Αναλυτικά η απόφαση της Πολιτικής Γραμματείας της ΛΑΕ-ΑΑ:
«Βρισκόμαστε σε μία συγκυρία με σημαντικές δυσκολίες για το κοινωνικό κίνημα και τις δυνάμεις της αριστεράς. Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει προχωρήσει σε πολύ επιθετικά μέτρα, που τροποποιούν μακροπρόθεσμα τον συσχετισμό της δύναμης σε βάρος των εργαζομένων. Παράλληλα, έχει αναδειχθεί στον καλύτερο σύμμαχο και υπερασπιστή των συμφερόντων του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού. Παρά την πολύ σκληρή, αντιλαϊκή πολιτική της, τη συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια και την πολιτική φθορά που έχει εισπράξει επί 7 χρόνια, διατηρεί μία σχετική πρωτοβουλία των κινήσεων. Η σταθερότητά της οφείλεται στην ύφεση του κοινωνικού κινήματος και στην ανυπαρξία πολιτικής αντιπολίτευσης. Σήμερα, στην κυβέρνηση ασκούνται πιέσεις από τις αντιφάσεις που διαμορφώνει η εφαρμογή της πολιτικής της και από τις αντιθέσεις στο εσωτερικό του μπλοκ της δεξιάς, παρά από κάποιον “κεντροαριστερό” αντιπολιτευτικό πόλο.
Σε αυτό το τοπίο, ο χρόνος των εκλογών θα καθοριστεί από την εκτίμηση της κυβέρνησης για το πότε θα είναι η πιο ευνοϊκή γι’ αυτή συνθήκη. Με τις σημερινές συνθήκες, η ΝΔ δεν μπορεί να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία, επομένως θα επιχειρήσει δεύτερες εκλογές, από καλύτερες θέσεις για την ίδια και θα επιδιώξει να προχωρήσει σε κάποιας μορφής συγκυβέρνηση, κατά προτεραιότητα με το ΠΑΣΟΚ ή τμήματά του, ή και με δυνάμεις της δεξιάς/ακροδεξιάς.
Ένας αστάθμητος παράγοντας για την εξέλιξη της πολιτικής συγκυρίας είναι το ενδεχόμενο της αποκάλυψης περισσότερων σκανδάλων, που θα υπονομεύσει περαιτέρω το κυβερνητικό μπλοκ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαχειρίστηκε τεράστιους πόρους από την ΕΕ, που, σε ένα σημαντικό βαθμό, κατευθύνθηκαν στον ιδιωτικό τομέα, σε παρασιτικές δραστηριότητες και υπερκοστολογημένα έργα. Έτσι, υπό ένα πρωτοφανές καθεστώς ελέγχου, η ΝΔ συγκρότησε και ενίσχυσε πελατειακά δίκτυα, διαμόρφωσε στενές σχέσεις με τμήματα του κεφαλαίου, αλλά και δημιούργησε νέους επιχειρηματικούς παράγοντες. Αυτή η διαχείριση την διευκόλυνε να σταθεροποιήσει τις σχέσεις με την άρχουσα τάξη και να διαμορφώσει ένα μειοψηφικό, αλλά συμπαγές εκλογικό ακροατήριο. Τα παραπάνω, διαμορφώνουν αντιθέσεις με επιχειρηματικά δίκτυα που θέλουν να επαναδιαπραγματευτούν, αλλά και το κατάλληλο πεδίο για τους μηχανισμούς της ΕΕ για την αποκάλυψη σκανδάλων, ή “σκανδάλων”, ώστε να προωθήσουν τους δικούς τους στόχους και όχι κάποιον “εξορθολογισμό” της χρήσης των ευρωπαϊκών πόρων, ή την “κάθαρση” από τη διαφθορά.
Κυρίως, για να διαμορφώσουν ένα νέο αφήγημα με κέντρο τη διαφθορά στις χώρες του Νότου, για να νομιμοποιήσουν την εκτεταμένη περικοπή πόρων, ώστε να κατευθυνθούν στο ReArm Europe. Έτσι, σε ένα βαθμό, οι εξελίξεις στην πολιτική σκηνή και ο χρόνος των εκλογών θα εξαρτηθούν από την έκβαση αυτής της ασταθούς ισορροπίας.
