του Παναγιώτη Παπαδομανωλάκη
«Ο κόσμος έχει φτάσει σε ένα νέο σταυροδρόμι. Μπορούν η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες να ξεπεράσουν την λεγόμενη “Παγίδα του Θουκυδίδη” και να σφυρηλατήσουν ένα νέο παράδειγμα για τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων;». Τα παραπάνω λόγια είπε, αυτολεξεί, ο Κινέζος πρόεδρος, όταν οι δύο ηγέτες ξεκινούσαν τη σύνοδο κορυφής στο Πεκίνο.
H «Παγίδα του Θουκυδίδη» είναι μια έννοια των διεθνών σχέσεων, που προήλθε από τον Αμερικάνο συγγραγέα Χέρμαν Γούκ, για να παραλληλίσει τον Ψυχρό Πόλεμο μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ μετά τη νίκη τους επί του ναζισμού, με τον ανταγωνισμό μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης μετά τη νίκη τους επί της Περσικής Αυτοκρατορίας. Στη συνέχεια, ο Αμερικάνος πολιτικός επιστήμονας Γκράχαμ Άλισον στο βιβλίο του «Προορισμένοι για πόλεμο: Μπορούν οι ΗΠΑ και η Κίνα να αποφύγουν την παγίδα του Θουκυδίδη;», χρησιμοποίησε τον όρο για να αναφερθεί «στη φυσική, αναπόφευκτη αναστάτωση που συμβαίνει όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να εκτοπίσει μια κυρίαρχη δύναμη… η προκύπτουσα δομική πίεση καθιστά μια βίαιη σύγκρουση τον κανόνα και όχι την εξαίρεση».
Η «Παγίδα του Θουκυδίδη» έλαβε το όνομά της από τον Αθηναίο στρατηγό και ιστορικό του 5ου αιώνα π.Χ., ο οποίος στο έργο του Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου αναφέρει πως «η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που προκάλεσε στη Σπάρτη έκαναν τον πόλεμο αναπόφευκτο». Η θεωρία έχει δεχτεί κριτική για ντετερμινισμό, καθώς γενικεύει τα αίτια ενός συγκεκριμένου ιστορικού γεγονός, συγκεκριμένα του Πελοποννησιακού Πολέμου, σε κάθε εποχή και περίσταση. Μάλιστα, Κινέζοι θεωρητικοί τονίζουν πως η «Παγίδα του Θουκυδίδη» είναι μια δυτικοκεντρική θεωρία, καθώς επικεντρώνεται σε δυτικά και αρχαιοελληνικά παραδείγματα, και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη σύγχρονη Κίνα. Ακόμα περισσότερο, κάποιοι κριτικοί αμφισβητούν ακόμα και το κατά πόσο, ο φόβος της Σπάρτης απέναντι στην άνοδο της Αθήνας ήταν η βασική αιτία του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Τα ίδια τα κινεζικά ΜΜΕ έχουν επίσης αμβισβητήσει τη θεωρία. Χαρακτηριστικά, οι Global Times, εφημερίδα του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, είχε φιλοξενησει παλιότερα μια συνέντευξη στο Xinhua του Αμιτάβ Ατσάρια, Ινδο-Καναδού μελετητή διεθνών σχέσεων και συγγραφέα του βιβλίου «Το Τέλος της Αμερικανικής Παγκόσμιας Τάξης», ο οποίος έκανε λόγο για μια «επικίνδυνη», «εντυπωσιοθηρική» και «απλοϊκή» θεωρία», καθώς και για «αυτοεκπληρούμενη προφητεία» έναντι της διπλωματίας. Ο ίδιος υποστηρίζει πως η οικονομική διασύνδεση Κίνας-ΗΠΑ, όπως και η κατοχή πυρηνικών όπλων από τις μεγάλες δυνάμεις λειτουργούν ως αποτρεπτικοί παράγοντες, ώστε να αναζητηθούν άλλες επιλογές από μια «αναπόφευκτη» σύγκρουση.
