Ακόμη κι έτσι όμως, υπάρχει πάντα ένα ερώτημα, για το τι θα μπορούσε να βρίσκεται εκτός ορίων, κατά την άσκηση των υπερασπιστικών καθηκόντων. Η σπίλωση του θύματος, που υποχρεώνει την έδρα να απευθύνει σύσταση στον συνήγορο: «όχι κρίσεις για τον νεκρό» είναι εκτός ορίων; Η εμμονική αναφορά στη χρήση ουσιών και τη σχετική παραβατικότητα, φυσικά άσχετη με την υπόθεση, είναι εκτός ορίων; Όχι απλώς δεν είναι εκτός ορίων: παλιά μου τέχνη κόσκινο, θα έλεγε κανείς. 

Ακόμη χειρότερα, η ευθεία επίθεση στους γονείς του θύματος, το σφυροκόπημα με ερωτήσεις που αμφισβητούν αν υπήρξαν καλοί γονείς, είναι εκτός ορίων; Και, για να πάμε από τα δεοντολογικά ζητήματα στην κραυγαλέα παραβίαση, η παραπλανητική χρήση ενός εγγράφου από κατάθεση τρίτου προσώπου που λέει ότι δεν επισκέφθηκε τον Μάγγο μετά το συμβάν, που στα χέρια του συνηγόρου χρησιμοποιείται απέναντι στη μητέρα και προσπαθεί να την πείσει ότι είναι δική της δήλωση από κατάθεσή της, ότι δεν πήγε να δει το παιδί της, είναι εκτός ορίων; Επαναλαμβάνω, γιατί ίσως δεν έγινε κατανοητό: οι γονείς του Μάγγου καταγγέλλουν ότι ένας συνήγορος κράδαινε μια κατάθεση που υποτίθεται ότι ανήκε στη μητέρα του θύματος, όπου έλεγε ότι δεν πήγε να τον δει στο νοσοκομείο. Η κατάθεση ανήκει σε τρίτο, άσχετο πρόσωπο. Του απάντησε ότι αποκλείεται να το έχει πει αυτό και την ειρωνεύτηκε. Της ζήτησε να επιβεβαιώσει το επώνυμό της, για να σιγουρευτεί. Αυτό είναι εκτός ορίων; 

Τίποτα δεν είναι εκτός ορίων για αυτή την υπεράσπιση. Τίποτα από τα παραπάνω. Αυτό εκτιμώ ότι δείχνουν όσα παρακολούθησα στην κατάθεση της μητέρας του Βασίλειου Μάγγου και την εξέτασή της από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων. Να πω για παράδειγμα ότι σε μία δίκη που επίσης δεν χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερη λεπτότητα στους χειρισμούς, τη δίκη για τον δολοφονικό ξυλοδαρμό του Ζακ Κωστόπουλου, η υπεράσπιση απείχε από ερωτήσεις στη μητέρα του νεκρού. Δεν ξέρω αν αυτό έγινε από σεβασμό ή διότι το να κανιβαλίσεις τη μητέρα του θύματος μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ. Δεν έχω ιδέα για το τι μπορεί να σκέφτονται οι ένορκοι, λοιπόν θα μεταφέρω τι συνέβη και πώς το είδα εγώ. 

Η δίκη ξεκίνησε με μια συζήτηση για τα έγγραφα που έχει καταθέσει ο πατέρας του θύματος στην εισαγγελία. Δεν παρέλειψε ένας εκ των δικηγόρων να πει ότι «κουτοπόνηρα» το έκανε μετά την κατάθεσή του, χωρίς να δεχτεί επίπληξη για τον χαρακτηρισμό. (Απορρίφθηκε ωστόσο το αίτημα της υπεράσπισης). 

