Το δικαστήριο κήρυξε κατά πλειοψηφία (6-1) ένοχο τον 39χρονο για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Η μία διαφορετική ψήφος ήταν από ένα μέλος του δικαστηρίου (ένορκος) που είχε την άποψη ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κριθεί ένοχος για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εν βρασμώ ψυχικής ορμής.

Στον 39χρονο δεν αναγνωρίστηκε κανένα από τα τέσσερα ελαφρυντικά που διαζευκτικά ζήτησε στο δικαστήριο.

Νωρίτερα, την ενοχή του 39χρονου για την άγρια δολοφονία της νεαρής γυναίκας είχε προτείνει στο δικαστήριο ο εισαγγελέας της έδρας.

Στην αγόρευσή του, ο εισαγγελικός λειτουργός περιέγραψε το προφίλ της 32χρονης ως μιας μητέρας αφοσιωμένης στα παιδιά της, η οποία εργαζόταν προκειμένου να εξασφαλίσει το μέλλον τους. Όπως τόνισε, δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο ότι σχεδίαζε να εγκαταλείψει την οικογένειά της ή να απομακρυνθεί από το σπίτι της. Για τον λόγο αυτό χαρακτήρισε «απορριπτέο και αβάσιμο» τον ισχυρισμό ότι η γυναίκα αδιαφορούσε για τα παιδιά της ή ότι σκόπευε να τα εγκαταλείψει.

Ο εισαγγελέας ακόμα αμφισβήτησε όσα επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος σχετικά με υποτιθέμενη εξωσυζυγική σχέση της συζύγου του. Υπενθύμισε ότι ήδη από τον Αύγουστο του 2024 ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει πως διατηρούσε υποψίες για απιστία, ωστόσο κατά την απολογία του εμφανίστηκε να μεταβάλλει τις θέσεις του και να μην μπορεί να δώσει σαφείς απαντήσεις. «Ο ισχυρισμός είναι ψευδής και αναληθής», επεσήμανε, εκτιμώντας ότι πρόκειται για ένα σενάριο που δημιουργήθηκε εκ των υστέρων για να δικαιολογήσει την πράξη του.

Αναφερόμενος στο χρονικό της δολοφονίας, ο εισαγγελέας περιέγραψε ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε τη σύζυγό του με σφυρί στο κεφάλι, προκαλώντας της βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την πρότασή του, χρησιμοποίησε καλώδιο φορτιστή, το οποίο πέρασε γύρω από τον λαιμό της, προκαλώντας τον θάνατό της από στραγγαλισμό.

Κατά τον εισαγγελικό λειτουργό, η συμπεριφορά του δράστη μετά το έγκλημα καταρρίπτει τον ισχυρισμό περί βρασμού ψυχικής ορμής. Όπως επισήμανε, ο κατηγορούμενος δεν αναζήτησε βοήθεια, δεν ειδοποίησε τις αρχές και δεν έδειξε καμία διάθεση να σώσει τη γυναίκα. Αντιθέτως, επιδόθηκε σε μια σειρά ενεργειών με σκοπό να εξαφανίσει τα ίχνη του εγκλήματος.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, τύλιξε τη σορό σε οκτώ στρώσεις υφάσματος, την απέκρυψε και αργότερα τη μετέφερε στο πατάρι του σπιτιού μαζί με το σφυρί που φέρεται να χρησιμοποίησε. «Αυτή είναι η συμπεριφορά ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε ήρεμη ψυχική κατάσταση», τόνισε, επισημαίνοντας ότι οι κινήσεις του κατηγορούμενου ήταν οργανωμένες και στοχευμένες.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στις επικοινωνίες που είχε ο κατηγορούμενος με συγγενείς της 32χρονης μετά τη δολοφονία, λέγοντας πως προσπάθησε να καλλιεργήσει την εντύπωση ότι η γυναίκα είχε φύγει οικειοθελώς από το σπίτι. Κατά τον εισαγγελέα, επρόκειτο για μια συνειδητή προσπάθεια παραπλάνησης του περιβάλλοντος της θανούσας και των Αρχών.

Ολοκληρώνοντας την αγόρευσή του, ο εισαγγελέας εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε παρορμητικά, αλλά υλοποίησε μια απόφαση που είχε ήδη ωριμάσει μέσα του. Όπως ανέφερε, τα στοιχεία της υπόθεσης δείχνουν ότι η δολοφονία δεν ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας έκρηξης, αλλά η κατάληξη ενός σχεδίου που ο δράστης είχε επεξεργαστεί και έθεσε σε εφαρμογή όταν θεώρησε ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή.

Στην πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος σκότωσε συνειδητά τη 32χρονη σύζυγό του και στη συνέχεια επιχείρησε να καλύψει τα ίχνη του κατέληξε ο εισαγγελέας της έδρας, κατά την αγόρευσή του στη δίκη για το έγκλημα που συγκλόνισε τους Αμπελοκήπους τον Νοέμβριο του 2024.

Ο εισαγγελικός λειτουργός απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου περί βρασμού ψυχικής ορμής, υποστηρίζοντας ότι η συμπεριφορά του πριν και μετά τη δολοφονία δείχνει άνθρωπο που γνώριζε ακριβώς τι έκανε. Παράλληλα, χαρακτήρισε αβάσιμο τον ισχυρισμό ότι η 32χρονη ήταν αδιάφορη για τα παιδιά της ή σχεδίαζε να εγκαταλείψει την οικογένεια, τονίζοντας ότι εργαζόταν με σκοπό να τα στηρίξει και να τα μεγαλώσει.