Ταυτόχρονα, υπάρχει ύφεση του κοινωνικού κινήματος. Στη δεύτερη τετραετία της ΝΔ έχουν αναπτυχθεί πολύ μαζικές, αλλά στιγμιαίες και αποσπασματικές, κινητοποιήσεις, με κορυφαίο παράδειγμα τις διαδηλώσεις για το έγκλημα των Τεμπών. Αλλά και μια σειρά κοινωνικών αγώνων, όπως οι κινητοποιήσεις των αγροτών. Ωστόσο, δεν έχουν κατορθώσει να επιδράσουν στην πολιτική σκηνή και να οριοθετήσουν την κυβερνητική πολιτική. Σημαντική συμβολή είχαν οι αγώνες του φοιτητικού κινήματος, που, παρότι επίσης βρίσκονται σε μια σχετική υποχώρηση, την προηγούμενη περίοδο είχαν διάρκεια και ριζοσπαστισμό. Για αυτό και η κυβέρνηση της ΝΔ επιχειρεί να χτυπήσει το φοιτητικό κίνημα, με τις διαγραφές φοιτητών, τα μέτρα αυταρχισμού, την προσπάθεια διάλυσης των φοιτητικών συλλόγων, την ενεργοποίηση προβοκατόρικων δικτύων και την καταστολή και στοχοποίηση των πρωτοπόρων δυνάμεων.
Η ύφεση του κοινωνικού κινήματος ενισχύεται από την ανυπαρξία πολιτικής αντιπολίτευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας επιχειρείται να καναλιζαριστεί μέσα από νέα πολιτικά εγχειρήματα. Το σχήμα ΕΛΑΣ, υπό τον Τσίπρα, αποτελεί μία μορφή “κεντροαριστεράς”, μετατοπισμένη πιο δεξιά και από τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ που εφάρμοσε τα μνημόνια. Προγραμματικά και πολιτικά, συντάσσεται με τις στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης. Συνιστά ένα προσωποπαγή πολιτικό φορέα, αποσυνδεδεμένο από την έννοια μαζικού κόμματος, χωρίς να επιδιώκει καμία οργανική σχέση με τμήματα του λαϊκού κινήματος. Προς το παρόν, παρά τη στήριξη από επιχειρηματικά κέντρα και ΜΜΕ που επιδιώκουν να επαναδιαπραγματευθούν ενόψει των εκλογών, δεν δείχνει επαρκή δυναμική, ώστε να διεκδικήσει την κυβερνητική εναλλαγή. Ωστόσο, αποσπά δυνάμεις από άλλους χώρους, πρωτίστως από τον ΣΥΡΙΖΑ, οδηγώντας τον σε διαλυτικά φαινόμενα, αλλά και από την Νέα Αριστερά, οδηγώντας την σε διάσπαση. Επιπλέον, στη βάση μίας λογικής μειωμένων προσδοκιών ενός τμήματος των λαϊκών στρωμάτων, φαίνεται ότι διεμβολίζει το ΜέΡΑ25, αλλά και το ΚΚΕ.
Το ΠΑΣΟΚ, που, ούτως ή άλλως δεν αποτύπωνε πολιτική δυναμική, έχει ακόμα μεγαλύτερες απώλειες, οι οποίες, είναι πιθανό να οδηγήσουν σε έκρηξη των αντιφάσεών του και οξεία κρίση μετά τις πρώτες εκλογές. Το κόμμα ΕΛΠΙΔΑ της Μ. Καρυστιανού εκφράζει ένα τμήμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας, ιδιαίτερα ενός κόσμου με πιο συντηρητικές καταβολές που δεν είχε πολιτική έκφραση ή πολιτική συμμετοχή. Έχει έναν ασαφή πολιτικό και προγραμματικό λόγο, στον οποίο συνυπάρχουν αντιφατικά στοιχεία, με ένα πιο συντηρητικό προσανατολισμό.