Η μητέρα του φοράει μια μπλούζα με το χαμογελαστό πρόσωπο του Βασίλειου, μιλά συνήθως σιγά, αφηγείται πώς ήταν ως παιδί, λέει ότι ήταν ένα παιδί πολύ καλό, πολύ ευαίσθητο, πρόθυμος στις εργασίες, αγαπητό και σε μας και στους φίλους και στους εργοδότες του, σεβόταν τους μεγαλύτερους, λάτρευε τη γιαγιά του, ήταν θαρραλέος. 

Εκεί περνάμε πολύ γρήγορα στο αγαπημένο θέμα αυτής της δίκης, ρωτά η έδρα αν είχε κάποια εμπλοκή με τα δικαστήρια, στο οποίο η μητέρα του απαντά αμέσως «ναι, το περιστατικό το ξέρετε, αλλά δεν είναι κατηγορούμενος εδώ». Ενώ μιλούσε συνήθως σιγά, υπήρχαν στιγμές, οι πιο κρίσιμες, που ακούγαμε πολύ καθαρά τη φωνή της να επανατοποθετεί τα πράγματα στην αληθινή τους διάσταση. Αυτό θα συνέβαινε και στη συνέχεια, απέναντι στο πιο επιθετικό ύφος των συνηγόρων: με μία αφοπλιστική κουβέντα θα ονομάτιζε αυτή την τακτική που περνάει απαρατήρητη, σαν να είναι φυσιολογικό να τραμπουκίζονται οι γονείς του θύματος, βάζοντας τα πράγματα σε μια πολύ πιο λογική και αληθινή προοπτική, όπως όταν αργότερα ξεκινά ο δικηγόρος τη φράση «ξέρετε, με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ενώ είστε μητέρα…» και τον διακόπτει για να του απαντήσει: «δεν μπορείτε να κρίνετε τη σχέση μου με το παιδί μου» ή αργότερα όταν επανέρχεται ο συνήγορος στο θέμα της ληστείας, που η μητέρα φωνάζει «είναι συστηματικό αυτό που γίνεται. Δεν θα δούμε τι έγινε, θα καταδείξουμε ως ένοχο το θύμα. Δεν το δέχομαι αυτό».

Αυτή η σύντομη αντίδραση τραβάει ένα πέπλο από τη στομφώδη ειρωνεία με την οποία απευθύνουν τις ερωτήσεις τους οι συνήγοροι υπεράσπισης, προκειμένου να το περιγράψει ως αυτό ακριβώς που είναι: σπίλωση της μνήμης του νεκρού. 

Της λένε να ηρεμήσει και απαντά «Δεν μπορώ να ηρεμήσω. Προσπαθώ έξι χρόνια, εγώ και τα παιδιά μου, που δεν μπορούν να δουν ούτε φωτογραφία του αδερφού τους και καλούμαι να δω το βίντεο, εγώ που δεν μπορώ να ακούσω ασθενοφόρο».

Περιγράφει κι εκείνη το συμβάν του βασανισμού, τα χτυπήματα, τις βρισιές, τον ψύκτη, όλα πράγματα γνώριμα τώρα, αλλά που είναι πολύ διαφορετικά αν τα ακούς από το στόμα της μητέρας του.

Σε δύο σημεία, πολύ κρίσιμα για τον ίδιο τον Βασίλειο, τη νοσηλεία του μετά τον βασανισμό, και τη μέρα που τον βρίσκει νεκρό στο σπίτι, η μητέρα του θα μιλήσει για πράγματα που ήθελε να έχει κάνει διαφορετικά: λέει ότι ήταν λάθος της που δεν έμεινε και το βράδυ στο νοσοκομείο, που έβαλαν να δουν ταινία τη μέρα που ο Βασίλειος πέθανε από χρήση, και όλα ακούγονται σαν πράγματα που λέει ένας γονιός καθώς γυρίζει πίσω και σκέφτεται ότι μπορεί αν κάτι είχε κάνει διαφορετικά, να είχε γλιτώσει το παιδί του. Τίποτα από αυτά δεν έχει νόημα, καταλαβαίνουμε ότι μιλάει η αγωνία για το ότι δεν μπορεί πια να κάνει τίποτα. Είναι δύσκολο να διανοηθεί κανείς το βάθος της ανθρώπινης αναλγησίας που παίρνει αυτή την ψυχική συνθήκη και στρίβει το μαχαίρι κάνοντας ερωτήσεις που υπαινίσσονται ότι δεν στάθηκε αρκετά κοντά στο παιδί της. 