Ένας άλλος λόγος, που δεν αναφέρεται, είναι πως τα αναπτυξιακά συμφέροντα της Κίνας ταυτίζονται με την ειρήνη. Οι ΗΠΑ ηγήθηκαν της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, ώστε να οι αμερικανικές και οι δυτικές εταιρίες να βρουν νέες αγορές και φθηνά εργατικά χέρια στον Παγκόσμιο Νότο. Η πτώση της ΕΣΣΔ και το οικονομικό άνοιγμα της Κίνας ήταν ο καταλύτης για τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, κατά την οποία οι ΗΠΑ ηγεμόνευσαν σε διεθνείς μηχανισμούς, όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα προωθώντας τη νεοφιλελευθερη ατζέντα. Ωστόσο, η Κίνα αξιοποίησε το πλεονέκτημα του κεντρικού σχεδιασμού, εισάγωντας νεες τεχνολογίες και τεχνογνωσία . Εκτός από το «εργοστάσιο του κόσμου», έγινε ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αγαθών, με σταθερά θετικό εμπορικό ισοζύγιο και πρωταγωνιστεί σε τομείς όπως η πράσινη ανάπτυξη και οι υποδομές υψηλής τεχνολογίας, ενώ κατάφερε στα τέλη του 2020 την επίσημη εξάλειψη της απόλυτης φτώχειας, βγάζοντας από αυτήν περίπου 800 εκατομμύρια ανθρώπους σε διάστημα τεσσάρων δεκαετιών.
Αφού οικοδόμησε αυτό που αποκαλεί «καθολικά μετρίως ευημερούσα κοινωνία» στην 100ή επέτειο από την ίδρυση του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, έχει δηλώσει τη πρόθεσή της μέχρι το 2049, την επέτειο των 100 χρόνων από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, να μετατραπεί σε ένα «μεγάλο, σύγχρονο, ευημερούν, ισχυρό, δημοκρατικό και αρμονικό σοσιαλιστικό κράτος». Η Κίνα δεν έχει συμφέρον από τον πόλεμο, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που διακομματικά θεωρούν το Πεκίνο «κύρια στρατηγική, οικονομική και στρατιωτική απειλή» για την παγκόσμια ηγεμονία τους. Χαρακτηριστικά, όπως ο Ρώσος ΥΠΕΣ Σερκέι Λαβρόφ διαπίστωσε στο παρελθόν, η Κίνα ξεπέρασε τους εφευρέτες της παγκοσμιοποίησης με τους κανόνες τους και στο πεδίο τους.
Υπό αυτό το πρίσμα δεν είναι παράλογο να υποθέσει κανεις πως η δυτική θεωρία διεθνών σχέσεων προσπαθεί να δικαιολογήσει εκ των προτέρων μελλοντικές επιθετικές ενέργειες. Αντίθετα, η κινεζική διπλωματική σκέψη βλέπει κριτικά την «Παγίδα του Θουκυδίδη», ως κάτι που δεν είναι αναπόφευκτο, αλλά μπορεί να αποφευχθεί. Άλλωστε, στα λόγια του ο Σι χαρακτηρίζει «λεγόμενη» την «Παγίδα του Θουκυδίδη», κρατώντας αποστάσεις από αυτή. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να διαπιστώσει κανείς σε πολλές ομιλίες του. Μπορεί τα δυτικά και ελληνικά ΜΜΕ να «ανακάλυψαν» τώρα τη χρήση του όρου από τον Κινέζο πρόεδρο, αλλά ο ίδιος τον έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα τόσο σε εσωτερικό όσο και διεθνές ακροατήριο.