Στη σημερινή συγκυρία, η ΛΑΕ ΑΑ θεωρεί ότι είναι όσο ποτέ αναγκαία η πλατιά ενότητα και κοινή δράση της αριστεράς. Μία τέτοια διεργασία, θα πρέπει να περιλαμβάνει το σύνολο των δυνάμεων της αριστεράς, με πρώτο στόχο την κοινή δράση και τη συνεργασία στο κίνημα και στους κοινωνικούς χώρους, για να αναταχθούν οι κινηματικές αντιστάσεις. Ταυτόχρονα, να διερευνά τη δυνατότητα μίας πλατιάς εκλογικής συμμαχίας, στη βάση κοινών προγραμματικών σημείων, με σεβασμό στην αυτοτέλεια των κομμάτων, μετώπων και οργανώσεων.
Η προγραμματική πρόταση μίας τέτοιας συνεργασίας θα έπρεπε να περιλαμβάνει α) την αύξηση μισθών και συντάξεων, την ανατροπή των μνημονιακών νεοφιλελεύθερων αντιλαϊκών μέτρων και την αποκατάσταση εργασιακών δικαιωμάτων, β) την ενίσχυση της δημόσιας παιδείας, της υγείας και του κοινωνικού κράτους, γ) την πλήρη προστασία της λαϊκής κατοικίας και την εκδίωξη των αρπακτικών funds, δ) την ανατροπή των ιδιωτικοποιήσεων, την ανάκτηση της δημόσιας περιουσίας και την κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και των στρατηγικών επιχειρήσεων που έχουν ξεπουληθεί, ε) την ανάπτυξη ενός νέου, ριζικά διαφορετικού, παραγωγικού υποδείγματος, που θα βάζει στο επίκεντρο τις λαϊκές ανάγκες και την περιβαλλοντική προστασία, στ) την σύγκρουση με την Ευρωζώνη και την ΕΕ, στο βαθμό που, στο εσωτερικό τους, δεν μπορεί να υλοποιηθεί καμία φιλολαϊκή πολιτική, ζ) την απεμπλοκή από τον πόλεμο, την εφαρμογή μίας φιλειρηνικής, πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, την έξοδο από το ΝΑΤΟ και το κλείσιμο των νατοϊκών βάσεων. Μία τέτοια κατεύθυνση θα μπορούσε να ενισχύσει τους κοινωνικούς αγώνες, αλλά και να πείσει ότι, απέναντι στην επέλαση της νεοφιλελεύθερης, αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη και της ακροδεξιάς, η λύση δεν είναι το “μικρότερο κακό” της “κεντροαριστεράς”, που υποστηρίζει τις ίδιες στρατηγικές επιλογές, αλλά ένα ισχυρό μέτωπο κοινωνικής και πολιτικής αντιπολίτευσης και αγώνα, που θα μπορεί να επιβάλλει κοινωνικές κατακτήσεις.