Λέει σε κάποια στιγμή ότι ένας άνθρωπος θέλει μία στιγμή για να σηκωθεί όρθιος. Το δικό μας το παιδί θέλησε χρόνια να σηκωθεί όρθιος. Και αναίτια τον πετάξαν κάτω. Περιγράφει πώς ο Βασίλειος είχε καταφέρει να  σταθεί όρθιος, πεζοπορούσε, χαιρόταν τη ζωή του, μέχρι τον βασανισμό του. 

Ο πρώτος δικηγόρος που πήρε τον λόγο ρωτά πρώτα γιατί δεν λέει τα ίδια με την πρώτη της κατάθεση και μετά ρωτά: ο γιος σας έχει κατηγορηθεί; και για ποιες πράξεις; 

Αυτή είναι η δεύτερη ερώτηση προς τη μητέρα του θύματος.  

Το δικό μας ερώτημα είναι απλό: Δικάζεται ο Βασίλειος; Λέει κάπου ο νόμος ότι τους χρήστες, τους παραβατικούς, τους βασανίζουμε χωρίς να δίνουμε λογαριασμό; Δεν το λέει ο νόμος, αλλά το υπαινίσσεται διαρκώς η υπεράσπιση, που φροντίζει να δημιουργεί την εικόνα μιας ζωής που ταλαντευόταν ανάμεσα στο να αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία ή να ήταν ανάξια να τη ζεις. Διότι διαφορετικά τι νόημα έχει αυτή η επιμονή; Είναι λιγότερο θύμα βασανισμού ο Βασίλειος αν ήταν χρήστης; 

Αναφέρεται στη ληστεία του κινητού, λέει η μητέρα δεν ήταν ληστής ο γιος μου και ο συνήγορος απαντά «ληστής ήταν». Ήταν η στιγμή που η πρόεδρος χρειάστηκε να πει «όχι κρίσεις για τον νεκρό», παρότι το μεγαλύτερο κομμάτι της διαδικασίας αφιερώνεται στη σπίλωση του νεκρού. Τους ζήτησε να προσέχουν τα λόγια τους, αλλά είναι ένα σταθερό και κανονικό κομμάτι της δίκης, ότι γίνονται ερωτήσεις που δεν σχετίζονται με το κατηγορητήριο, προκειμένου να πληγεί η εικόνα του θύματος. 

Τη ρωτούν πού έχουν γίνει οι κακώσεις. Όπως είπε ένας εκ των συνηγόρων: «έχει έξι σπασμένα πλευρά. Θέλω να μου πείτε πόσα έσπασαν έξω από τα δικαστήρια και πόσα μέσα». Να θυμίσω ότι μιλά για το νεκρό παιδί της, αλλά αυτό είπαμε ότι το συνηθίζεις σε αυτή τη δίκη, συναισθήματα υπάρχουν μόνο για τα αγγελούδια της ΟΠΚΕ που βρέθηκαν κατηγορούμενοι από μια αναποδιά της τύχης. Ρωτούν λοιπόν οι συνήγοροι: Έγιναν έξω από τα δικαστήρια ή μήπως έγιναν μέσα στο τμήμα; Αυτό είναι νομικά κρίσιμο, διότι η καταδίκη στο δικαστήριο που έγινε στον Βόλο έκρινε ότι τα πλευρά του έσπασαν σε εκείνη τη φάση, λοιπόν εύλογα οι συνήγοροι υπεράσπισης λένε ότι δεν μπορεί να σπάσαν και μετά, αλλά ακόμη πιο εύλογα η μητέρα απαντά: είναι ένα το περιστατικό. Θα πει παρακάτω ότι είναι θέατρο του παραλόγου, να τη ρωτούν πόσα πλευρά έσπασαν μέσα και πόσα έξω, αφού ο χωρισμός των δικαστηρίων σε δύο διαφορετικούς χρόνους είναι ουσιαστικά παράλογος, γι’ αυτό η οικογένεια επιμένει ότι το περιστατικό είναι ένα και γι’ αυτό ζητούσε να γίνει μία δίκη. 