Ενδεικτικά, στο Κεντρικό Συνέδριο για το Οικονομικό Έργο το 2015, ο Σι ανέφερε: «Έχω τονίσει επανειλημμένα ότι πρέπει να ξεφύγουμε από την παγίδα του Θουκυδίδη και την παγίδα του μεσαίου εισοδήματος. Η πρώτη σχετίζεται με την πολιτική σφαίρα – θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε προσεκτικά τις σχέσεις με άλλες μεγάλες χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η δεύτερη αφορά την οικονομία – πρέπει να βελτιώσουμε την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της οικονομικής μεγέθυνσης».
Στην ομιλία του στα Ηνωμένα Έθνη το 2017, ο Κινέζος πρόεδρος ανέφερε: «Οι μεγάλες δυνάμεις θα πρέπει να σέβονται ο ένας τα βασικά συμφέροντα του άλλου, να φροντίζουν για τις κύριες ανησυχίες τους, να διατηρούν τις διαφορές τους υπό έλεγχο και να οικοδομούν ένα νέο μοντέλο σχέσεων που να χαρακτηρίζεται από μη σύγκρουση, μη αντιπαράθεση, αμοιβαίο σεβασμό και αμοιβαία επωφελή συνεργασία. Εφόσον διατηρούμε την επικοινωνία και αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλον με ειλικρίνεια, μπορούμε να αποφύγουμε την παγίδα του Θουκυδίδη. Οι μεγάλες χώρες θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τις μικρότερες ως ισότιμες αντί να λειτουργούν ως ηγεμόνες που επιβάλλουν τη θέλησή τους στους άλλους. Καμία χώρα δεν πρέπει να ανοίξει το κουτί της Πανδώρας εξαπολύοντας εσκεμμένα πολέμους ή υπονομεύοντας το διεθνές κράτος δικαίου. Τα πυρηνικά όπλα, η δαμόκλειος σπάθη που κρέμεται πάνω από την ανθρωπότητα, θα πρέπει να απαγορευτούν πλήρως και να καταστραφούν σε βάθος χρόνου. Με γνώμονα τις αρχές της ειρήνης, της κυριαρχίας, της συμπεριληπτικότητας και της κοινής διακυβέρνησης, θα πρέπει να μετατρέψουμε τη βαθιά θάλασσα, τις πολικές περιοχές, το διάστημα και το διαδίκτυο σε νέα σύνορα συνεργασίας και όχι σε πεδίο πάλης ανταγωνισμού».
Για να μην υπάρχει αμφιβολία για τη προσέγγιση της κινεζικής διπλωματίας, παραθέτουμε ένα τελευταίο απόσπασμα: «Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως η”Παγίδα του Θουκυδίδη” στον κόσμο. Αλλά οι επαναλαμβανόμενοι στρατηγικοί λανθασμένοι υπολογισμοί μεταξύ των μεγάλων χωρών θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια τέτοια παγίδα για τις ίδιες».
Βέβαια, το γεγονός πως οι Κινέζοι δεν υιοθετούν την «Παγίδα του Θουκυδίδη», δεν σημαίνει πως δεν θέτουν τις «κόκκινες γραμμές» τους. Το ζήτημα της Ταϊβάν ήταν το κεντρικό στη συνάντηση των δύο ηγετών, ενώ σε σχέση με το μέτωπο της Δυτικής Ασίας ο Τραμπ επισκεπτόταν το Πεκίνο ήδη «λαβωμένος».
Ήδη πριν την επίσκεψή του στην κινέζικη πρωτεύουσα είχε παραδοθεί από τις προσπάθειες να πιέσει την Κίνα να «αδειάσει» τη Τεχεράνη, υποβαθμίζοντας το θέμα από την ατζέντα των συνομιλιών. Μετά την επίσκεψη στο Πεκίνο, ο Λευκός Οίκος θέλησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, με το ανακοινωθέν των ΗΠΑ να υποστηρίζει πως «συμφώνησαν ότι το στενό του Ορμούζ πρέπει να παραμείνει ανοιχτό» και ότι «ο πρόεδρος Σι κατέστησε επίσης σαφή την αντίθεση της Κίνας στην στρατιωτικοποίηση του Στενού». Το αμερικάνικο ανακοινωθέν υποστηρίζει επίσης πως οι δύο χώρες συμφώνησαν πως το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, αλλά και πως η Κίνα δεν θα στείλει όπλα στη Τεχεράνη.
