλιστών και αριστερού Sumar, που βρήκε «πεδία συνδιαμόρφωσης πολιτικής». «Είναι ένα παράδειγμα που δείχνει πώς στην πράξη μπορεί να μετουσιωθεί η σύγκλιση των τριών ρευμάτων», καταλήγει.
Για τον ρόλο του Αλέξη Τσίπρα σε όλα αυτά, απαντά ότι είναι σημαντικός. Γιατί το πρόβλημα του χώρου της Αριστεράς για τον κ. Χαρίτση δεν είναι τόσο πρόβλημα ταυτότητας, «Δεν χρειάζεται να πείσουμε αν είμαστε Αριστεροί ή αν είναι αριστερά αυτά που λέμε» αλλά η κοινωνική αναφορά και το «πώς μπορούν αυτά που λέμε να “ακουμπήσουν” πάνω στις πραγματικές αγωνίες των λαϊκών ανθρώπων». Εκεί υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση τα τελευταία χρόνια μεταξύ των οργανωμένων δυνάμεων της Αριστεράς και της κοινωνίας, κυρίως των λαϊκών στρωμάτων και ο Αλέξης Τσίπρας έχει το πλεονέκτημα «να επικοινωνεί μ’ αυτά τα κοινωνικά στρώματα που σήμερα βρίσκονται εκτός των τειχών».
Για τη Νέα Αριστερά, ο πρώην Πρόεδρός της, τονίζει κατ’ αρχάς ότι είναι σημαντικό για ένα κόμμα να συζητάει ανοιχτά και συλλογικά τις διαφωνίες του χωρίς να τις κρύβει «κάτω από το χαλί» και ξεκαθαρίζει ότι δεν δόθηκε χαρακτήρας προσωπικών αντιπαραθέσεων. Ο Αλέξης Χαρίτσης σημειώνει ότι «δεν κρύφτηκε ποτέ και πιστεύει ότι είναι συνεπής στη διαδρομή του και στην άποψη για έναν πρωταγωνιστικό ρόλο της Νέας Αριστεράς στην πορεία για τη σύγκλιση και την ενότητα των δυνάμεων του χώρου απέναντι σε μια λογική περιχαράκωσης που κοιτάζει περισσότερο προς τα μέσα και όχι προς τα έξω».
«Θεωρώ ότι η Αριστερά συνολικά, για να είναι κοινωνικά χρήσιμη, πρέπει να απαντά στο βασικό πολιτικό ζήτημα που βάζει η ίδια η κοινωνία. Κι αυτό σήμερα είναι το ζήτημα της πολιτικής αλλαγής. Το πώς θα απαλλαγούμε από την κυβέρνηση της Δεξιάς», συνεχίζει ο κ. Χαρίτσης, τονίζοντας ότι δεν αναφέρεται σε μία άλλη κυβέρνηση που θα εφαρμόσει παραπλήσια πολιτική αλλά για ένα κυβερνητικό σχήμα που θα εφαρμόσει μια πολιτική που θα προστατεύει την κοινωνική πλειοψηφία, που θα αναβαθμίζει γεωπολιτικά τη θέση της χώρας και δεν θα λειτουργεί ως παρακολούθημα των ΗΠΑ. «Εγώ από την πλευρά μου υπηρετώ το σχέδιο της πολιτικής αλλαγής και έτσι ακριβώς θέλω να συνεχίσω. Αρκεί η σύγκλιση να γίνει με όρους συστράτευσης και ενότητας. Νομίζω ότι έχουμε καταλάβει ότι κανένας δεν μπορεί μόνος του», συμπληρώνει.