Έρχεται η ώρα που ο δικηγόρος αναρωτιέται πώς έκανε αναρτήσεις με γάζα στο χέρι ο Βασίλειος, το επιχείρημα επανέρχεται δυναμικά και με άλλον συνάδελφό του, μέχρι να αναφωνήσει ο πατέρας του Βασίλειου ότι ο τραυματισμός ήταν στο αριστερό χέρι, φαίνεται ανάποδα γιατί είναι σέλφι η φωτογραφία. 

Για να προωθηθεί το επιχείρημα της χρήσης, ο συνήγορος αναφέρεται σε κατάθεση ενός μάρτυρα που περιγράφει ότι φαινόταν σαν παιδί που είχε κάνει χρήση, μάλιστα «και με τον αέρα μπορεί να έπεφτε κάτω», λέει. Αυτό το είχαμε δει και στον Ζακ, είναι μαζί και δημόσιος κίνδυνος και φτερό στον άνεμο, ανάλογα με το τι βολεύει κάθε φορά. Αν θέλουμε να πούμε ότι ήταν εύθραυστη η υγεία του και δεν φταίνε τα βασανιστήρια, λέμε για τα ναρκωτικά, αλλιώς λέμε ότι επιτέθηκε σε μια συμμορία Ράμπο έτοιμος να τους βάλει κάτω, από θαύμα γλίτωσαν μια ντουζίνα οπλισμένα ντούκια.  

Ακολούθησε η πιο ακραία στιγμή της δίκης, ακραία με βάση την καταγγελία που ακολούθησε μετά. Ο συνήγορος υπεράσπισης κραδαίνει ένα χαρτί και ρωτά τη μητέρα αν ξαναείδε το παιδί της μετά το χτύπημα, της διαβάζει ένα απόσπασμα από την υποτιθέμενη κατάθεσή της που λέει ότι δεν τον είδε μετά, η ίδια το αρνείται, την ειρωνεύεται και τη ρωτά να επιβεβαιώσει το όνομά της, αφήνοντας να φανεί ότι αρνείται την κατάθεσή της. Την επόμενη μέρα, ο Γιάννης Μάγγος κάνει μια ανάρτηση στην οποία δείχνει ότι αυτή η κατάθεση είχε γίνει από άλλο πρόσωπο, δεν ήταν της μητέρας! Τα λάθη είναι ανθρώπινα, αλλά μερικά λάθη είναι απάνθρωπα, όπως να κατηγορείς μια μάνα που έχει χάσει το παιδί της ότι δεν του στάθηκε αρκετά, να στρίβεις το μαχαίρι σε αυτές τις τύψεις, βασισμένος παραπλανητικά σε κατάθεση ενός άλλου προσώπου, όπως καταγγέλλουν οι γονείς. 

Οι συνήγοροι στη συνέχεια αντλούν από το γνώριμο οπλοστάσιο των αστυνομικών επιχειρημάτων: τον ήξεραν; είχαν προσωπικά μαζί του; 

Και πάλι η μητέρα απαντά ταχύτατα ότι ούτε στο περιστατικό της ζαρντινιέρας γνώριζαν το θύμα. Είναι σόφισμα, ότι δεν έχουν προσωπικά, διότι αυτά τα εγκλήματα έχουν συστημικό χαρακτήρα. Εξ ορισμού, η γνωριμία είναι αδιάφορη. Τον συστημικό χαρακτήρα μάλιστα τον επιβεβαιώνει η σταθερή υποστήριξη που προσφέρει η Ελληνική Αστυνομία στους δράστες παρόμοιων εγκλημάτων. Δεν τους απομονώνει, δεν τους στιγματίζει, τους αγκαλιάζει και τους προστατεύει. 