Αρχικά, το γεγονός πως δεν υπήρξε κοινό ανακοινωθέν, σε αντίθεση με τη συνάντηση Πούτιν-Σι που ακολούθησε λίγες ημέρες μετα, εκτός από ενδεικτικό των αποτελεσμάτων της συνάντησης, προσδίδει στο αμερικανικό ανακοινωθέν τόση αξιοπιστία όση έχει ο ίδιος ο Τραμπ. Ακόμα και αν ισχύει, δεν πρόκειται για αλλαγή στάσης της Κίνας, αφού το Πεκίνο έχει καταγγείλει την αμερικάνικη επίθεση κατά του Ιράν ως βασίκη αιτία για την κρίση στα Στενά του Ορμούζ, ενώ δεν υπάρχει καμία πίεση στον ορίζοντα προς τη Τεχεράνη, η οποία φροντίζει να αφήνει τα Στενά ανοιχτά στους εταίρους της. Aντίθετα, η κινεζική κυβέρνηση έχει διατάξει τις κινεζικές εταιρείες να να αγνοήσουν τις κυρώσεις των ΗΠΑ στα ιρανικά διυλιστήρια, γνωρίζοντας πως στόχος του πολέμου κατά του Ιράν είναι και η ίδια η Κίνα. Επιπλέον, το Ιράν ακόμα και μετά από τη δολοφονία του ηγέτη του επιμένει στο δικαίωμά του να αναπτύσσει ειρηνική πυρηνική ενέργεια, χωρίς να έχει εκφράσει καμία επίσημη πρόθεση απόκτησης πυρηνικών όπλων – παρά τον αναμενόμενο διάλογο επί του θέματος στην ιρανική κοινωνία. Η δε Κίνα, όπως σχολιάζει το Al Monitor, δεν παρέχει έτσι και αλλιώς άμεσο στρατιωτικό υλικό στην Τεχεράνη, αλλά τεχνολογία διπλής χρήσης που έχει τόσο πολιτικές όσο και στρατιωτικές εφαρμογές, όπως το δορυφορικό σύστημα που επέτρεψε στο Ιράν να στοχεύσει με ακρίβεια τις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή.
Ενώ ο Τραμπ δεν έχει να επιδείξει καμία καταδίκη του Ιράν από το Πεκίνο, η Κίνα απέσπασε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ μια, έστω περιστασιακή, καταδίκη της «ανεξαρτησίας» της Ταϊβάν. Ο Τραμπ μετά τη συνάντηση στο Πεκίνο, κάλεσε τη Ταϊβάν να μην κηρύξει την «ανεξαρτησία» της. Οι ΗΠΑ, όπως και οι περισσότερες χώρες του κόσμου, αποδέχονται την «αρχή της μίας Κίνας», σύμφωνα με την οποία υπάρχει μόνο ένα κυρίαρχο κράτος που ονομάζεται «Κίνα», με την Ταϊβάν να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της. Ωστόσο, οι ΗΠΑ είναι ο κύριος προμηθευτής όπλων στη Ταϊβαν, όπου η εκλογική νίκη των αυτονομιστικών δυνάμεων, έχει ανησυχήσει το Πεκίνο.