Μέχρι σήμερα, η πλειοψηφία των δυνάμεων της αριστεράς δεν συμμερίζεται έναν τέτοιο πολιτικό στόχο. Το ΚΚΕ αρνείται κάθε συνεργασία, ακόμα και στο επίπεδο της κοινής δράσης στο κίνημα και στα κοινωνικά μέτωπα. Στη ΝεΑρ υπάρχει μέχρι στιγμής ασάφεια ως προς τις πολιτικές θέσεις και την κατεύθυνση. Το ΜέΡΑ25 διολισθαίνει σε μία ιδιαίτερα προβληματική πολιτική. Το πρώτο βήμα ήταν η μονομερής, αδικαιολόγητη, εκτός κάθε πολιτικής διαδικασίας, ουσιαστική διάλυση της Ενωτικής Πρωτοβουλίας, με την διακοπή της συνεργασίας του με τη ΛΑΕ-ΑΑ. Σήμερα δεν γίνεται καμία αυτοκριτική γι’ αυτή τη λαθεμένη απόφασή του, αλλά συνεχίζεται η αντιενωτική πολιτική του. Ακόμα περισσότερο, η φυσιογνωμία του ΜέΡΑ25 – Ενωτική Αριστερά γίνεται όλο και περισσότερο προσωποκεντρική, ενώ οι πολιτικές θέσεις που εκφράζονται από αυτό, ιδιαίτερα στα ζητήματα που αφορούν μία αντιιμπεριαλιστική τοποθέτηση, είναι πολλές φορές θολή και ασαφής. Αποκορύφωμα αποτελεί η πρόταση του ΜέΡΑ25-Ενωτική Αριστερά για τις “συνεργασίες”. Η δημόσια πρόσκληση του Γιάνη Βαρουφάκη για διάλυση, επί της ουσίας, κομμάτων και οργανώσεων της αριστεράς και για ατομική προσχώρηση στελεχών στα ψηφοδέλτια του ΜέΡΑ25 “είτε με, είτε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των κομμάτων τους”, είναι προκλητική και δεν έχει καμία σχέση με τις ηθικές και πολιτικές αξίες της αριστεράς. Όχι μόνο δεν βοηθάει στην μεγάλη αναγκαιότητα της πολιτικής ενότητας, αντίθετα, την υπονομεύει.
Η ΛΑΕ ΑΑ από θέση αρχών θεωρεί ότι για τις δυνάμεις της αριστεράς, πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι ο όποιος διάλογος για το ζήτημα των συνεργασιών, οφείλει να γίνεται σε πολιτική και προγραμματική βάση, αλλά και με πλήρη σεβασμό στην αυτονομία των κομμάτων και των οργανώσεων, ενώ οι προσπάθειες πλαγιοκόπησης και απόσπασης στελεχών δεν αποτελούν “άνοιγμα”, αλλά πολεμική κίνηση. Ταυτόχρονα, αποτυπώνει μία σοβαρή αδυναμία κατανόησης των πολιτικών συσχετισμών ενόψει των εκλογών, αλλά και της μεγάλης ανάγκης να υπάρξει συσπείρωση των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, με ρίζες στο λαϊκό κίνημα και στους κοινωνικούς χώρους, για τους αγώνες της επόμενης ημέρας.
Η ΛΑΕ-ΑΑ, παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα, θα συνεχίσει να εργάζεται για τη συνεργασία των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, πρώτα απ’ όλα στο κίνημα, αλλά και στις πολιτικές και εκλογικές μάχες. Η πρόταση μας απευθύνεται σε όλες τις δυνάμεις που αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μίας ενωτικής πολιτικής για την στήριξη των κοινωνικών αγώνων και για τη συγκρότηση ενός πόλου αριστερής, αγωνιστικής αντιπολίτευσης, μέσα σε δύσκολες συνθήκες πίεσης από δυνάμεις που διαστρεβλώνουν το εύλογο αίτημα μεγάλου τμήματος των λαϊκών στρωμάτων να φύγει η πιο επιθετική κυβέρνηση της μεταπολίτευσης. Αν δεν διαμορφωθούν όροι πλατιών συνεργασιών, αυτό θα αποτελέσει ήττα για τα λαϊκά στρώματα και θα ακυρωθεί η δυνατότητα πολιτικής έκφρασης ενός αγωνιστικού, ριζοσπαστικού μπλοκ σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, αφού καμία δύναμη δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει από μόνη της στην πίεση των εκλογικών διλημμάτων. Ως ΛΑΕ ΑΑ, θα παλέψουμε για μία πρόταση ευρύτερης συνεργασίας, ωστόσο, αν αυτή δεν ευοδωθεί, είμαστε έτοιμοι και θα δώσουμε το παρόν στους ταξικούς και αντιϊμπεριαλιστικούς και αντιπολεμικούς αγώνες και σε όλες τις κινηματικές, πολιτικές και εκλογικές μάχες της επόμενης περιόδου.
Αθήνα 9.6.2026»