Για το θέμα παραίτησης από τη βουλευτική έδρα, ο Αλ. Χαρίτσης επισημαίνει ότι έχει ανοίξει μία συζήτηση η οποία αποκτά χαρακτηριστικά απαξίωσης της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. «Εμένα αυτή η λογική μού είναι ξένη» σημειώνει και εξηγεί ότι για τον ίδιο το κοινοβούλιο είναι «χώρος μάχης, πεδίο ουσιαστικής πολιτικής αντιπαράθεσης», ακόμη περισσότερο στις σημερινές συνθήκες «με όλες αυτές τις απόπειρες θεσμικές εκτροπής της κυβέρνησης Μητσοτάκη. «Αλίμονο αν αφήσουμε τον Μητσοτάκη και τη Δεξιά να παίζουν μπάλα μόνοι τους σ’ έναν τόσο σημαντικό θεσμό» αναφέρει χαρακτηριστικά και μιλάει για «χρέος των δυνάμεων της Αριστεράς να δίνουν τη μάχη και σ’ αυτό το επίπεδο». Με αναφορά στις υποκλοπές και την κυβερνητική προσπάθεια πρωτοφανούς συγκάλυψης και στον ΟΠΕΚΕΠΕ και το κοινοβουλευτικό «πραξικόπημα» ο Αλ. Χαρίτσης τονίζει: «Ε, δεν μπορείς σ’ αυτά να είσαι απών. Είναι σημαντικό να εκφράζεις τη φωνή της κοινωνίας σε μία σειρά από ζητήματα, υπάρχει πολύ μεγάλη ανάγκη κοινωνικής έκφρασης σε θεσμικό επίπεδο. Άρα ζήτημα παραίτησής μου δεν υπάρχει».
Για την επαναφορά της δημόσιας συζήτησης στο 2015, ο κ. Χαρίτσης μιλάει για προσπάθεια της κυβέρνησης να μετατοπίσει την ατζέντα από τα σημερινά καυτά προβλήματα και επισημαίνει κατ’ αρχάς ότι «η δουλειά που έχει να κάνει ο απέναντι πόλος είναι να βάλει τη δική του ατζέντα». Όσο για το 2015 «ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: Ήρθε μία κυβέρνηση, του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία κατάφερε, με νύχια και με δόντια και μέσα σε τρομακτικά αντίξοες συνθήκες, παρά τα λάθη και τις παλινωδίες της, να σώσει τη χώρα από τη χρεωκοπία και την κοινωνία από την ανθρωπιστική καταστροφή. Γιατί εκεί βρισκόμασταν. Αυτά ήταν τα δύο τεράστια επιτεύγματα αυτής της κυβέρνησης» τονίζει και συμπληρώνει ότι η χώρα βγήκε από τα μνημόνια και κατάφερε να πετύχει «τη μεγαλύτερη διπλωματική της νίκη εδώ και δεκαετίες», τη Συμφωνία των Πρεσπών. «Προσπαθούν να ξαναγράψουν την ιστορία αλλά η ιστορία γράφεται με άλλους όρους και ο ελληνικός λαός γνωρίζει ακριβώς ποιοι χρεωκόπησαν τη χώρα και ποιοι προσπάθησαν να την βγάλουν από τον βούρκο», καταλήγει.