Η Κίνα δεν εγκαταλείπει τον στόχο της εθνικής επανέωσης, αλλά δεν έχει λόγο να το επιδιώξει με στρατιωτικά μέσα, αν δεν προκληθεί. Οι δύο οικονομίες είναι σημαντικά συνδεδεμένες: Η Ταϊβάν παράγει πάνω από το 90% των πιο προηγμένων μικροτσίπ παγκοσμίως, τα είναι απαραίτητα για τις νέες τεχνολογίες. Το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής μικροτσίπ παγκοσμίως και κύριος αγοραστής των ημιαγωγών της Ταϊβάν. Από την άλλη, είναι ο βασικός προμηθευτής της Ταϊβάν σε σπάνιες γαίες και βασικές πρώτες ύλες, που είναι απαραίτητες για την κατασκευή των ημιαγωγών. Οι ΗΠΑ ενέκριναν το 2025 ένα ακόμα πακέτο όπλων για τη Ταϊβάν, το οποίο χρησιμοποιούν σαν ένα διαπραγματευτικό χαρτί προς την Κίνα. Αλλά ταυτόχρονα, μέσω αυτού ο Τραμπ εκβιάζει τις αυτονομιστικές αρχές της Ταϊβάν να μεταφέρουν τη βιομηχανία παραγωγής ημιαγωγών στις ΗΠΑ.
Με αυτό τον τρόπο, ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει μια επιτυχία στους MAGA ψηφοφόρους εν όψει εκλογών αναφορικά με τις προηγούμενες υποσχέσεις του πως θα επαναεκβιομηχανοποιήσει τις ΗΠΑ, αφού η υπόσχεση να μην ξεκινήσει νέους πολέμους έχει πάει περίπτατο. Ταυτόχρονα, επιχειρεί με αυτό τον τρόπο να αποκλείσει την Κίνα από τους ζωτικούς για την οικονομία της ημιαγωγούς.
Αν κάτι θα μπορούσε να προκαλέσει έναν μελλοντικό πόλεμο στηνΤαϊβάν είναι η τυχοδιωκτική επιδίωξη του κατεστημένου των ΗΠΑ, όχι μόνο του Τραμπ, μαζί με τον νέο μιλιταρισμό της Ιαπωνίας υπο την ακροδεξιά κυβέρνηση της Σανάε Τακαΐτσι, να παρέμβουν στην πρώτη αλυσίδα νησιών για να ανακόψουν την ανάπτυξη της Κίνας. Οι κίνδυνοι της αυτονομιστικής πολιτικής των αρχών της Ταϊβάν είναι τέτοιοι, που βρισκόμαστε μπροστά στο ιστορικό παράδοξο η ηγέτιδα του Κουομιντάνγκ, του κόμματος που υπήρξε ο ιστορικός αντίπαλος των Κινέζων κομμουνιστών και κατέφυγε στην Ταϊβάν μετά την Κινεζική Επανάσταση, να επισκέπτεται την ηπειρωτική Κίνα σε μια πρωτοβουλία εθνικής συμφιλίωσης με το Πεκίνο.
Σημαντικό ρόλο στους σχεδιασμούς της Ουάσινγκτον απέναντι στη Κίνα θα παίξει αν τελικά θα καταφέρει να κάμψει την αντίσταση του Ιράν ή θα παγιδευτεί σε έναν πόλεμο υπέρ του ισραηλινού καθεστώτος και των αμερικανικών θέσεων στη Δ. Ασία. Αν οι ΗΠΑ ξεπεράσουν τη «κόκκινη γραμμή» της Κίνας, δεν θα ευθύνεται η «Παγίδα του Θουκυδίδη», αλλά τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντά τους, που θα έχουν προκαλέσει έναν ακόμα πόλεμο. Σε αυτη την περίπτωση, η κινεζική ηγεσία έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει πως «δεν θα παραιτηθεί ποτέ από το δικαίωμα χρήσης βίας» και πως «οι ξένες δυνάμεις θα προσπαθήσουν να την εκφοβίσουν θα βρεθούν σε τροχιά σύγκρουσης με ένα μεγάλο ατσάλινο τείχος που σφυρηλατήθηκε από πάνω από 1,4 δισεκατομμύρια Κινέζους».
Μέχρι τότε θα προτάσσει την ειρηνική επίλυση των διαφορών, απαντώντας στον Θουκυδίδη με Σουν Τσου: «η ύψιστη τέχνη του πολέμου είναι να υποτάξεις τον εχθρό χωρίς να πολεμήσεις».