Ο τελευταίος συνήγορος υπεράσπισης έδωσε ένα ρεσιτάλ παρελκυστικών ερωτήσεων, με πινελιές αδιανόητης χυδαιότητας. Όταν η μητέρα τού είπε ότι δεν ξέρει τη δικογραφία, της απάντησε «Θα ηρεμήσετε να σας υποβάλω μία ερώτηση; Εκτός αν θέλετε να παίξετε τον ρόλο σας»! 

Ρωτά πώς γίνεται ο ένας κατηγορούμενος να τον έχει ξαναδεί αλλά να μην τον έχει βασανίσει στο παρελθόν, που είναι μάλλον αδύναμο επιχείρημα, εκτός αν το συγκρίνεις με το επιχείρημα της γάζας στο χέρι, που κατέπεσε κάπως άδοξα, όπως είπαμε, όταν ο Γιάννης Μάγγος εξήγησε ότι είναι το άλλο χέρι δεμένο. 

Η κορωνίδα της αυστηρής εξέτασης ήρθε όταν θριαμβευτικά ανέφερε ο συνήγορος το απόσπασμα της ιατροδικαστικής έκθεσης που γράφει ότι δεν διαπιστώθηκε αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην κακοποίηση και τον θάνατο, οπότε χρειάστηκε να επισημάνει η πρόεδρος ότι αυτό δεν είναι στο κατηγορητήριο, προσθέτοντας: «κύριε συνήγορε, μη βάζουμε περισσότερα από όσα είναι στο κατηγορητήριο».  Δεν κατηγορούνται για τον θάνατό του, λοιπόν δεν χρειάζεται ύφος θριάμβου όταν αναφέρεται ότι δεν διαπιστώθηκε αιτιώδης σύνδεσμος. 

Η υπεράσπιση ανέφερε το ψήφισμα του Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου που εκφράζει την ανησυχία του μήπως δυσκολεύονται να ασκήσουν τα υπερασπιστικά τους καθήκοντα. Διαβάζοντας αυτές τις φράσεις που ακούστηκαν, πιστεύετε αληθινά ότι δυσκολεύονται; Διότι αντιθέτως έχω την εντύπωση ότι έχουν τις προσβολές για ψωμοτύρι, απέναντι στους γονείς του θύματος. Ένας δικηγόρος μάλιστα πέρασε από το σημείο όπου καθόμασταν οι δημοσιογράφοι για να μας ρωτήσει ποιος έκανε μία ανάρτηση που σχολίαζε τη συμπεριφορά του απέναντι στη μητέρα του θύματος. Δεν δυσκολεύονται καθόλου, απλώς συνηθίζουν να επιτίθενται και μετά να ζητάνε και τα ρέστα, κατά βάθος πρόκειται απλώς για τη δικηγορική εκδοχή τού «γάτος γαμεί και γάτος σκούζει». Αλωνίζουν σκορπώντας προσβολές και προσποιούνται ότι είναι τρομοκρατημένοι.

Ο πατέρας του Βασίλειου είναι ο άνθρωπος που έχει σηκώσει το βάρος της δημόσιας συζήτησης για τον βασανισμό του παιδιού του. Η μητέρα του έχει κρατήσει μια απόσταση από τη δημόσια αντιπαράθεση, δήλωσε επανειλημμένα ότι δεν γνωρίζει τη δικογραφία, όμως προσέθεσε κάτι πολύ ουσιαστικό στη διαδικασία. Με τρόπο στιβαρό και άμεσο απέκρουε κάθε δικολαβίστικη καφρίλα χαρακτηρίζοντάς τη ως αυτό ακριβώς που είναι, μια προσπάθεια να μεταφερθεί η συζήτηση από το έγκλημα του βασανισμού σε μια ανελέητη επίθεση στη μνήμη του νεκρού και στους γονείς του.