«Χρειάζεται μία Αριστερά που να ξέρει ποιους εκπροσωπεί, που θα έχει ένα σαφές σχέδιο το οποίο δεν θα χαϊδεύει απλώς τα αυτιά όλων αλλά θα διαθέτει ένα πολύ συγκεκριμένο προσανατολισμό και ένα πρόγραμμα που θα απαντάει στις πραγματικές ανάγκες», τονίζει. «Θεωρώ ότι χρειάζονται υπερβάσεις από όλους. Υπερβάσεις και προγραμματικές, τολμηρές, να δείξουμε ότι ο στόχος δεν είναι απλώς να διαχειριστούμε το υπάρχον πλαίσιο αλλά να το αλλάξουμε. Εδώ χρειάζονται τομές και συγκρούσεις με κατεστημένα συμφέροντα που λυμαίνονται τον τόπο με τις ευλογίες της κυβέρνησης Μητσοτάκη» αναφέρει ο κ. Χαρίτσης και με αυτοκριτικό τόνο μιλάει για την ανάγκη ενός σχεδίου που θα αφήνει πίσω τις όποιες προσωπικές ή συλλογικές πικρίες και θα κοιτά με το βλέμμα μπροστά έτσι ώστε να λειτουργήσει ενοποιητικά και συνθετικά. «Σήμερα λοιπόν που είμαστε στο 2026, όχι στο 2015 ούτε στο 2019, είναι πολύ σημαντικό να βάλουμε την ατζέντα που αφορά την κοινωνία σήμερα. Και αυτή τη στιγμή, το μεγάλο ζήτημα για την ελληνική κοινωνία είναι το κόστος ζωής, είναι ότι δεν βγαίνει ο μήνας», συμπληρώνει, προσθέτοντας ότι είναι εξωφρενικό την ίδια ώρα που ο ελληνικός λαός ζορίζεται τόσο πολύ, βλέπει δίπλα του «να χορεύουν τα δισεκατομμύρια» χαρακτηρίζοντας το Ταμείο Ανάκαμψης «το μεγάλο πάρτι του αιώνα».
Ερωτηθείς για το τι θα έκανε αν επέστρεφε στο Υπουργείο Εσωτερικών, ο κ. Χαρίτσης τονίζει την ανάγκη για «δημοκρατία σε όλα τα επίπεδα»: στη λειτουργία των θεσμών με διαφάνεια, λογοδοσία και δικαιοσύνη συμπεριλαμβάνοντας τη χρηστή διαχείριση του δημοσίου χρήματος. «Επιτρέψτε μου να σας πω ότι νιώθω περήφανος που ακόμα και τόσα χρόνια μετά, υπάρχουν αυτοδιοικητικοί άλλων πολιτικών χώρων που αναγνωρίζουν ότι τότε, η δική μας κυβέρνηση, διαχειρίστηκε το δημόσιο χρήμα με σεβασμό, με σχέδιο και με τρόπο αξιοκρατικό», προσθέτει.
Ο Αλέξης Χαρίτσης, μιλάει για την ανάγκη να υπάρξει ένα «μοντέλο ανάπτυξης συμπεριληπτικό, το οποίο θα έχει στο επίκεντρό του τον κόσμο της εργασίας, γιατί ανάπτυξη χωρίς τις δυνάμεις της εργασίας δεν νοείται. Κι αυτό είναι στοιχείο της δημοκρατίας για μένα» ενώ για το μείζον θέμα των υποκλοπών εκφράζει την άποψη ότι «στο τέλος θα γίνει κατανοητό ότι αυτό που ζούμε με τις υποκλοπές συνιστά μία πλήρη και πρωτοφανή καταστρατήγηση κάθε έννοιας σεβασμού στο δημόσιο συμφέρον». Ο κ. Χαρίτσης ασκεί κριτική και στην ηγεσία της Δικαιοσύνης αναφερόμενος σε «ταφόπλακα» όσον αφορά την πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στην υπόθεση των υποκλοπών.
Καταλήγοντας ο κ. Χαρίτσης αναφέρει: «Είναι επιτακτικό λοιπόν να παλέψουμε για να υπάρξει δημοκρατία και δικαιοσύνη. Το στοίχημα για την επόμενη προοδευτική κυβέρνηση είναι ακριβώς αυτό. Αλλά αυτό δεν θα γίνει μόνο από τα πάνω, επειδή θα βρεθούν 10 πεφωτισμένοι υπουργοί και ένας μεγάλος ηγέτης. Αν δεν ενεργοποιηθεί η ίδια η κοινωνία σ’ αυτήν την κατεύθυνση και αν δεν πάρει την υπόθεση στα χέρια της, ακόμα και το καλύτερο σχέδιο δεν πρόκειται να πετύχει. Και γι’ αυτό το ζήτημα της κοινωνικής ενεργοποίησης είναι πολύ κρίσιμο».